Ούτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους Κώνσταντος, του πατρός μεν Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου, εγγόνου δε όντος Ηρακλείου, εν έτει χογ’ [673]. Επειδή δε ετιμήθη από τους βασιλείς με μεγάλας τιμάς, και εφάνη ικανός εις τας πολιτικάς διοικήσεις, τόσον δια την σοφίαν και λόγον του, όσον και δια τον τρόπον και αγαθήν του προαίρεσιν, μάλιστα δε δια την σύνεσιν, οπού είχεν εκ της πολυκαιρίας εις το να συμβουλεύη καλώς τα πρακτέα. Δια ταύτα λέγω, πάντα, ανεβιβάσθη εις το αξίωμα του πρωτοασηκρήτου, και έγινε συγκοινωνός εις τας βουλάς των βασιλέων. Επειδή δε η πονηρά και αιρετική δόξα των μίαν θέλησιν επί Χριστού φρονούντων ανοήτως και δυσσεβώς, τω τότε καιρώ επεκράτει, οι οποίοι, δια της αιρέσεως ταύτης αναιρούσαν τας δύω φύσεις του Χριστού, δια τούτο επροτίθεντο εις τα παζάρια και εις τας Εκκλησίας διατάγματα και ορισμοί βασιλικοί, οίτινες εδεφένδευον και εστερέοναν την αίρεσιν ταύτην.
Τότε λοιπόν ο φερωνύμως μέγιστος ούτος Μάξιμος (Μάξιμος γαρ λατινικά θέλει να ειπή μέγιστος) δεν υπέφερε να συγκοινωνή με την δυσσέβειαν των δυσσεβών. Όθεν αφήσας τας βασιλικάς τιμάς, και τας κοσμικάς εξουσίας, επροτίμησε καλλίτερα να ήναι παρερριμμένος εις τον οίκον του Θεού, παρά να κατοική εις τα σκηνώματα των αμαρτωλών, ως λέγει ο Δαβίδ. Και πηγαίνωντας εις το Μοναστήριον το ευρισκόμενον εις την Χρυσόπολιν, ήτοι εις το νυν λεγόμενον Σκούταρι, εκούρευσε τα μαλλία της κεφαλής, και έγινε Μοναχός. Ύστερον δε έγινε και Ηγούμενος του ιδίου Μοναστηρίου.Έπειτα πυρποληθείς από τον θεϊκόν ζήλον, πηγαίνει
εις την παλαιάν Ρώμην, και πείθει τον μακαριώτατον Πάπαν Μαρτίνον, να αθροίση
τοπικήν Σύνοδον, και να αναθεματίση τους αρχηγούς των Μονοθελητών. Ου μόνον δε
τούτο το γενναίον έργον εποίησεν ο τρισόλβιος, αλλά και λόγους και επιστολάς
συνέγραψεν, ελέγχων τους ούτω φρονούντας αιρετικούς, και βεβαιόνωντας με
συλλογιστικάς αποδείξεις, και με γραφικάς μαρτυρίας, την ακρίβειαν της
Ορθοδόξου ημών πίστεως, τα οποία έστειλεν εις διάφορα μέρη και Εκκλησίας της
οικουμένης.
Όταν δε εγύρισεν από την Ρώμην εις
Κωνσταντινούπολιν, ως υπεύθυνος κατακρίνεται ομού με τους δύω μαθητάς του
Αναστασίους καλουμένους, από την βασιλικήν σύγκλητον των αρχόντων, η οποία
εσυμφώνει εις την αίρεσιν του βασιλέως. Όθεν επειδή ο Άγιος έβλεπεν, ότι όλοι
επείθοντο εις το φρόνημα του βασιλέως, δια τούτο, όχι μόνον αυτός αντιστάθη εις
αυτούς, αλλά και τους άλλους εκίνησε δια να τους αντισταθούν, πείθωντας αυτούς
να φρονούν τα εναντίον των Μονοθελητών, δια μέσου των σοφών του επιστολών. Δια
ταύτα λοιπόν πέμπεται εξόριστος εις μίαν φυλακήν κατά το μέρος της Θράκης.
Επειδή δε επέμενεν εις την Ορθοδοξίαν της πίστεως, τούτου χάριν έκοψαν την
χείρα και την γλώσσαν του. Και από εκεί τον έπεμψαν εξόριστον εις την των Λαζών
χώραν, και εκεί μένωντας τρεις χρόνους, και μόνος του υπηρετών εις τας εδικάς
του χρείας, έγινε πλήρης ημερών. Ολίγον δε ασθενήσας, ανεπαύθη εν Κυρίω, και
ενταφιάσθη εις το εκεί Μοναστήριον του Αγίου Αρσενίου, ενεργώντας καθ’ εκάστην
ημέραν πολλά θαυμάσια.
Λέγουσι δε, ότι και αφ’ ου έκοψαν την ιεράν
γλώσσαν του, απεκατεστάθη πάλιν αυτή παρά Θεού υγιής, ως το πρότερον. Όθεν και
ελάλει τρανώς και καθαρώς με αυτήν, έως ήτον εις την παρούσαν ζωήν. Από τους
δύω δε μαθητάς του τους ονομαζομένους Αναστασίους, του μεν μεγαλιτέρου κατά την
ηλικίαν Αναστασίου, έκοψαν την γλώσσαν και την χείρα, παρομοίως ως και του
διδασκάλου του, και εξώρισαν αυτόν εις μακρινόν τόπον. Ο δε νεώτερος Αναστάσιος
επέμφθη και αυτός εξόριστος εις ένα κάστρον της Θράκης, και εκεί τελειώσας την
ζωήν, ανεπαύθη εν Κυρίω.
Άγιος Νικόδημος
Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου