ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Ο … «ΛΑΘΕΜΕΝΟΣ» ΕΦΤΑ ΣΥΝ ΕΦΤΑ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ
«Αγάπην δε τον Θεόν είναι παρά της Αγίας
Γραφής μεμαθήκαμεν-«ο Θεός Αγάπη εστίν(είναι)»…-1Ιω.4,8.΄Αγιος Γρηγόριος
Νύσσης.
«Παν νόημα … είδωλον Θεού πλάττει», πάλι από
Γρηγόριο Νύσσης, που σημαίνει, είναι
πολύ-πολύ πιο πέρα ο Θεός από κάθε νόημα ή λέξη που θα πούμε γι Αυτόν
!
Πράγματα που δίνουν να καταλάβουμε
στοιχειωδώς μπρος σε ποιο ασύλληπτο
μυστήριο βρισκόμαστε. Μπρος σ’ αυτό και μ’ αυτές τις ορίζουσες στάθηκε και
ο αοίδιμος Καθηγητής Χρήστος Γιανναράς και θεολόγησε. Και.
«Η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης «διά χειρών της ημών Μετριότητος-Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος- «εν λατρευτική συνάξει η οποία, όπως υμείς γράφετε, «ανθρωπεύει τους αν-θρώπους» (Νεοελληνική ταυτότητα, σ. 217), τον ετίμησε απονέμοντας το αρχοντικόν οφφίκιον αυτής, «του Άρχοντος Μεγάλου Ρήτορος” !
Και συνεχίζων αιτιολόγησε τη Συνοδική Απόφαση μεταξύ
άλλων και με τα εξής αυτολεξεί. “Τιμώμεν, Εντιμολογιώτατε, την μεγάλην προσφοράν σας εις
την θεολογίαν, την φιλοσοφίαν, την παιδείαν και τον πολιτισμόν. Θαυμάζομεν
την πλουσιωτάτην συγγραφικήν παραγωγήν σας, η οποία περιλαμβάνει περί τας εξ
δεκάδας σπουδαίων βιβλίων. Αναγνωρίζομεν
την διαρκή και ευδόκιμον δημοσίαν μαρτυρίαν σας «περί της εν ημίν ελπίδος»,
τον γλαφυρόν λόγον του χαρισματικού ομιλητού και συζητητού, ο οποίος ήγγιζε και
εγγίζει τας χορδάς της ψυχής και της διανοίας αναριθμήτων ανθρώπων, ημετέρων και θύραθεν, νέων και εν
ηλικία, απλών και εν εξουσίαις, συνέβαλεν
εις την προβολήν των πνευματικών θησαυρών της Ορθοδόξου ημών παραδόσεως,
εβοήθησε τους πιστούς εις την συνάντησίν των με τον σύγχρονον κόσμον, την
κριτικήν αξιολόγησιν του πολιτισμού του και την εκτίμησιν των θετικών
προοπτικών του. Το έργον σας αποτελεί
πολύτιμον πνευματικήν παρακαταθήκην και διά τας επερχομένας γενεάς” …
“Διά την υμετέραν Εντιμολογιότητα, αγαπητέ
Άρχων, η θεολογία, εις την αυθεντικήν έκφρασίν της, είναι πάντοτε θεολογία της ελευθερίας. Η ελευθερία είναι σχέσις, είναι η υπέρβασις του «στεγανού ῾εγώ᾽»,
η προσκόλλησις εις το οποίον είναι η
κατ᾿ εξοχήν «ασθένεια προς θάνατον, δίχως ελπίδα Ανάστασης», όπως γράφετε (Η
ελευθερία του ήθους, 1970, σ. 211). «Η όντως ζωή ταυτίζεται με την κοινωνούμενη
ύπαρξη, την ελευθερία της αγάπης. Η
υπαρκτική γνησιότητα, ο κατ᾿ αλήθειαν τρόπος της υπάρξεως, είναι η ελεύθερη αγαπητική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά… Ό,τι είναι
αγάπη και ελευθερία από τις αναγκαιότητες της φυσικής ατομικότητας, είναι ζωή»
(Τα καθ᾿ εαυτόν, σ. 98-99). Είσθε ο εκφραστής και υπερασπιστής της Αληθείας ως
«κοινωνίας», του «πολιτισμού της σχέσης» (Το προνόμιο της απελπισίας, σ. 117)».
Κατορθώσατε
να διατυπώσετε εις σύγχρονον συναρπαστικήν γλώσσαν, και εν διαλόγω με την φιλοσοφίαν
και την επιστήμην, χωρίς εκατέρωθεν
μινιμαλισμούς, την αλήθειαν της εκκλησιαστικής εμπειρίας, όπως αυτή εβιώθη εις
την παράδοσιν της Ορθοδοξίας, ως μετοχή εις την «καινότητα» της ζωής, η οποία
δεν γνωρίζει φθοράν και θάνατον.
Είναι χαρακτηριστικόν ότι εντοπίζετε εις
την εκκλησιαστικήν λατρείαν την
πεμπτουσίαν της ορθοδόξου μαρτυρίας και την κινητήριον δύναμιν ενός
ενεργητικού ρόλου της Ορθοδοξίας εν τω συγχρόνω κόσμω. «Μόνο σωστή λατρεία, τίποτε άλλο, θα ήταν έκρηξη πολιτιστική…. Κορυφαία
ποιητικά μορφώματα της γλώσσας που «αι γενεαί πάσαι» των Ελλήνων τα μέλωσιν και
τα λειτουργούν. Αρχιτεκτονική, ζωγραφική, διάκοσμος, δραματουργία, μεταποιούν
σε πρόταση ζωής πάλη αιώνων φιλοσοφίας και δημιουργικής έμπνευσης – πρόταση
ζωής για κάθε άνθρωπο, οπουδήποτε της γης» (Αόριστη Ελλάδα, σ. 30-31).
Με οξυδέρκειαν και επί τη βάσει
θεολογικών κριτηρίων στηλιτεύετε την θρησκειοποίησιν του εκκλησιαστικού
γεγονότος. Όντως, όταν η Θεία Λειτουργία παύη να είναι «προσφορά και αναφορά
όλων των στοιχείων της κοσμικής σάρκας του βίου μας» εις τον Θεόν, και καθίσταται
«μία θρησκευτική τελετή που αφορά σε
συναισθήματα και όχι στη ζωή μας» (ο.π., σ. 101), τότε αλλοιώνεται η
ευχαριστιακή υπόστασις και ταυτότης της Εκκλησίας. Ορθώς υπογραμμίζετε ότι «η γνησιότητα ή η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού
γεγονότος κρίνεται στη διάσωση ή στην απώλεια της ενορίας» (Τα καθ᾿ εαυτόν,
σ. 94).
Ανεδείξατε διά των συγγραφών σας την κεντρικήν σημασίαν της ασκήσεως,
του «αθλήματος της ασκητικής αυτοπαραίτησης» εις την εκκλησιαστικήν ζωήν, της εκουσίας υποταγής του πιστού εις την
«καθολική πείρα και ζωή της Εκκλησίας» (Η ελευθερία του ήθους, β´ εκδ.
1989, σ. 141). Γράφετε: «Άσκηση για τους Ορθοδόξους δεν σημαίνει μιάν ατομική
γυμναστική της θέλησης, όπως για τον δυτικό πουριτανισμό, ούτε μια ιδεαλιστική
εξιδανίκευση της στέρησης, αλλά η άσκηση
είναι ένα εκκλησιαστικό γεγονός, κοινωνικό, μια μεταποίηση της ατομικής χρήσης
των υλικών αγαθών σε χρήση κοινωνίας, χρήση λειτουργική» (Κριτικές
Παρεμβάσεις, σ. 18-19).
Η χριστιανική άσκησις είναι «ευχαριστιακή», είναι «η προσπάθεια
επιστροφής στη σωστή χρήση του κόσμου, στην προσωπική σχέση με τον κόσμο»
(Η ελευθερία του ήθους, σ. 206). Όπως λίαν ευστόχως υπογραμμίζετε, «όσο προσωπικότερος γίνεται ο άνθρωπος στη
σχέση του με τον κόσμο, τόσο περισσότερο του αποκαλύπτεται ο προσωπικός λόγος
του κόσμου». Η φύσις φανερώνεται «ως προ-σωπική Ενέργεια του Θεού, σοφία
και δόξα του Θεού». (Το προνόμιο της απελπισίας, σ. 14-15). Εδώ ευρίσκεται και
ο λόγος της ενασχολήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το οικολογικόν πρόβλημα
και την αντιμετώπισιν των καταστροφικών διά το φυσικόν περιβάλλον συνεπειών του
ατομοκεντρισμού, του ευδαιμονισμού, του συγχρόνου οικονομισμού και της τεχνοκρατίας.
Η μέριμνα διά το περιβάλλον είναι συνέπεια και προέκτασις της Εκκλησιολογίας
και της Ορθοδόξου κοσμολογίας. Η εν
Χριστώ ελευθερία και αναφορικώς προς την δημιουργίαν, είναι σχέσις και όχι
κτήσις.
Ιδιαιτέρως εκτιμώμεν, Εντιμολογιώτατε,
όσα κατεθέσατε εν καιρώ περί του νοήματος της
οικουμενικότητος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία επεδοκίμαζε
και ο πνευματικός ημών Πατήρ, αοίδιμος Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων, ο οποίος έτρεφε μεγάλην εκτίμησιν διά το
έργον σας. Εχαρακτηρίσατε τον
εθνοφυλετισμόν ως «τη φοβερή αλλοτρίωση της συνειδήσεως της καθολικότητος της
Εκκλησίας» και εξήρατε το γεγονός ότι «η Κωνσταντινούπολη δεν ευνόησε ποτέ την
εθνικιστική στεγανοποίηση του Ελληνισμού και εκπροσώπησε ως το τέλος το δρόμο
της πνευματικής και πολιτι-στικής καθολικότητας» (Το προνόμιο της
απελπισίας, σ. 226-227)”.
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ο
Παναγιώτατος, ανέφερε ότι και ο ίδιος έχει μελετήσει τα συγγράμματα του τιμωμένου
Καθηγητού και Άρχοντος Οφικιαλίου του Οικουμενικού Θρόνου.
“Είσθε ο θεολόγος και φιλόσοφος του
προσώπου και της ελευθερίας. Ανεδείξατε,
ιστορικώς και συστηματικώς, την ταυτότητα και την αλήθειαν της καθ᾽ ημάς
παραδόσεως έναντι του δυτικού ατομοκεντρισμού και της αλλοτριωτικής
θρησκειοποιήσεως της εκκλησιαστικής ζωής. Τονίζετε
την ενότητα της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, το «αληθινά συναρπαστικό
φαινόμενο» ότι, «παρά τη διαφορετικότητα των ιστορικών αφορμών ή και της
φιλοσοφικής γλώσσας, οι οντολογικές ‘συνθέσεις’—των Καππαδοκών, του Μαξίμου του
Ομολογητή, του Γρηγορίου Παλαμά—συνιστούν σχολιασμό των πρώτων γραπτών
διατυπώσεων της εκκλησιαστικής εμπειρίας, σχολιασμό της Γραφής», και το ότι η ανυπέρβλητος βιβλική φράσις «ο
Θεός αγάπη εστί» (Α´ Ιωαν. δ´, 16) αποτελεί
«σύνοψη και επίκεντρο της οντολογικής προβληματικής των Ελλήνων Πατέρων»
(Τα καθ᾽ εαυτόν, σ. 109-110). Όλον σας το έργον επαληθεύει την εύγλωττον
διαπίστωσιν του Jacques Lacarrière, ότι διά το Γένος ημών η Ορθοδοξία είναι «το σπίτι μας». Και ημείς οι εν Φαναρίω,
φυλάσσομεν αυτόν τον ιερόν οίκον, τον τόπον και τον τρόπον του βίου της
πονεμένης Ρωμιοσύνης, τα «περασμένα» και
αξεπέραστα, εν ετέρα μορφή αεί παρόντα «μεγαλεία», που «διηγώντας τα να μην
κλαίς», όπως έλεγεν ο αείμνηστος Προκάτοχος ημών Οικουμενικός Πατριάρχης
Αθηναγόρας. Τα φυλάσσομεν και τα φρουρούμεν νυχθημερόν, ανυστάκτως,
παραμένοντες αμετακίνητοι εις την Βασιλεύουσαν, όπου είναι ταγμέ-νη να ζη εις
τους αιώνας η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία, α-φορώσα εις τον Ιδρυτήν Αυτής,
τον Αρχηγόν και Τελειωτήν της πίστεως ημών”.
Πάντα ταύτα κ. Τομάζος θεολόγος υποψήφιος
Διδάκτορας διαγράφει ρηματικά με ένα ολιγόλεπτο ηχητικό και του καταλογίζει
λάθη εφτά-όζοντα μάλιστα μεταξύ άλλων Αρειανισμό, Μονοθελητισμό … Και επανέρχεται
με ένα ακόμα και του καταλογίζει λάθη άλλα εφτά ! Και να μην επαναλάβω ότι ενυπόγραφα
σχολιαστής που δεν έχει διαβάσει
Γιανναρά, έχει διαβάσει αυτά ή άλλα του κ. Τ. που «δεν μπόρεσα να καταλάβω», αλλά
τον θεωρεί «άριστο θεολόγο», εύελπι ! Δεν καταλαβαίνουν ίσως ότι διαγράφουν έτσι
θεωρώντας σφάλλουσα εφτά συν εφτά και της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας
της Κωνσταντινούπολης τη Συνοδική Απόφαση
!
Αθανάσιος Κοτταδάκης

1 σχόλιο:
Η απονομή του οφφικίου του Αρχοντος δέν σημαίνει πάντοτε, ότι ο τιμώμενος έχει ορθές Θεολογικές απόψεις.
Αυτές κρίνονται συνολικά από όλο το σώμα της Εκκλησίας, το οποίο τις αποδέχεται ή τις απορρίπτει.
Είναι δυνατόν να αποδώσουμε σε έναν καθηγητή το Αλάθητο ;
Εξ άλλου Άρχοντες δέν ανακηρύσσονται μόνον καθηγητές, αλλά και Εφοπλιστές, Βιομήχανοι, Δημοσιογράφοι, ακόμη και Ιστολόγοι.
Όλοι αυτοί έχουν απόψεις αποδεκτές από την Εκκλησία ;
Απλώς ο Πατριάρχης θέλει να τους τιμήσει για κάποιους λόγους.
Δημοσίευση σχολίου