Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μάνος Χατζιδάκις συνομιλεί με τον Akylas

— Παιδί μου, τι σημαίνει «φέρτο»;
Ο Akylas δεν ξαφνιάζεται από την ερώτηση, αλλά από τη βαρύτητα της φωνής.

— Να το πάρεις. Να το διεκδικήσεις. Να μη φοβηθείς να το ζητήσεις.
— Και τι είναι αυτό το «το»;
— Ό,τι σου έλειψε. Ό,τι δεν είχες. Ό,τι κοίταζες από μακριά.

Ο Χατζιδάκις κάθεται απέναντί του. Σκύβει ελαφρά μπροστά.
— Δηλαδή τη ζωή;
— Ναι… και τα πράγματα της.

Μια μικρή σιωπή. Όχι δύσκολη. Εξεταστική.
— Ξέρεις, κι εμείς ζητούσαμε κάποτε. Αλλά δεν το λέγαμε έτσι. Δεν λέγαμε «φέρ’ το». Περιμέναμε να έρθει. Να μας διαλέξει.
— Τώρα δεν περιμένει κανείς, κύριε Μάνο. Τώρα αν δεν φωνάξεις, δεν υπάρχεις.

Ο Χατζιδάκις τον κοιτάζει με προσοχή.
— Και νομίζεις πως η φωνή είναι το ίδιο με την ύπαρξη;
— Όχι. Αλλά είναι το εισιτήριο.
— Εισιτήριο για πού;
— Για να σε δουν. Για να σε ακούσουν. Για να σε θυμούνται.

Ο Χατζιδάκις χαμογελάει σχεδόν ανεπαίσθητα.
— Κι αν σε δουν χωρίς να σε ακούσουν;

Ο Akylas διστάζει.
— Αυτό γίνεται συνέχεια.
— Κι αν σε ακούσουν χωρίς να σε καταλάβουν;
— Αυτό γίνεται ακόμη πιο συχνά.
— Τότε, παιδί μου, σε τι ακριβώς πιστεύεις;

Η ερώτηση αιωρείται. Δεν είναι επίθεση. Είναι δοκιμασία.
— Πιστεύω ότι κάποιος, κάπου, θα καταλάβει. Έστω ένας.
— Αυτό είναι ήδη μουσική, ξέρεις.
Σιωπή.
— Δούλεψες σε κουζίνες;
— Ναι.
— Τραγούδησες σε καράβια;
— Ναι.
— Εκεί έμαθες τον ρυθμό. Όχι της μουσικής. Της ανάγκης.

Ο Akylas χαμηλώνει λίγο το βλέμμα.
— Εκεί έμαθα να αντέχω.
— Όχι. Εκεί έμαθες να ζητάς.
— Είναι κακό;
— Όχι. Είναι επικίνδυνο.
— Γιατί;
— Γιατί αν μάθεις να ζητάς συνέχεια, ξεχνάς πώς είναι να περιμένεις.

Ο Akylas σκέφτεται.
— Εσείς περιμένατε;
— Περιμέναμε. Και φοβόμασταν ότι δεν θα έρθει ποτέ.
— Και ήρθε;
— Μερικές φορές. Κι άλλες φορές το φτιάξαμε μόνοι μας.
— Δηλαδή;
— Δηλαδή κάναμε τραγούδια για πράγματα που δεν υπήρχαν ακόμη.
— Εγώ κάνω τραγούδια για πράγματα που θέλω να υπάρξουν.

Ο Χατζιδάκις τον κοιτάζει τώρα πιο έντονα.
— Αυτό είναι ήδη μια διαφορά εποχής.
— Κακή διαφορά;
— Όχι. Αλλά βαθιά.

Σκύβει λίγο προς το μέρος του.
— Το τραγούδι σου, λένε, μιλά για την απληστία.
— Μιλά για το να θέλεις.
— Όχι, παιδί μου. Μιλά για το κενό.

Ο Akylas σηκώνει το κεφάλι.
— Όταν λες «φέρ’ το», δεν ζητάς τα πράγματα. Ζητάς να μην ξαναγυρίσεις ποτέ σε εκείνη τη στιγμή που δεν είχες τίποτα.

Ο Akylas δεν απαντά.
— Το παιδί μέσα σου τραγουδάει. Όχι ο άντρας.
— Και είναι κακό αυτό;
— Όχι. Είναι το μόνο που αξίζει.

Σιωπή ξανά. Πιο βαθιά τώρα.
— Εγώ νόμιζα ότι τραγουδάω για να κερδίσω.
— Όχι. Κερδίζεις επειδή τραγουδάς. Είναι τελείως διαφορετικό.
— Δεν το καταλαβαίνω πλήρως.
— Αν μια μέρα δεν σε χειροκροτήσει κανείς και συνεχίσεις, τότε θα έχεις γίνει τραγουδιστής.

Ο Akylas ανασαίνει βαριά.
— Και αν μια μέρα σταματήσουν να με θέλουν;
— Τότε θα αρχίσεις να θέλεις εσύ. Για πρώτη φορά.
— Δηλαδή;
— Θα ψάχνεις πάλι τη φωνή σου. Όχι το κοινό.
— Εσείς δεν φοβηθήκατε ποτέ ότι θα σας ξεχάσουν;

Ο Χατζιδάκις μένει σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα.
— Όχι. Φοβήθηκα κάτι χειρότερο.
— Τι;
— Ότι θα με θυμούνται για τους λάθος λόγους.

Ο Akylas χαμογελά αμήχανα.
— Σήμερα όλα γίνονται γρήγορα. Πολύ γρήγορα.
— Ναι. Και γι’ αυτό χάνονται γρήγορα.
— Εσείς θα γράφατε τραγούδι σήμερα;
— Θα προσπαθούσα να γράψω σιωπή.
— Σιωπή;
— Είναι το πιο σπάνιο πράγμα της εποχής σου.
— Δεν αντέχεται η σιωπή.
— Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται.

Μια υπόγεια ένταση διασχίζει τον χώρο. Δεν είναι σύγκρουση. Είναι δύο κόσμοι που κοιτάζονται.
— Το «φέρ’ το» είναι η κραυγή της γενιάς μου.
— Το ξέρω.
— Και δεν θέλω να το προδώσω.
— Μην το προδώσεις. Αλλά μάθε κάποτε να λες και «άστο».
— «Άστο»;
— Ναι.
— Γιατί;
— Γιατί ό,τι αξίζει πραγματικά… δεν φέρνεται.

Ο Akylas τον κοιτάζει.
— Τότε πώς έρχεται;
— Μόνο του. Και πάντα αργά.

Σηκώνεται ο Χατζιδάκις.
— Και ξέρεις κάτι τελευταίο;
— Τι;
— Μην πιστέψεις ποτέ ότι τραγουδάς για να σε αγαπήσουν.
— Και τότε γιατί τραγουδάμε;

Ο Χατζιδάκις στέκεται για μια στιγμή, σαν να διαλέγει λέξη από πολύ μακριά.
— Για να μην χαθούμε παιδί μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: