Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: Οι Πέντε Θεολογικοί
Λόγοι και η συμβολή του στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381)
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Στις 25 Ιανουαρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη
μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ενός
από τους τρεις Μεγάλους Ιεράρχες και κορυφαίου Πατέρα του 4ου αιώνα. Η
θεολογική του παρακαταθήκη συνδέεται άμεσα με την αποσαφήνιση της Τριαδικής
πίστεως σε περίοδο έντονων δογματικών συγκρούσεων: αφενός με τους περίφημους
Πέντε Θεολογικούς Λόγους, αφετέρου με τον ρόλο του στα γεγονότα που οδήγησαν
στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κωνσταντινούπολη, 381). Αν και η αρχιεπισκοπική του
διακονία σημαδεύτηκε από αντιπαραθέσεις και τελικά από παραίτηση, η συμβολή του
στην Τριαδολογία και την εκκλησιαστική συνείδηση υπήρξε καθοριστική.
Η αξία και η σημασία των Πέντε Θεολογικών Λόγων
(Λόγοι 27–31)
Οι Πέντε Θεολογικοί Λόγοι (Orationes 27–31) εκφωνήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, πιθανότατα κατά την περίοδο 379–381, στο πλαίσιο της ποιμαντικής και δογματικής προσπάθειας του Γρηγορίου να ενισχύσει την ορθόδοξη πίστη σε περιβάλλον όπου επικρατούσαν διάφορες αρειανίζουσες κατευθύνσεις, καθώς και ο ευνομιανισμός (ο οποίος προέβαλλε ότι η ουσία του Θεού είναι πλήρως γνωστή και οριστέα με ανθρώπινη λογική, και ότι ο Υιός είναι κατώτερος/ανόμοιος προς τον Πατέρα).
Κεντρικό τους χαρακτηριστικό είναι η συνδυασμένη
χρήση βιβλικής ερμηνείας, φιλοσοφικής ορολογίας και ρητορικής τέχνης. Ο
Γρηγόριος υπερασπίζεται την πίστη της Εκκλησίας με τρόπο που επιδιώκει ακρίβεια
χωρίς να εξαντλεί το μυστήριο: η θεολογία δεν είναι αμιγώς διανοητική
κατάκτηση, αλλά λόγος που προϋποθέτει καθαρότητα ζωής, ταπείνωση και
εκκλησιαστικό φρόνημα.
Στο Τριαδολογικό επίπεδο, ο Γρηγόριος διατυπώνει
με ιδιαίτερη σαφήνεια τη διάκριση μεταξύ οὐσίας/φύσεως και ὑποστάσεων/Προσώπων:
μία θεία οὐσία και τρεις ὑποστάσεις, χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση. Έτσι
αποφεύγονται τόσο ο τριθεϊσμός (ως διάσπαση της θεότητας) όσο και ο
σαβελλιανισμός (ως κατάργηση της πραγματικής διάκρισης Πατρός, Υιού και
Πνεύματος). Παράλληλα, στους λόγους του διακρίνεται η σταθερή προσήλωση στην
ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα, όπως αυτή κατοχυρώθηκε ήδη στη Νίκαια
(325), αλλά και η συστηματική θεμελίωση της θεότητας του Αγίου Πνεύματος, με
βιβλικές μαρτυρίες και θεολογικά επιχειρήματα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο Γρηγόριος αποφεύγει
τόσο τη ρηχή συνθηματολογία όσο και τον άτεγκτο σχολαστικισμό. Η γλώσσα του
είναι συχνά ποιητική, όμως υπηρετεί δογματικό σκοπό: να φανερώσει ότι ο Θεός
είναι αληθινά γνωστός ως πρόσωπο και κοινωνία, χωρίς να γίνεται αντικείμενο
«περιγραφής» με τρόπο που καταργεί τη θεία υπερβατικότητα. Αυτός ο συνδυασμός
ακρίβειας και βιωματικού ύφους καθιστά τους Θεολογικούς Λόγους θεμελιώδες
κείμενο της ορθόδοξης Τριαδολογίας και σημείο αναφοράς για μεταγενέστερους Πατέρες.
Η συμβολή του στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381)
Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην
Κωνσταντινούπολη το 381 από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄, με στόχο την
αποκατάσταση της εκκλησιαστικής ενότητας και την αντιμετώπιση των δογματικών
διαιρέσεων που παρέμεναν μετά τη Νίκαια. Ο Γρηγόριος, ως Αρχιεπίσκοπος
Κωνσταντινουπόλεως, βρέθηκε στο επίκεντρο των γεγονότων και για ένα διάστημα
προήδρευσε στις εργασίες της Συνόδου.
Εδώ χρειάζεται προσεκτική διατύπωση: συχνά
αποδίδεται στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο η «ολοκλήρωση» του Συμβόλου της
Πίστεως, όμως ιστορικά ακριβέστερο είναι ότι η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος (381)
επικύρωσε και παγίωσε την Τριαδική ομολογία της Εκκλησίας στη μορφή που
συνδέθηκε με το λεγόμενο Σύμβολο «Νικαίας–Κωνσταντινουπόλεως». Η συμβολή του
Γρηγορίου του Θεολόγου δεν πρέπει να συγχέεται με τη συμβολή άλλων Πατέρων που
συμμετείχαν επίσης στη Σύνοδο, όπως ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Ο Αρχιεπίσκοπος
Κωνσταντινουπόλεως συνέβαλε κυρίως θεολογικά και ποιμαντικά: με τους
Θεολογικούς Λόγους και τη δράση του στην Κωνσταντινούπολη προετοίμασε το
εκκλησιαστικό έδαφος για την καθαρή ομολογία της θεότητας του Υιού και του
Αγίου Πνεύματος, ενώ κατά τις εργασίες της Συνόδου είχε ρόλο πρωταγωνιστικό σε
επίπεδο εκκλησιαστικής καθοδήγησης (και για ένα διάστημα προεδρίας), πριν
παραιτηθεί για λόγους κανονικής και εκκλησιαστικής ειρήνης. Με άλλα λόγια, η
επίδρασή του αποτυπώνεται περισσότερο στη διαμόρφωση του θεολογικού κριτηρίου και
του κλίματος της Συνόδου παρά σε μια απλή και άμεση απόδοση της συντακτικής
διατύπωσης συγκεκριμένων άρθρων του Συμβόλου.
Παράλληλα, η Σύνοδος υπήρξε και πεδίο
κανονικών-εκκλησιολογικών τριβών. Η εκλογή και η μετάθεση του Γρηγορίου στον
θρόνο Κωνσταντινουπόλεως αμφισβητήθηκαν από μερίδα επισκόπων, ιδίως λόγω της
κανονικής ευαισθησίας περί μεταθέσεων επισκόπων από μία έδρα σε άλλη. Μέσα σε
αυτό το κλίμα, ο Γρηγόριος επέλεξε την παραίτηση, πράξη που ο ίδιος ερμήνευσε
ως θυσιαστική παραχώρηση για χάρη της ειρήνης της Εκκλησίας. Παρότι αποχώρησε,
η δογματική κατεύθυνση που υπερασπίστηκε επιβεβαιώθηκε: η Τριαδική πίστη
διατυπώθηκε με τρόπο που απέκλειε τις αρειανίζουσες εκδοχές και ενίσχυε τη
συνοχή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας.
***
Saint Gregory
the Theologian: The Five Theological Orations and His Contribution to the
Second Ecumenical Council (381)
On January 25,
the Orthodox Church honors the memory of Saint Gregory the Theologian,
Archbishop of Constantinople, one of the Three Holy Hierarchs and a leading
Father of the fourth century. His theological legacy is directly connected with
the clarification of Trinitarian faith during a period of intense doctrinal
conflict: on the one hand through the celebrated Five Theological Orations, and
on the other through his role in the events that led to the Second Ecumenical
Council (Constantinople, 381). Although his archiepiscopal ministry was marked
by disputes and ultimately by resignation, his contribution to Trinitarian
theology and to the Church’s consciousness proved decisive.
The Value and
Significance of the Five Theological Orations (Orations 27–31)
The Five
Theological Orations (Orationes 27–31) were delivered in Constantinople,
probably in the period 379–381, within the context of Gregory’s pastoral and
doctrinal effort to strengthen Orthodox faith in an environment where various
Arianizing tendencies prevailed, along with Eunomianism (which maintained that
God’s essence is fully knowable and definable by human reason, and that the Son
is inferior/unlike the Father).
Their central
characteristic is the combined use of biblical exegesis, philosophical
terminology, and rhetorical artistry. Gregory defends the faith of the Church
in a manner that seeks precision without exhausting the mystery: theology is
not merely an intellectual achievement, but a discourse that presupposes purity
of life, humility, and an ecclesial mindset.
On the level of
Trinitarian doctrine, Gregory formulates with particular clarity the
distinction between ousia/physis (essence/nature) and hypostases/persons: one
divine ousia and three hypostases, without confusion and without division. In
this way both tritheism (as a fragmentation of the Godhead) and Sabellianism
(as the abolition of the real distinction of Father, Son, and Spirit) are
avoided. At the same time, his orations display a firm commitment to the
consubstantiality (homoousios) of the Son with the Father, as already affirmed
at Nicaea (325), as well as a systematic grounding of the divinity of the Holy
Spirit through biblical testimony and theological argument.
Of special
importance is the fact that Gregory avoids both shallow sloganizing and rigid
scholasticism. His language is often poetic, yet it serves a dogmatic purpose:
to show that God is truly known as person and communion, without becoming an
object of “description” in a way that abolishes divine transcendence. This
combination of precision and experiential tone makes the Theological Orations a
foundational text of Orthodox Trinitarian theology and a point of reference for
later Fathers.
His
Contribution to the Second Ecumenical Council (381)
The Second
Ecumenical Council was convened in Constantinople in 381 by Emperor Theodosius
I, with the aim of restoring ecclesial unity and addressing doctrinal divisions
that persisted after Nicaea. Gregory, as Archbishop of Constantinople, stood at
the center of events and for a period presided over the Council’s proceedings.
Here careful
wording is required: Saint Gregory the Theologian is often credited with
“completing” the Creed, yet historically it is more accurate to say that the
Second Ecumenical Council (381) ratified and consolidated the Church’s
Trinitarian confession in the form associated with the so-called
Nicene–Constantinopolitan Creed. Gregory the Theologian’s contribution should
not be confused with that of other Fathers who also participated in the
Council, such as Saint Gregory of Nyssa. The Archbishop of Constantinople
contributed primarily in theological and pastoral terms: through the
Theological Orations and his ministry in Constantinople he prepared the
ecclesial ground for the clear confession of the divinity of the Son and of the
Holy Spirit; and during the Council he played a leading role in ecclesial
guidance (including, for a time, the presidency), before resigning for reasons
of canonical order and ecclesial peace. In other words, his influence is
reflected more in shaping the Council’s theological criterion and atmosphere
than in a simple, direct attribution of the final wording of specific articles
of the Creed.
At the same
time, the Council also became a setting for canonical and ecclesiological
tensions. Gregory’s election and transfer to the see of Constantinople were
contested by a group of bishops, especially because of canonical sensitivity
concerning the transfer of bishops from one see to another. Within this
climate, Gregory chose resignation—an act he understood as a sacrificial
concession for the sake of the Church’s peace. Even though he departed, the
doctrinal direction he defended was confirmed: Trinitarian faith was
articulated in a way that excluded Arianizing versions and strengthened the
coherence of ecclesial teaching.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου