Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

ΠΑΥΛΟΣ, Ο ΚΛΕΙΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος

Του Σεβ. Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Κά­θε φο­ρά που ε­ορ­τά­ζο­με την μνή­μη του Α­γί­ου Απο­στό­λου Παύ­λου, του ι­δρυ­τού της Α­γιω­τά­της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος, αι­σθα­νόμε­θα βα­θειά συ­γκί­νη­ση και την α­νά­γκη να ευ­χα­ρι­στή­σω­με τον Θε­ό για την μεγά­λη Του δω­ρε­ά, να μας χα­ρί­ση τόν ιε­ρό και τρι­σμέ­γι­στο Α­πό­στο­λό μας.
Η θε­ϊ­κή πρό­νοια ο­δή­γη­σε τον Α­πό­στο­λο Παύ­λο, τον Παύ­λο α­πό την Ταρ­σό, να δια­βή, να πε­ρά­ση στην Ελ­λά­δα, στη δι­κή μας γη και έ­χο­ντας ως ε­φό­δια την χά­ρη και τη δύ­να­μη του Θε­ού, το δι­κό του ζή­λο, την Ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα και για­τί ό­χι την Ελ­λη­νι­κή ψυ­χή, προ­κει­μέ­νου να δώ­ση το φως το α­νέ­σπε­ρο στην χώ­ρα την «κα­τεί­δω­λον», στην χώ­ρα των πολ­λών πνευ­μα­τι­κών ανα­ζη­τή­σε­ων. Με συ­γκί­νη­ση πολ­λή θα το βε­βαιώ­ση ο ί­διος ο τρι­σμα­κά­ριος Παύλος: «Το Ευαγ­γέ­λιον η­μών ουκ ε­γεν­νή­θη εις υ­μάς εν λό­γω μό­νον, αλ­λά εν δυ­νά­μει καί εν πνεύ­μα­τι Α­γί­ω και εν πλη­ρο­φο­ρί­α πολ­λή» (Α’ Θεσ. 9,5). Το γε­γο­νός αυ­τό πε­ρι­ποιεί ι­διαί­τε­ρη τιμή και φα­νε­ρώ­νει την α­γά­πη του Θε­ού για τούς Έλ­λη­νες και ό­πως εί­ναι φυ­σι­κό γε­μί­ζει με ιε­ρή υ­πε­ρη­φά­νεια και εν Κυ­ρί­ω καύ­χη­ση τις ψυ­χές η­μών των Ελ­λήνων, οι ο­ποί­οι εί­χα­με και έ­χο­με την ε­ξαι­ρε­τι­κή τι­μή α­πό τον Θε­ό για μια τέτοια ευ­λο­γί­α. Μας η­λέ­η­σε ο Θε­ός καθ’ ό­σον ως όρ­γα­νο για τον φω­τι­σμό και πνευ­μα­τι­κό α­να­βα­πτι­σμό μας, ε­χρη­σι­μο­ποί­η­σε, «εν τη α­φά­τω αυ­τού ευ­σπλα­χνί­α», τον Ά­γιο Α­πό­στο­λο Παύ­λο, «Α­πό­στο­λον ουκ απ’ αν­θρώ­πων, ου­δέ δι’ αν­θρώ­που, αλ­λά δια Ι­η­σού Χρι­στού καί Θε­ού Πα­τρός τού ε­γεί­ρα­ντος αυ­τόν εκ νε­κρών» (Γαλ. 1,15). Ως εκ τού­του, δι­καί­ως θεω­ρεί­ται και εί­ναι, ο κλει­νός Α­πό­στο­λος, ο πνευ­μα­τι­κός δι­δά­σκα­λος καί πατήρ τής Ελ­λά­δος.
Ας στα­θού­με, λοι­πόν, σε με­ρι­κά ση­μεί­α, πού ι­διαι­τέ­ρως συ­γκι­νούν. Έρ­χε­ται ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος στην Ελ­λά­δα κα­τό­πιν ση­μεί­ου και ο­ρά­μα­τος δο­θέ­ντος υ­πό τού Θε­ού, και προ­σφέ­ρει την α­λή­θεια, το Ευαγ­γέ­λιο, την εν Χρι­στώ Α­πο­κά­λυ­ψη, σε έ­να κό­σμο πού τό­σο την εί­χε α­νά­γκη και ζού­σε με την προ­σμο­νή τής νέ­ας ζω­ής. Αυ­τό ή­ταν το θέ­λη­μα τού Θε­ού, αυ­τό το­νί­ζει και ο ί­διος ο Α­πό­στο­λος: «Τού­το ε­στι θέ­λη­μα Θε­ού ο α­για­σμός υ­μών» (Α’ Θεσ. 4, 3). Αυ­τό το θέ­λη­μα, αυ­τό το θε­ϊ­κό μή­νυ­μα, αυτή την α­πο­στο­λή την σφρα­γί­ζει ο ου­ρα­νο­μύ­στης Παύ­λος με την ί­δια του την ψυχή. “Ευ­δο­κού­μεν με­τα­δού­ναι ου μό­νον τό Ευαγ­γέ­λιον τού Θε­ού αλλά και τας ε­αυ­τών ψυ­χάς, διό­τι α­γα­πη­τοί η­μίν γε­γέ­νη­σθε” (Α’ Θεσ. 2, 8), “Ώ­στε α­δελ­φοί μου α­γα­πη­τοί καί ε­πι­πό­θη­τοι, χα­ρά και στέ­φα­νος, ού­τω στή­κε­τε εν Κυ­ρί­ω “ (Φι­λιπ. 4, 1 καί Α’ Θεσ. 2, 19).   
* Για πρώ­τη φο­ρά α­κού­ε­ται στην Ελ­λά­δα η δι­δα­σκα­λί­α πε­ρί τού Ε­νός και μό­νου Α­λη­θινού Θε­ού, ο ο­ποί­ος “ουκ εν χει­ρο­ποι­ή­τοις να­οίς κα­τοι­κεί, ου­δέ υ­πό χει­ρών αν­θρώ­πων θε­ρα­πεύ­ε­ται προσ­δε­ό­με­νος τι­νος” (Πράξ.17,24-25)? τού Θε­ού ο Ο­ποί­ος κα­τέ­βη­κε και τα­πει­νώ­θη­κε, περ­πά­τη­σε ανά­με­σά μας, γεύ­τη­κε τόν πό­νο μας και τη χα­ρά μας, πού θυ­σιά­στη­κε για μάς και α­νέ­στη εκ νε­κρών για να μάς α­να­στή­ση α­πό την πτώ­ση και την α­μαρ­τί­α. Τού Θε­ού πού εί­ναι φως και ζω­ή. Για πρώ­τη φο­ρά α­κού­ε­ται μέ­σα σ’ έ­να κό­σμο κου­ρα­σμέ­νο, πού εί­χε φτά­σει πλέ­ον στα ό­ρια τής α­ντο­χής του το μή­νυμα τής α­λη­θι­νής ε­λευ­θε­ρί­ας, που α­πορ­ρέ­ει α­πό το Σταυ­ρό και την Α­νά­στα­ση τού Κυ­ρί­ου΄ τής ε­λευ­θε­ρί­ας που εί­ναι δω­ρε­ά τού Θε­ού στον άν­θρωπο και στην κτί­ση ο­λό­κλη­ρη.
Αλ­λοιώ­νο­νται, με την κα­λή αλ­λοί­ω­ση, οι καρ­διές α­πό τήν α­να­φο­ρά στήν α­γά­πη τού Θε­ού, ο ο­ποί­ος «ε­ποί­η­σέ τε εξ ε­νός αί­μα­τος πάν έ­θνος αν­θρώ­πων  κα­τοι­κείν επί πάν το πρό­σω­πον τής γης» (Πράξ.17,26) και α­πό την α­να­φο­ρά στην α­γά­πη προς τόν συ­νάν­θρω­πο. Ύ­στε­ρα α­πό αυ­τό το πρω­τόγνω­ρο ά­κου­σμα τής α­γά­πης πού ε­νώ­νει ό­λους τούς αν­θρώ­πους α­δια­κρί­τως φυ­λής, γλώσ­σης, η­λι­κί­ας και κοι­νω­νι­κής τά­ξε­ως, οι α­κρο­α­ταί αρ­χί­ζουν τόν γό­νιμο και με­τά ταύ­τα καρ­πο­φό­ρο προ­βλη­μα­τι­σμό.
Μέ­σα σ’ αυ­τά τα πλαί­σια και με αυ­τό τόν τρό­πο ο Θεί­ος Παύ­λος κα­θι­στά γνω­στό στο χώ­ρο τής Ελ­λάδος το μυ­στή­ριο τού Θε­ού, τό “χρό­νοις αιω­νί­οις σε­σι­γη­μέ­νον (Ε­φεσ. 3,4), ώ­στε να δυ­νη­θούν οι Έλ­λη­νες να ει­σέλ­θουν στην φω­το­φό­ρο πε­ρί­ο­δο τής ι­στο­ρί­ας τους, α­φού θα πέ­σουν α­πό τα μά­τια τους οι λε­πί­δες τής α­γνω­σί­ας για τόν ά­γνω­στο Θε­ό, πού τώρα γί­νε­ται σ’ αυ­τούς οι­κεί­ος καί προ­σι­τός, Πα­τήρ ε­λέ­ους και Κύ­ριος οι­κτιρ­μών. Τοιου­το­τρό­πως γί­νε­ται αυ­τός ο κό­σμος γνω­στι­κός Θε­ού, ως θα έ­λε­γαν αρ­γό­τε­ρα οι Ά­γιοι Πα­τέ­ρες τής Εκ­κλη­σί­ας μας.
* Η πνευ­μα­τι­κή ό­μως πα­τρό­της τού Παύ­λου για τούς Έλ­λη­νες δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται μόνο στην δι­δα­σκα­λί­α, αλ­λά σφρα­γί­ζε­ται και α­πό την εν α­γά­πη κα­τά­θε­ση ψυ­χής και α­πό το πο­λύ εν­δια­φέ­ρον για την πνευ­μα­τι­κή πρό­ο­δο των παι­διών του και την κα­τά Θε­όν αύ­ξη­ση και προ­κο­πή. Εν τω μέ­τρω αυ­τής της α­γά­πης λέ­γει: “πε­ρισ­σο­τέ­ρως ε­σπου­δά­σα­μεν ι­δείν το πρό­σω­πον αυ­τών εν πολ­λή ε­πι­θυ­μί­α” (Α’ Θεσ. 2,17) και εις άλ­λην πε­ρί­πτω­σιν “ε­άν γαρ μυ­ρί­ους παι­δα­γω­γούς έ­χη­τε εν Χρι­στώ, αλ­λ’ ου πολ­λούς πα­τέ­ρας. εν γαρ Χρι­στώ Ι­η­σού διά τού Ευαγ­γε­λί­ου ε­γώ υ­μάς ε­γέν­νη­σα” (Α΄ Κορ. 4,15). Ο ί­διος, λοι­πόν, ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος μάς βε­βαιώ­νει, ό­τι εί­ναι ο πνευ­μα­τι­κός μας Πα­τήρ, α­φού ήλ­θε σε ε­μάς, ε­κή­ρυ­ξε, ε­κα­κο­πά­θη­σε, ερ­γά­σθη­κε υ­πέρ τής α­να­γεν­νή­σε­ώς μας, έ­μει­νε κο­ντά μας, ε­πό­νε­σε και ε­δά­κρυ­σε για χά­ρη μας, για την σω­τη­ρί­α μας.
Γι’ αυ­τό γη­θο­σύ­νως η καθ’ Ελ­λά­δα Εκκλη­σί­α, η πνευ­μα­τι­κή θυ­γα­τέ­ρα τού Με­γά­λου Α­πο­στό­λου πα­νη­γυ­ρί­ζει στη μνήμη του, δια­κη­ρύτ­του­σα την α­πο­στο­λι­κό­τη­τά της και μετ’ ευ­λα­βεί­ας α­κού­ει, τού πνευ­μα­τι­κού Πα­τρός της, την πνευ­μα­τι­κή προ­τρο­πή: «Στή­κετε, και κρα­τεί­τε τάς πα­ρα­δό­σεις ας ε­δι­δά­χθη­τε εί­τε δια λό­γου εί­τε δ’ ε­πιστο­λής η­μών» (Β΄ Θεσ. 2,15). Γι’ αυ­τό εκ­φρά­ζει την μυ­στι­κή χα­ρά και καύ­χη­σή της, α­φού ε­πί τό­σους αιώ­νες ε­δρα­σμέ­νη στη δι­δα­σκα­λί­α, στους κό­πους, στους α­γώ­νες και ι­δρώ­τες τού ι­δρυ­τού της, διε­τή­ρη­σε ως κό­ρην ο­φθαλ­μού αυ­τήν την ιε­ρά πα­ρα­κα­τα­θή­κη και δια­τη­ρεί α­λώ­βη­τη τη δι­δα­σκαλί­α τού Θεί­ου Ε­σταυ­ρω­μέ­νου καί Α­να­στά­ντος Κυ­ρί­ου με αυ­στη­ρό­τη­τα, με συ­νέπεια, με ευ­θύ­νη τού χρέ­ους έ­να­ντι Θε­ού καί αν­θρώ­πων και αυ­τής τής ι­στο­ρί­ας, χω­ρίς να αλ­λοιώ­νη, χω­ρίς να πα­ρα­χα­ράτ­τη ό­σα πα­ρά των Α­γί­ων Α­πο­στό­λων, τών Α­πο­στο­λι­κών Πα­τέ­ρων, των Δι­δα­σκά­λων και Α­γί­ων της πα­ρέ­λα­βε. Ναι, χαί­ρει και αγ­γά­λε­ται η Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος για­τί πα­ρέ­μει­νε και πα­ρα­μέ­νει πι­στή εις ό­σα ε­πό­τι­σαν με τα δά­κρυά τους οι Ό­σιοι Πα­τέ­ρες της και οι ευ­κλε­είς και καλ­λί­νι­κοι Μάρ­τυ­ρές της α­πό τούς πρώ­τους χρι­στια­νι­κούς αιώ­νες, έ­ως τούς νε­ω­τέ­ρους χρό­νους, ό­τε κλει­νοί Νε­ο­μάρ­τυ­ρες ε­πι­βε­βαί­ω­σαν θυ­σια­στι­κά την εμ­μο­νή τους στό Δόγ­μα και την α­μώ­μη­τη Πί­στη, κά­νο­ντας πρά­ξη τόν λό­γο τού ου­ρα­νο­βά­μο­νος Παύ­λου, «ζώ δέ ου­κέ­τι ε­γώ, ζή δέ εν ε­μοί Χρι­στός» (Γαλ. 2,20) και «ε­μοί γάρ τό ζείν Χρι­στός και το α­πο­θα­νείν κέρ­δος» (Φιλ. 1, 21).
* Χρέος ιε­ρό και κα­θή­κον Ά­γιο του κά­θε τέ­κνου εί­ναι, να τι­μά τόν γεν­νή­το­ρά του. Τοιου­το­τρό­πως χρέ­ος και κα­θή­κον η­μών των Ελ­λή­νων εί­ναι να μι­μνη­σκώ­με­θα, ευ­καί­ρως α­καί­ρως, τού με­γά­λου πνευ­μα­τι­κού μας Πα­τρός και Δι­δα­σκά­λου, τού Θεί­ου Παύ­λου. Να μι­μνη­σκώ­με­θα των κα­τά πό­λιν δε­σμών και των θλί­ψε­ων, των αγώ­νων και της α­γά­πης του. Ο λα­ός μας έ­χει αυ­τή την ευαι­σθη­σί­α και την δυ­νατό­τη­τα.
Τέ­τοιες μνή­μες ιε­ρές δεν δια­γρά­φο­νται πο­τέ α­πό την ψυ­χή και το νου τού φι­λό­τι­μου, ευ­σε­βούς Ελ­λη­νι­κού λα­ού, ο οποί­ος με πλεί­στες θυ­σί­ες διε­τή­ρη­σε τόν α­τί­μη­το πνευ­μα­τι­κό θη­σαυ­ρό, πού πα­ρέ­λα­βε α­πό τον Α­πό­στο­λο Παύ­λο. Τού λα­ού πού ξέ­ρει να α­γω­νί­ζε­ται, να α­ντιστέ­κε­ται, να θυ­σιά­ζε­ται για ό,τι υ­ψη­λό και ω­ραί­ο. Τού λα­ού πού ξέ­ρει να υ­περα­σπί­ζε­ται τα ι­δα­νι­κά και τις α­ξί­ες μέ­σα στο διά­βα των αιώ­νων. Γι’ αυ­τό μπο­ρού­με να α­ντέ­ξου­με σε κά­θε ε­πι­βου­λή και δυ­σκο­λί­α, α­φού έ­χο­με και την δύνα­μη και την χά­ρη και την ευ­λο­γί­α. Με αυ­τό το σκε­πτι­κό εί­χε δί­κη­ο ο ποι­η­τής, ό­ταν έ­λε­γε ό­τι: «Εί­μα­στε λα­ός με παλ­λη­κα­ρί­σια ψυχή πού κρά­τη­σε τα βα­θειά κοι­τά­σμα­τα τής μνή­μης του σέ και­ρούς ακ­μής και σε αιώ­νες διωγ­μών και ά­δειων λό­γων. Τώ­ρα που ο τρι­γυ­ρι­νός μας κό­σμος μοιάζει να θέ­λει να μάς κά­νει τρο­φί­μους ε­νός οι­κου­με­νι­κού παν­δο­χεί­ου, θα τις απαρ­νη­θού­με ά­ρα­γε αυ­τές τις μνή­μες; Δαν γυ­ρεύ­ω μή­τε το στα­μά­τη­μα, μή­τε το γύ­ρι­σμα προς τα πί­σω. Γυ­ρεύ­ω το νου, την ευαι­σθη­σί­α και το κου­ρά­γιο των αν­θρώ­πων να προ­χω­ρούν ε­μπρός»1 . Εξ άλ­λου ο κό­σμος μάς κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα, ι­κευ­τι­κά, ζη­τώ­ντας πνεύ­μα και ψυ­χή, ζω­ή και χα­ρά, αν­θρω­πιά και α­γά­πη.
* Χρε­ω­στι­κώς υ­πο­κλι­νό­με­θα ε­νώ­πιον τής με­γάλης μορ­φής τού θειο­τά­του και με­γα­λο­φω­νο­τά­του Α­πο­στό­λου Παύ­λου, α­να­γνω­ρίζο­ντας την με­γά­λη προ­σφο­ρά του στον τό­πο μας και στον κό­σμο ο­λό­κλη­ρο. Α­πο­τε­λεί για μάς με­γά­λη ευ­λο­γί­α το γε­γο­νός, ό­τι η Ελ­λάς, το Ελ­λη­νι­κό πνεύ­μα, έ­γι­νε η χρυ­σή γέ­φυ­ρα δια τής ο­ποί­ας ο Θεί­ος Α­πόστο­λος κρα­τώ­ντας τόν μαρ­γα­ρί­τη τής Α­να­το­λής, πέ­ρα­σε στη Δύ­ση για να νο­η­ματί­ση και να και­νο­ποι­ή­ση τη ζω­ή της, για να δώ­ση άλ­λη α­ξί­α στο μέλ­λον της.
 Ναι, ο άν­θρω­πος, το όργα­νο τού Θε­ού πού διε­μόρ­φω­σε τη νέ­α κοι­νω­νι­κή νο­ο­τρο­πί­α, την δια­πο­τι­σμένη α­πό το πνεύ­μα τού Θεί­ου Δι­δα­σκά­λου, δεν εί­ναι άλ­λος α­πό τόν Α­πό­στο­λο Παύ­λο, ο ο­ποί­ος έ­δω­σε Χρι­στια­νι­κές ρί­ζες και πνευ­μα­τι­κή προ­ο­πτι­κή στην Ελ­λά­δα και γε­νι­κά στην Ευ­ρώ­πη.
 Αυ­τό το νέ­ο ή­θος πού έ­φε­ρε ο Θεί­ος Παύλος, τη τού Θε­ού προ­νοί­α καί ευ­λο­γί­α, έ­νω­σε τό πα­λη­ό με το και­νούρ­γιο. Έ­σωσε τόν Ελ­λη­νι­σμό και τού έ­δω­σε τι­μή και α­ξί­α, μά­λι­στα σε μία ε­πο­χή πού έ­πνε­ε τα λοί­σθια. Γι’ αυ­τό δύ­ο χι­λιά­δες και πλέ­ον χρό­νια χρι­στια­νι­κής ι­στο­ρίας τής Ελ­λά­δος και τής Ευ­ρώ­πης εί­ναι α­δύ­να­τον να τα δια­γρά­ψη κα­νείς, ό­σο και ό­πως να α­γω­νί­ζε­ται. Για ό­ποιον πα­ρα­βλέ­πει αυ­τή την α­λή­θεια και την πραγμα­τι­κό­τη­τα, αυ­τή την α­πο­φα­σι­στι­κή το­μή στον ρουν τής ι­στο­ρί­ας που δεν την έ­κα­νε «αί­μα και σάρ­ξ» αλ­λ’ ο ί­διος ο Θε­ός, για ό­ποιον κλεί­νει τα μά­τια του μπρο­στά σ’ αυ­τό το γε­γο­νός, ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος και το έρ­γο του, η Ελ­λάς και η Ευ­ρώ­πη θα πα­ρα­μέ­νουν έ­να πρό­βλη­μα πού δεν θα λυ­θή πο­τέ, πα­ρά μό­νον ό­ταν ε­πι­λυ­θούν τα πνευ­μα­τι­κά του δε­σμά τα ο­ποί­α τόν κρα­τούν στο τέλ­μα μιας πε­ζής βιο­λο­γι­κής πο­ρεί­ας, μιας πο­ρεί­ας χω­ρίς νό­η­μα και προ­ο­ρι­σμό.
 Για την θυ­γα­τέ­ρα τού Παύ­λου, τήν Ορ­θό­δο­ξη Ελ­λά­δα θα ι­σχύ­η γιά πά­ντα η α­λήθεια: «Εν Χρι­στώ, και­νή κτί­σις. τα αρχαί­α πα­ρήλ­θεν, ι­δού γέ­γο­νε και­νά  τα πά­ντα» (Β΄ Κορ. 5,17). Το πο­τά­μι προ­χω­ρεί, δέν γυ­ρί­ζει πί­σω.
Ο λό­γος δε τού Α­πο­στό­λου Παύ­λου ο το­μώ­τε­ρος υ­πέρ πά­σαν μά­χαι­ραν πνευ­ματι­κήν, θα α­κού­ε­ται στον κό­σμο ο­λό­κλη­ρο, ι­διαί­τε­ρα ό­μως στην Ορ­θό­δο­ξη Πατρί­δα μας, άλ­λους χα­ρο­ποιών και άλ­λους ε­λέγ­χων: «Ουκ ε­ντρέ­πων υ­μάς γρά­φω ταύ­τα, αλ­λ’ ως τέ­κνα μου α­γα­πη­τά νου­θε­τώ. ε­άν γαρ μυρί­ους παι­δα­γω­γούς έ­χη­τε εν Χρι­στώ, αλ­λ’ ου πολ­λούς πα­τέ­ρας. εν γαρ Χρι­στώ Ι­η­σού δια τού Ευαγ­γε­λί­ου ε­γώ η­μάς ε­γέν­νη­σα» (Α΄ Κορ. 4,14) καί «Ε­λεύ­σο­μαι δέ τα­χέ­ως πρός υ­μάς... καί γνώ­σο­μαι ου τόν λό­γον τών πε­φυ­σιω­μέ­νων, αλ­λά τήν δύ­να­μιν. ου γάρ εν λό­γω η Βα­σι­λεί­α τού Θε­ού, αλ­λ’ εν δυ­νά­μει. τί θέ­λε­τε; εν ρά­βδω έλ­θω πρός υ­μάς, ή εν α­γά­πη καί πνεύ­μα­τί τε πρα­ό­τη­τος;» (Α΄Κορ. 4, 19-21).
Η­μείς δέ α­πα­ντώ­μεν:
«Ελ­θέ Τί­μιε Α­πόστο­λε, ελ­θέ Πά­τερ καί Δι­δά­σκα­λε η­μών, ελ­θέ προς η­μάς εν α­γά­πη και εν πνεύ­ματι πρα­ό­τη­τος, ό­τι τέ­κνα σα ε­σμέν. Ελ­θέ εν μέ­σω τής ποί­μνης σου καί τής α­μπέλου ταύ­της ήν διά σου α­φύ­τευ­σεν η α­γά­πη τού Θε­ού καί πρέ­σβευε υ­πέρ αυ­τής τω Κυ­ρί­ω, ί­να πα­ρα­μεί­νη εν τή α­λη­θεί­α και τω φω­τί και τη α­γά­πη τού ου­ρα­νί­ου Πα­τρός, ώ πρέ­πει πά­σα δό­ξα, τι­μή  και προ­σκύ­νη­σις εις τούς αιώ­νας των αιώ­νων. Α­μήν».

 1  Γε­ωρ­γίου Σεφέρη. “Η γλώσσα στην ποίησή μας”. Στο τεύχος «Γ. Σεφέρης επίτι­μος διδάκτωρ της Φι­λο­σο­φικής Σχολής. Ακδ. Α.Π.Θ., Θεσ­σα­λονίκη 1965, σελ. 30».  

Πηγή: Εφημερίδα "Ο ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΟΣ

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο λόγος και η γραφίδα του Πατρών έχουν πάντα βάθος και ουσία. Να του χαρίζει ο Απόστολος Παύλος δυνάμεις στο επισκοπικό του έργο.

Ανώνυμος είπε...

Σπουδαίο κήρυγμα. Άξιζε να το διαβάσει στον Εσπερινό στον Άρειο Πάγο προς τιμή του Αποστόλου των Εθνών Παύλου.

Ανώνυμος είπε...

Μέσα σε λίγα λόγια ο Μητροπολίτης Πατρών λέγει πολλά και αξιέπαινα για τον Απόστολόν μας.
+ Μ. Ι.

Ανώνυμος είπε...

Υπέροχος λόγος. Καταπληκτική η προσευχητική κατακλείδα.
Σας ευγνωμονούμε για τις σκέψεις άγιε Ιεράρχα των Πατρών.