Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2021

Στήριγμα στον αγώνα των Ελλήνων ο παροικιακός Ελληνισμός και Ελληνική Επανάσταση

Οι κοινότητες της διασποράς συνέβαλαν με κάθε τρόπο στην Επανάσταση του 1821 (οικονομικά, πολιτιστικά, πολιτικά, με εφόδια και εθελοντές). Σε κάθε παροικία έχτιζαν πρώτα τον ναό και το σχολείο, και γύρω τους οργάνωναν τη θρησκευτική και την κοινωνική ζωή τους

Από τις 25 έως τις 28 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε το διεθνές επιστημονικό συνέδριο “Παροικιακός Ελληνισμός και Ελληνική Επανάσταση” στην ιστορική έδρα της πάλαι ποτέ Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας. Ο εορτασμός των 200 ετών από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης αποτέλεσε μια βάση συμμετοχής, την οποία το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας δεν θέλησε να προβάλει ως απλή υπόμνηση γεγονότων. Στόχος μεταξύ άλλων ήταν να συμπεριληφθεί η γόνιμη περίοδος προετοιμασίας που ξεκινά πολύ πριν από τα γεγονότα του Αγώνα αλλά και την περίοδο ανάπτυξης των δυναμικών που θα διαμόρφωναν το πρώτο νεοελληνικό κράτος, από την ίδρυσή του.

Διεθνές επιστημονικό συνέδριο έγινε πρόσφατα στη Βενετία

Παραθέτοντας μέρος των συμπερασμάτων του συνεδρίου του Ελληνικού Ινστιτούτου του οποίου πρόεδρος είναι σήμερα ο κ. Βασίλειος Κουκουσάς και πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής ο κ. Χρήστος Αραμπατζής διαπιστώνουμε ότι η διασπορά του ελληνισμού, από το 1453, δημιούργησε κοιτίδες ανάπτυξης αυτών των δυναμικών: τις παροικίες.

Εξειδικεύοντας το χωροχρόνο της ελληνικής παρουσίας στη Βενετία, ο Γεράσιμος Παγκράτης καθηγητής ΕΚΠΑ έθεσε το ερώτημα «τι συνδέει τα πρόσωπα που δρουν, που εντοπίζονται ως δρώντα, ως προς την ατομική πολιτική δράση». Αυτό περιλαμβάνει παραμέτρους όπως το κοινωνικό προφίλ των προσώπων, την πίστη στην ορθοδοξία και άλλα.

Ο Francesco Scalora διδάκτωρ Πανεπιστημίου της Πάντοβα αναφέρθηκε στο ιδεολογικό περιβάλλον των ελληνο-αλβανικών κοινοτήτων της Καλαβρίας και στα δεδομένα που υπέβαλαν μια ψυχολογική συμπαράταξη με τους πόθους για επανάσταση. Η συμπαράταξη αυτή εκφράστηκε στο επίπεδο μιας λογοτεχνίας που υποδεχόταν με ενθουσιασμό τις ρωσικές νίκες στο Αιγαίο στο τέλος του αιώνα εναντίον των Τούρκων. Αναφέρθηκε σε παράγοντες δημιουργίας ενός κοινού πολιτισμικού περιβάλλοντος αναφοράς, όπως το ορθόδοξο εκκλησιαστικό περιβάλλον, η βυζαντινή παράδοση και η ιδέα αναγέννησης της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Κέντρο των επαναστατικών ζυμώσεων είναι η Πίζα, στο μεγάλο Δουκάτο της Τοσκάνης, όπου η ελληνική παρουσία, σε υψηλό πνευματικό επίπεδο και με τους έλληνες σπουδαστές του πανεπιστημίου ως πυρήνα, είχε ουσιαστικά δημιουργήσει μια κυψέλη ριζοσπαστικών ιδεών σε εξέλιξη. Ο Στάθης Μπίρταχας Επίκουρος καθηγητής του ΑΠΘ ανέπτυξε τους όρους δημιουργίας του κύκλου αυτού και κυρίως, την πολιτική ταυτότητα των προσώπων που αποτελούσαν τον Κύκλο, την ιδεολογία και τις στρατηγικές τους. Ας μην ξεχνάμε ότι η Πίζα ήταν εκείνη που ουσιαστικά έδωσε την πολιτική γραμμή στον Αγώνα αλλά και πρόσωπα του βάρους ενός Μαυροκορδάτου.

Σε στενή σχέση με τον Κύκλο της Πίζας τελούσε η ελληνική κοινότητα του Λιβόρνου, σταυροδρόμι χρήματος, ιδεών και ανθρώπων. Η διευθύντρια Ερευνών Δέσποινα Βλάμη εξέτασε τη συμβολή της ελληνικής κοινότητας του Λιβόρνου στην Επανάσταση εκκινώντας από τη μελέτη της λειτουργίας της παροικίας τρία θεσμικά επίπεδα: τη Συναδελφότητα, την κοινότητα και την εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Η διαμόρφωση της ταυτότητας των μελών της κοινότητας συμπορεύτηκε φυσικά με τη συνειδητή επιλογή έμπρακτης συμβολής στην υπόθεση της επανάστασης: το αίσθημα της κοινής καταγωγής, η γλώσσα και η γεωγραφική προέλευση υπαγόρευσαν δράσεις για τη διατήρηση του αισθήματος ταυτότητας στους νεότερους, τη χρηματοδότηση φιλελεύθερων εκδόσεων, την τόνωση του φιλελληνικού πνεύματος.


Ανασυγκρότηση

Οι ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και του φιλελευθερισμού διακινούνταν και μέσω διαμόρφωσης μιας επαγγελματικής ταυτότητας που απαιτούσε ισχυρή συνοχή από τα μέλη της. Ο καθηγητής του Ιονίου Πανεπιστημίου Χρήστος Ζαμπακόλας παρουσίασε τις βασικές παραμέτρους μιας σημαντικής επαγγελματικής συντεχνίας που έδρασε κυρίως στη Βενετία το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι περιορίστηκε στις αγορές της, εκείνη των καποτάδων –των κατασκευαστών και εμπόρων μάλλινων καπότων, προερχόμενων κυρίως από την Ήπειρο. Παρακολουθώντας έναν σημαντικό εκπρόσωπο της συντεχνίας, τον Γεώργιο Τουρτούρη, ανασυγκρότησε τα δίκτυα, τις ιδεολογικές αναζητήσεις και τις στρατηγικές των προσώπων που υπερέβαιναν την επαγγελματική τους λειτουργία συμμετέχοντας, εν τέλει, στη διαμόρφωση των όρων δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους.

Η Κατερίνα Κορρέ διδάσκουσα του Πανεπιστημίου Κρήτης παρουσίασε τα τεκμήρια δυναμικής παρέμβασης της Αδελφότητας στην κατεύθυνση της προστασίας Κυπρίων αδελφών που συμπεριλαμβάνονταν στους προγραμμένους, στο πλαίσιο των αντιποίνων για την προετοιμασία εξέγερσης στη μεγαλόνησο, το καλοκαίρι του 1821 και μάλιστα συνδυάζοντας βενετικές και οθωμανικές πηγές.

Η Καλαβρία, το κέντρο ζυμώσεων, ο Κύκλος της Πίζας και το μεγάλο Δουκάτο της Τοσκάνης, το Λιβόρνο ως σταυροδρόμι ιδεών, η δράση της επαγγελματικής συντεχνίας των καποτάδων, το φιλελληνικό κίνημα στην Οδησσό και την Τεργέστη, οι παραδουνάβιες ηγεμονίες

Το συνέδριο ασχολήθηκε με τις ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης. Μαζί με τη Βενετία, η Οδησσός και η Τεργέστη ηγούνται στο φιλελληνικό κίνημα, τις διαστάσεις του οποίου ανέπτυξε ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης καθηγητής του ΑΠΘ Ένα φιλελληνικό κίνημα ιδιαίτερα δυναμικό, που συμμετείχε ενεργά στον αγώνα, μέτρησε απώλειες και ενίοτε συγκρούστηκε με τον Κύκλο της Πίζας, στη διαδικασία ανάπτυξης του ιδεολογικού καλειδοσκοπίου της Επανάστασης. Ο κ. Μιχαηλίδης υπέδειξε προς την κατεύθυνση μελέτης της προξενικής αλληλογραφίας των ρωσικών αρχών, προκειμένου να διευκρινιστεί καλύτερα το σχήμα του υπόδουλου ελληνισμού, του παροικιακού ελληνισμού, των ιδεολογικών ζυμώσεων στον ιόνιο χώρο και στους φιλελληνικούς κύκλους.

Ας μην ξεχνάμε ότι στην ευαίσθητη, γεμάτη από ελληνικό πληθυσμό Οδησσό, στο Ταγκαρόγκ και στο Κισνόβιο έχουν δημιουργηθεί πυρήνες για την ενίσχυση του αγώνα της ανεξαρτησίας, τους οποίους περιέγραψε γλαφυρά ο Διονύσιος Βαλαής καθηγητής ΑΠΘ και οι οποίοι συντονίζονται με τα γεγονότα στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο.

Ορθόδοξη παράμετρος

Στην ίδια παράλληλο, ο Ιωάννης Μπάκας αναπληρωτής καθηγητής του ΑΠΘ ασχολήθηκε με την ελληνική παρουσία στην Ταυρική, τονίζοντας περισσότερο την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράμετρο ως προς τη διαμόρφωση των πολιτικοκοινωνικών συσχετισμών. Στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον κατεξοχήν χώρο ανάπτυξης της ελληνικής παρουσίας, που έλαβε τις μέγιστες δυνατές ιστορικές διαστάσεις και του οποίου η μελέτη έχει ήδη δώσει σημαντικούς καρπούς: τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Χώρος ηγεμονικός για τη ελληνική παρουσία, ιδίως του κωνσταντινοπολίτικου ελληνισμού, δημιούργησε εκείνες τις συνθήκες για το ξέσπασμα της Επανάστασης, το οποίο όμως απέτυχε στο επίπεδο των συνεργειών με τον τοπικό πληθυσμό.

Μολδοβλαχία

Ο Αθανάσιος Καραθανάσης ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ παρουσίασε το σύμπαν των ελληνικών κοινοτήτων της Μολδοβλαχίας, σε σχέση όμως με τον τοπικό παράγοντα, εξηγώντας την απώλεια στήριξης προς τον Υψηλάντη και την αποτυχία της αρχικής επανάστασης στις περιοχές εκείνες.

Ο κύκλος του λόγου για τις ελληνικές κοινότητες στην Ανατολική εσχατιά της Ευρώπης ολοκληρώθηκε με την εισήγηση του Χαράλαμπου Μηνάογλου, διδάκτορ νεότερης ιστορίας που μίλησε για τον Καποδίστρια και τον κύκλο του. Τα πρόσωπα αυτά ανέλαβαν το έργο της κατασκευής ενός αφηγήματος γα την επανάσταση, πολύ σημαντικού, ακριβώς επειδή θα καθιστούσε το ελληνικό ζήτημα ανεκτό από την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή και συγκυρία.

Σημείο αναφοράς

Οικονομικό κέντρο της Ευρώπης και, φυσικά, η σημαντικότερη ελληνική παροικία από το τέλος του 18ου αιώνα και μετά, η Βιέννη, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την Επανάσταση. Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Βιέννης Μαρία Στασινοπούλου ασχολήθηκε, με το ευρύτερο πλαίσιο δράσης αλλά ακολουθώντας τα βήματα του Μιχαήλου Περδικάρη, υποδιδάσκαλου στο Βουκουρέστι και μετά στη Βιέννη, που μας έφεραν κοντά, αφενός στην «επαναστατική» εκδοτική δραστηριότητα και αφετέρου σε απόψεις που αντιτίθετο στην ανάπτυξη της συγκεκριμένης πολιτικής δράσης. Συνεχίζοντας την προβληματική της σημαντικότατης Βιέννης, η καθηγήτρια ΕΚΠΑ Βάσω Σειρηνίδου πρόσφερε μια βαθιά ανάλυση των όψεων μιας διφορούμενης σχέσης, εκείνης του εμπορίου με την επανάσταση. Έχοντας κατά νου μια κοινωνιολογική προσέγγιση της επαναστατικής διαδικασίας, εξέτασε τις αναφορές των μελών της παροικίας στις «πατρίδες», τον επαγγελματικό αυτοπροσδιορισμό και την επίδραση των παραδοχών αυτών στην ατομική και συλλογική ταυτότητα. Εντόπισε, τέλος, το γεγονός της επαναστατικής εκκίνησης στη σύσταση της Φιλομούσου Εταιρείας στη Βιέννη. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι η συμπόρευση, στο ζήτημα της επανάστασης, αργά ή γρήγορα – και πριν ακόμα από το 1821 – γίνεται ζήτημα προσωπικής ταυτότητας, ανεξάρτητα ίσως και από αυτή καθαυτή την προέλευση. Τέλος, ο Ιωάννης Παναγιωτόπουλος οδήγησε τα βήματά στους φυγάδες της Κωνσταντινούπολης μετά το ξέσπασμα του Αγώνα, στις προσωπικές συνέπειες που είχε η συμμετοχή σε αυτόν για πρόσωπα όπως ο Κωνσταντίνος Οικονόμου του εξ Οικονόμων αλλά, κυρίως, στη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου μπροστά σε ένα αιώνα αναμφισβήτητων αλλαγών, που ξεπερνούσαν τον παραδοσιακό του ρόλο.

Ο τρόπος οργάνωσης και οι διαφοροποιήσεις

Μέσα από τις παραπάνω εισηγήσεις αναλύθηκαν η οργάνωση των κοινοτήτων της διασποράς και η σχέση τους με τον υπόδουλο Ελληνισμό. Παρουσιάστηκαν οι αντιθέσεις μεταξύ των μελών τους, οι απόψεις τους για την έναρξη της επανάστασης, που στην περίπτωση που δεν ήταν θετικές, δεν είχαν να κάνουν με το γεγονός της ανεξαρτησίας, αλλά με τον χρόνο και το τόπο της. Κατατέθηκαν και οι απόψεις νεότερων και σύγχρονων ελλήνων και ξένων ιστορικών και ερευνητών, οι οποίες προσδίδουν διαφορετικά κίνητρα στην έναρξη της επανάστασης.


Διαπιστώθηκε ότι οι έμποροι και οι λόγιοι αποτέλεσαν τη μεγάλη μάζα τους, ενώ διαπιστώθηκε μία διαφοροποίηση μεταξύ των παροικιών της Ευρώπης και της Ρωσίας, όπου πολλοί υπηρέτησαν ως στρατιώτες, αξιωματούχοι και διπλωμάτες, σε πολλές περιπτώσεις σε αμιγώς ελληνικό στράτευμα.

Εξετάστηκαν οι λόγοι για τους οποίους άλλες κοινότητες ενίσχυσαν περισσότερο και άλλες λιγότερο τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι λόγοι ήταν οικονομικοί, προσωπικοί, και φυσικά είχαν να κάνουν με την πολιτική των κυβερνήσεων στις οποίες ήταν εγκατεστημένοι. Η σχέση των παροικιών με την πατρίδα είχε να κάνει αρχικά με την ενίσχυση των τόπων καταγωγής των μελών της, ιδέα που σταδιακά μετατράπηκε σε ενίσχυση και στήριξη της Ελλάδας, μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους.


Το θέμα είναι όμως ότι οι κοινότητες και της διασποράς στήριξαν τον αγώνα των υποδούλων Ελλήνων ποικιλότροπα: οικονομικά, πολιτικά, πολιτιστικά, με την αποστολή εφοδίων και εθελοντών – με κάθε δυνατό τρόπο. Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι Έλληνες όπου δημιουργούσαν παροικίες, πρώτα οικοδομούσαν το ναό και το σχολείο τους και γύρω από αυτά οργάνωναν τη θρησκευτική και κοινωνική τους ζωή. Ακόμη και τα ονόματα που αφιέρωναν τους ναούς τους είχαν τη σημασία τους. Παράλληλα, καλούσαν νέους Έλληνες από την οθωμανική αυτοκρατορία να σπουδάσουν. Ανέπτυξαν την παιδεία και καλούσαν έγκριτους διδασκάλους να διδάξουν σε αυτά. Ακόμη εξέδωσαν εφημερίδες, βιβλία και έκαναν γνωστό τον αγώνα των συμπατριωτών τους, παρουσιάζοντάς τον ως ένα αγώνα υπόδουλων χριστιανών, εναντίον των μουσουλμάνων κατακτητών.

_________

Σοφία Χατζή
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ 14.07.2021

Δεν υπάρχουν σχόλια: