«Τὰ ὅπλα
τοῦ φωτός»
Μητροπολίτου
Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
«…Καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός» (Ῥωμ.
13,12)
Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα, τὸν ἀπόστολο
καὶ τὸ εὐαγγέλιο τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, τῆς Τυρινῆς. Ἂς ῥίξουμε μιὰ ματιὰ στὸν
ἀπόστολο (βλ. Ῥωμ. 13,11–14,4).
Ποιός ὁμιλεῖ; Τὸ «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πράξ. 9,15), ὁ «ἀπόστολος ἐθνῶν» (Ῥωμ.
11,13), ὁ κορυφαῖος Παῦλος. Καὶ τί λέει; Σαλπίζει· Στὰ ὅπλα! Ἔχουμε πόλεμο.
Πόλεμο ὄχι αὐτὸν ποὺ ξέρουμε ἀλλὰ πόλεμο ἀόρατο, ποὺ διεξάγεται μέσα στὴν
καρδιά. Ὅπως λέει ὁ Σαίξπηρ, ἡ καρδιὰ εἶνε τὸ πεδίο τῆς πιὸ σκληρῆς μάχης. Οἱ ἄλλες
μάχες εἶνε μικρές· ἐδῶ εἶνε ὁ μεγάλος ἀγώνας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἡ
σωτηρία ἢ ἡ ἀπώλεια. Μέσ᾿ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου παλεύουν δυὸ δυνάμεις· τὸ φῶς
καὶ τὸ σκοτάδι, ἡ μέρα καὶ ἡ νύχτα, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ διάβολος. Κ᾿ εἶνε ἀνάγκη νὰ
νικήσῃ ὁ Χριστός.
Γι᾿ αὐτὸ λέει ὁ ἀπόστολος, ὅτι πρέπει νὰ ὁπλιστοῦμε. Ὅπως οἱ στρατιῶτες ὡπλισμένοι
πολεμοῦν τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος, ἔτσι καὶ κάθε Χριστιανός. Εἶνε στρατιώτης. Ἐφ᾿
ὅσον βαπτίσθηκε «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου
Πνεύματος», εἶνε στρατιώτης τοῦ Κυρίου, ποὺ στρατεύεται κάτω ἀπὸ τὴν ἔνδοξη
σημαία τοῦ σταυροῦ.
Στὰ ὅπλα, λοιπόν! Κανείς ἄοπλος. Καὶ ποιά εἶνε τὰ ὅπλα; Θὰ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη
σας τὸν ἀπαραίτητο πνευματικό μας ὁπλισμό.
* * *
� Τὸ πρῶτο ὅπλο εἶνε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου
ποὺ ἑρμηνεύει τὴν ἁγία Γραφή. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶνε φῶς· «φῶς τὰ προστάγματά
σου ἐπὶ τῆς γῆς», λέει ὁ προφήτης (Ἠσ. 26,9). Τὸ φῶς αὐτὸ δείχνει τί εἶνε ἀρετὴ – τί εἶνε κακία. Φωτίζει νὰ δοῦμε τὴν
«στενὴν πύλην καὶ τεθλιμμένην ὁδόν» (Ματθ. 7,14), ποὺ πρέπει νὰ βαδίσουμε, τὸν
ἀνήφορο, τὸν Γολγοθᾶ· διότι ἔτσι εἶνε ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς
φέγγει νὰ δοῦμε, ὅτι πέρα ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες καὶ τὸν ὑλικὸ κόσμο ὑπάρχει
ἕνας πνευματικὸς κόσμος οὐράνιος καὶ ἀθάνατος. Μᾶς δείχνει, ὅτι ὑπάρχει
παράδεισος καὶ κόλασις.
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶνε ἕνας καθρέφτης, μέσα στὸν ὁποῖο μποροῦμε καθένας μας νὰ δῇ
τὸν ἑαυτό του. Ὅπως στὸν καθρέφτη βλέπουμε τὸ πρόσωπό μας καὶ εὐπρεπιζόμαστε,
κατὰ παρόμοιο τρόπο μὲ τὸν πνευματικὸ αὐτὸ καθρέφτη ἐλέγχουμε πόσο ἀπέχουμε ἀπὸ
τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος δὲν ἀκούει καὶ δὲν μελετᾷ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, νομίζει
ὅτι εἶνε ἐν τάξει, γι᾿ αὐτὸ ἀκοῦμε συχνά· «Δὲν ὑπάρχει καλύτερος ἀπὸ μένα»! Ἐκεῖνος
ποὺ καθρεφτίζεται στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ βλέπει τὴ διαφθορὰ τῆς καρδιᾶς του, ἀναστενάζει
καὶ λέει «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13).
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶνε ξίφος, σπαθί· εἶνε ἡ «μάχαιρα τοῦ Πνεύματος» ποὺ λέει ἀλλοῦ
ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφ. 6,17). Ὅποιος τὸν κατέχει, νικᾷ τοὺς δαίμονες. Γι᾿ αὐτὸ
πρέπει νὰ τὸν γνωρίζουμε. Πάρτε δυὸ Χριστιανούς, ἕναν ποὺ δὲν ἔχει ἐπαφὴ μὲ τὸ
λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἕναν ποὺ τὸν ἀκούει καὶ τὸν μελετᾷ τακτικά· θὰ δῆτε μεγάλη
διαφορὰ μεταξύ τους. Καὶ σὲ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα εἶνε παρατηρημένο, ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται
πλὴν αὐτοῦ. Γιὰ γιορτές, ψαλμῳδίες, χορῳδίες, λειτουργίες, κάνε ὅ,τι θέ᾿ς·
λόγο, κήρυγμα, κατήχησι δὲν ἐπιτρέπουν. Γιατὶ καταλαβαίνουν, ὅτι ὁ λόγος ὁπλίζει
τὴν ψυχή. Τρέμει ὁ διάβολος τὸν θεῖο λόγο ὅπως ὁ λαγὸς τὴ βροντή· αὐτὸς ὁ λόγος
σείει συνειδήσεις, γκρεμίζει κάστρα τοῦ διαβόλου.
� Πρῶτο ὅπλο λοιπὸν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Δεύτερο ὅπλο ἡ πίστι. Ποιά πίστι· ἡ
βαθειά. Ποῦ πίστι· στὸ Θεό. Νὰ πιστεύουμε, ὅτι ὑπάρχει, ὅτι κυβερνᾷ τὰ
σύμπαντα, ὅτι εἶνε πατέρας ποὺ ἀγαπᾷ τὰ παιδιά του, σπεύδει καὶ βοηθάει τὸν
καθένα· κι ἀφοῦ εἶνε «μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ἠσ. 8,8,10), «οὐδείς καθ᾿ ἡμῶν» (πρβλ.
Ῥωμ. 8,31· ἀπολυτ. Ἀναλήψ.). Νὰ πιστεύουμε ἀκόμα, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε πανταχοῦ
παρών· ὁπουδήποτε καὶ νὰ πᾶμε, βρίσκεται ἐκεῖ. Πόσο παρήγορο εἶνε νὰ τὸ ζῇς αὐτό!
Ὅπου νὰ πάω, Κύριε, ἐσὺ ἐκεῖ εἶσαι. «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ
τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;» (Ψαλμ. 138,7). Προστασία καὶ βοηθὸς ὁ Θεός. «Κύριος
τῶν δυνάμεων μεθ᾿ ἡμῶν» (ἔ.ἀ. 45,8,12).
� Τὸ τρίτο ὅπλο ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε οἱ Χριστιανοὶ εἶνε ἡ προσοχή. Ὅπως ὁ
φρουρὸς στὸ φυλάκιο τῶν συνόρων τὴ νύχτα δὲν κοιμᾶται, ἀλλ᾿ ἀγρυπνεῖ κ᾿ εἶνε ἕτοιμος
μόλις δῇ ἐχθρὸ νὰ φωνάξῃ «Ἄλτ» καὶ νὰ πυροβολήσῃ, ἔτσι κι ὁ Χριστιανός.
«Γρηγορεῖτε», εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. 24,42 κ.ἀ.). Χρειάζεται νὰ προσέχουμε στὶς ἐνέργειες,
στὰ λόγια, στὶς σκέψεις ποὺ περνοῦν ἀπὸ τὴ διάνοιά μας. Προσοχὴ λοιπόν. «Πρόσεχε
σεαυτῷ», ἵνα «μὴ γένηται… ἀνόμημα», ἁμάρτημα κρύφιο στὴν καρδιά σου (Δευτ.
15,9).
� Τέταρτο ὅπλο, ἀδελφοί μου, εἶνε ἡ προσευχή. Ὅπως ὁ στρατιώτης ἔχει ἀσύρματο
καὶ ἔτσι ἐπικοινωνεῖ καὶ ζητάει βοήθεια ἀπὸ τὸ κέντρο ὅταν οἱ δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ
ὑπερτεροῦν, κατὰ παρόμοιο τρόπο κι ὁ Χριστιανὸς ἔχει ἀσύρματο γιὰ νὰ συνδέεται
μὲ τὸν οὐρανό. Ἀσύρματος εἶνε ἡ προσευχή. Ὁ ἄνθρωπος, τὸ σκουλήκι τῆς γῆς,
συνομιλεῖ μὲ τὸ Θεό, τὸν κυρίαρχο τοῦ σύμπαντος. «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε»,
εἶπε ὁ Κύριος (Ματθ. 26,41· Μάρκ. 14,38).
� Πέμπτο ὅπλο, ποὺ συνιστᾷ ὁ Κύριος σήμερα στὸ εὐαγγέλιο, εἶνε ἡ νηστεία
(βλ. Ματθ. 6,16-18). Ὅταν λέμε νηστεία δὲν ἐννοοῦμε ἀποχὴ μόνο ἀπὸ ὡρισμένες
τροφές· ἐννοοῦμε διπλῆ νηστεία, σωματικὴ καὶ πνευματική. Τότε ὠφελεῖ καὶ ἡ ἀποχὴ
ἀπὸ φαγητὰ λιπαρὰ ποὺ ἐρεθίζουν καὶ εἶνε καὶ ἰατρικῶς ἐπιβλαβῆ. Καλὰ εἶπαν, ὅτι
«μὲ τὰ πιρούνια καὶ τὰ κουτάλια καὶ τὰ μαχαίρια σκάβουμε τὸ λάκκο μας – τὸν
τάφο μας». Εἶνε καλὸ τὴν περίοδο αὐτὴ νὰ νηστέψουμε ὅλοι. Ἐκτὸς ἀπὸ ἀσθενεῖς,
γέροντες, μικρὰ παιδιά, γυναῖκες ποὺ θηλάζουν, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶνε ὑποχρεωμένοι
νὰ νηστεύουν. Ἡ νηστεία ἀνακουφίζει ἀπὸ βάρη, συντελεῖ σὲ οἰκονομία. Τώρα εἴμαστε
ἀπὸ τοὺς πιὸ κρεοφάγους λαούς, θηρία ἀδηφάγα. Καὶ ἡ κρεοφαγία, ὅπως λένε οἱ
γιατροί, εἶνε πηγὴ ποικίλων ἀσθενειῶν. Ἀπὸ πάσης λοιπὸν ἀπόψεως συνιστᾶται ἡ
νηστεία, ἀλλὰ κυρίως συνιστᾶται ὡς ὅπλο κατὰ τῶν δαιμόνων. Τὸ εἶπε ὁ Κύριος·
«Τοῦτο τὸ γένος (τὰ δαιμόνια) οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»
(Ματθ. 17,21).
� Ἕκτο ὅπλο, τὸ ὁποῖο συνιστᾷ τὸ Εὐαγγέλιο, εἶνε ἡ βία. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν
βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (ἔ.ἀ. 11,12). Ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ βία; Ὅπως
ὁ ἀσθενὴς πιέζει τὸν ἑαυτό του νὰ πάρῃ τὸ φάρμακο τοῦ γιατροῦ ὅταν μάλιστα εἶνε
πικρό, διότι γνωρίζει ὅτι αὐτὸ θὰ τὸν θεραπεύσῃ, μία τέτοια πίεσι πρέπει νὰ ἀσκοῦμε
καὶ στὰ πνευματικά. Νὰ πιέζουμε αὐτοβούλως τὸν κακομαθημένο ἑαυτό μας, νὰ ἐπιμένουμε
στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν παθῶν μας. Νὰ πηγαίνουμε κόντρα μὲ τὶς ἐγωιστικές μας ἀπαιτήσεις,
τὶς κακές μας συνήθειες, τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες μας. Πάντοτε νὰ ἐπιτιθέμεθα ἐναντίον
τοῦ κακοῦ μὲ ἐπιμονή.
� Ἕβδομο τέλος ὅπλο, πανίσχυρο, εἶνε ἡ θεία κοινωνία. Αὐτὴ μᾶς
ἑνώνει πλέον μὲ τὸ Χριστό. Κι ὁ ἀδύνατος ἄνθρωπος, μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, γίνεται
παντοδύναμος καὶ νικᾷ τὸ σατανᾶ.
* * *
Αὐτὰ εἶνε, ἀδελφοί μου, τὰ ὅπλα. Δυστυχῶς σήμερα
οἱ Χριστιανοὶ εἶνε ἄοπλοι. Μᾶς ἔχει ἀφοπλίσει ὁ διάβολος. Φανταστῆτε ἕνα στρατὸ
ἀφωπλισμένο! Ἀλλ᾿ ἐνῷ γιὰ τὴν στρατιωτικὴ ἄμυνα καταβάλλονται φροντίδες καὶ ἔξοδα,
στὸν ψυχικὸ ἐξοπλισμὸ εἴμαστε ἀκάλυπτοι.
Ἔχει μεγάλη σοβαρότητα αὐτὴ ἡ ἔλλειψις. Δὲν ἔχουμε ψυχικὴ θωράκισι. Τί νὰ τὸ
κάνῃς τὸ ἀτσάλι; ὅταν οἱ στρατιῶτες δὲν ἔχουν ἠθικό, ἐνθουσιασμό, πίστι σὲ ἰδανικά,
μὲ τὸ πρῶτο «μπὰμ» θὰ γίνουν λαγοί. Τὸ λέει ἡ ἱστορία, τὸ λέει καὶ ἡ Γραφή. Ὁσάκις
ὑπῆρχαν αὐτὰ τὰ ὅπλα, καὶ ἕνας ἀκόμη «ἐδίωξε χιλίους»! (Ἰησ. Ναυῆ 23,10· Δευτ.
32,30). Ἡ ἐπανάστασι τοῦ 1821 αὐτὸ λέει· οἱ λίγοι ἐκεῖνοι γονάτισαν μιὰ αὐτοκρατορία,
γιατὶ εἶχαν ψυχή! Ἐνῷ τὸ 1922 οἱ τριακόσες χιλιάδες, ποὺ εἴχαμε στὴ Μικρὰ Ἀσία,
δὲν εἶχαν ψυχή· γι᾿ αὐτὸ ἐπῆλθε καταστροφή.
Στὰ ὅπλα! λοιπόν, «τὰ ὅπλα φωτὸς» ποὺ λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος (Ῥωμ. 13,12). Εἶνε
ὅπλα φωτεινά, λαμπρά, ὑπέροχα, δοκιμασμένα. Τὰ μεταχειρίστηκαν οἱ ἅγιοι καὶ οἱ
μάρτυρες καὶ νίκησαν καὶ θριάμβευσαν.
Στὰ ὅπλα οἱ πάντες! τώρα μάλιστα τὴν περίοδο τῆς τεσσαρακοστῆς. Καὶ λόγο Θεοῦ,
καὶ πίστι, καὶ προσοχή, καὶ προσευχή, καὶ νηστεία, καὶ βία ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας,
καὶ θεία κοινωνία, καὶ ὅ,τι ἄλλο συνιστᾷ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἂς ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό
μας, ἔχει τὰ ὅπλα;
Ἀδελφοί μου, ἂς θωρακιστοῦμε! Τότε καὶ ὁ Κύριος θὰ δώσῃ, «τὸν στέφανον τῆς ζωῆς»
(Ἀπ. 2,10), «τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον» (Α΄ Πέτρ. 5,4), σ᾿ ἐκείνους
πού, ὡπλισμένοι μὲ «τὰ ὅπλα τοῦ φωτός», θὰ νικήσουν κόσμον, σάρκα, διάβολον. Αὐτῷ
ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου