Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

"Το πρόγραμμα και η μεθοδολογία των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου" - π. Βασιλείου Καλλιακμάνη


"Το πρόγραμμα και η μεθοδολογία των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου"

Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στη Μονή Βλατάδων στο πλαίσιο της Ημερίδος για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

του π. Βασίλειου Ι. Καλλιακμάνη
Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.

Εισαγωγικά
«Καί προσπορεύονται αὐτῶ Ἰάκωβος καί Ἰωάννης οἱ υἱοί Ζεβεδαίου λέγοντες·  διδάσκαλε θέλομεν ἵνα ὅ ἐάν αἰτήσωμεν ποιήσης ἡμῖν. ὁ δέ εἶπεν αὐτοῖς τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; Οἱ δέ εἶπον αὐτῶ· δός ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῆ δόξη σου. ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε…. και προσκαλεσάμενος αὐτούς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν και οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δε ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὅς ἐάν θέλη γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, και ὅς ἐάν θέλη ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καί γάρ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι, καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν»[1].
Με τους παραπάνω λόγους του Κυρίου προς τους μαθητές του άνοιξαν οι εργασίες των συ­νεδριών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης ύ­στε­ρα από αίτημα της α­ντι­προσωπείας της Εκκλησίας της Σερβίας. Η Α. Θ. Πα­ναγιότης, ο Οικουμενικός Πα­τριάρ­χης κ. Βαρθολομαίος, ως Πρόεδρος, α­ποδέχθηκε αμέσως την πρόταση και έδωσε εντολή στον Αρχι­γραμματέα να α­ναγνώσει το κεί­μενο.
Τόσο η πρόταση της Σερβικής Εκ­κλησίας όσο και ο άμεση ανταπόκριση του Παναγιωτάτου Προέδρου να α­ναγνωσθεί το εν λό­γω κείμενο πριν την έναρ­ξη των συζητήσεων της Συνόδου έ­χει πολλαπλή συμ­βο­­λική σημασία αφενός για τις  σχέσεις των Προκαθημένων των τοπι­κών Ορθοδόξων Εκκλησιών μεταξύ τους και  αφετέρου για τον τρόπο που καλούνται να διακονούν το λαό του Θεού κυρίως οι επίσκοποι. Ο καθένας μπορεί να κάνει και τις δικές του ανα­γωγές.  
Μετά την εισαγωγική αυτή επισήμανση θα αναπτύξω την εισήγησή μου εστιάζοντας συνοπτικά σε επτά σημεία.      
1.Η ενότητα των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η Αγία και Με­γά­λη Σύ­νοδος της Κρήτης αποτελεί ένα ιστορικό γεγο­νός με ιδιαίτερη σπου­δαι­ότητα τόσο για την Πανορ­θό­δο­ξη ενότητα όσο και για το μήνυμα που εκπέ­μπει η Ορθόδοξη Εκκλησία προς τον σύγχρονο πα­γκο­σμιοποιημένο κόσμο. Η ενότητα αυτή του Πνεύ­ματος «εν τω συνδέσμω της ει­ρήνης»[2] έχει τριπλό χα­ρα­κτήρα: α) Ενότητα και κοινωνία στα Μυστήρια, β) ε­νότητα πίστεως και γ) ενότητα στην κανονική δομή της Εκ­κλη­σίας. Οι τρεις αυ­τές μορφές ενό­τη­τας αλληλο­περι­χωρούνται και καμιά από αυτές δεν μπο­ρεί να υπάρξει χωρίς τις άλλες[3]. Σε κάθε περίπτωση η ενότητα των 14 το­πι­κών Ορθοδόξων Εκκλη­σι­ών είναι δεδομένη, παρά το γεγονός, ότι 4 από αυτές δεν προσήλθαν για άλ­λους λόγους στη Σύνοδο της Κρήτης. Αυτό φαί­νε­ται τόσο από τις ει­ρη­νικές επισκέψεις μετά τη Σύνοδο όσο και από την αλ­λη­λογραφία[4]. Επίσης, τα θέ­μα­τα, οι ημερομηνίες και ο τόπος σύγκλησης της Αγίας και Μεγάλης Συ­νό­δου, είχαν καθορισθεί ομοφώνως από τη Σύ­να­ξη των Προκα­θη­μέ­νων τον περασμένο Ιανουάριο στη Γενεύη και επιβεβαιώθηκαν τον Μάιο από τους αντιπροσώπους τους στην Κρήτη. Εάν κρί­νουμε από τις ήπιες δη­λώ­σεις των μη προσελθουσών Εκκλησιών μετά τη Σύνοδο φαίνεται, ότι θα συμφω­νήσουν εκ των υστέρων με τις αποφάσεις της.
 2.Τόνωση της Ορθόδοξης Συνοδικής αυτοσυνειδησίας. Είναι η πρώ­­­­τη φο­ρά μετά από πολλούς αιώνες που η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία του Χρι­­­­­­στού ενεργοποιεί σε πανορθόδοξο επίπεδο το Συνοδικό σύστημα διοι­κή­σε­ώς της. Είναι γνωστό, ότι σε όλες τις εποχές και σε όλα τα μέ­ρη, ό­που υπήρχαν χρι­στι­α­νικές εκκλησίες, γινόταν τοπικές, επαρχι­α­κές, εν­δη­­μούσες, μικρές ή με­γα­λύτερες Σύνοδοι με κορύφωση τις Οικου­με­νι­κές. Ο­πό­τε, η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου εί­ναι ε­ντε­λώς φυ­σιο­λογική και εκφράζει το Συ­νο­δικό πο­λίτευμα της Εκ­κλη­σίας.
Έτσι, η Σύνοδος στοιχείται στους λόγους του Χριστού που λέει: “οὗ γάρ εἰσί δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσω αὐτῶν”[5]. Η ευαγγελική αυτή αρχή της συμφωνίας-ομοφωνίας τέ­θηκε στον Κα­­νο­νι­σμό της Συνόδου και εφαρμόσθηκε κατά τις εργασίες της. Παράλ­λη­λα η ενότητα φα­νερώθηκε εμπειρικά στις λατρευτικές ευχαριστιακές συ­νάξεις που γινό­ταν κάθε πρωί και σε διαφορετικές εκάστοτε γλώσσες (αραβικά, σερβικά, ρου­­μανικά, αλβανικά) και στις οποίες συμμε­τεί­χαν εκ­πρό­σωποι όλων των Ορ­θο­δόξων Εκκλησιών.
Ενθυμούμαι έναν αραβόφωνο παραδοσιακό ιερέα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων που διάβαζε τις ευχές της θείας Λειτουργίας στα Αραβικά, και ενώ δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε, αισθανόμασταν ότι μιλούσε στον Κύριο της δόξης!
  Για τις Ιερές Α­κο­λου­θίες που τε­λέ­σθηκαν στα ελληνικά εκδόθηκε λει­του­ρ­γικό βιβλίο με το τίτλο: Ιε­ροτε­λε­στι­κόν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλη­σίας (σσ.335). Το λειτουργικό αυτό βιβλίο δό­θηκε σε όλους τους επισκόπους και ήταν συγκινητικό το γεγονός, ότι πολλοί που δεν γνώριζαν καλά ελληνικά, προσπαθούσαν να συλλαβίσουν τους ύμνους της Πεντηκοστής. Η πανορθόδοξη ενότητα φάνηκε και στο τέλος της Συνόδου κατά τη θεία Λειτουργία της Κυριακής των Αγίων Πάντων στην οποία παραβρίσκονταν όλοι οι Προκαθήμενοι. Παρά την κόπωση, τις πολύωρες συ­ζη­τήσεις, που ενίοτε ήταν έντονες, καμιά αντιπροσωπία δεν απεχώρησε νω­ρί­τε­ρα από τις προγραμματισμένες ημερομηνίες.        
3. Η αρχή της Ομοφωνίας και η συναίνεση. Στον Κανονισμό Λει­τουρ­­γίας της Συνόδου σημειώνεται ότι, η έγκριση των τροπολογιών εκφρά­ζε­ται με την αρχή της ομοφωνίας (Άρθρο 3,2). Η πρόβλεψη αυτή του Κα­νονι­σμού βο­ήθησε στην καλλιέργεια της συναίνεσης μετά από ανταλ­λα­γή ε­πι­χει­ρη­μά­των και βα­θύτερη επεξεργασία του περιεχομένου οκτώ συ­νο­­λικά κει­μένων. Οπότε, καμιά τροπολογία και καμιά παρά­γρα­φος δεν τέ­θηκε σε ψη­φο­φορία. Το γεγονός αυτό είναι αξιοθαύμαστο, εάν ληφθεί υ­πόψη ότι ανα­φε­ρόμαστε σε ένα μεγάλο σώμα ορθοδόξων επισκόπων από όλο σχεδόν τον κόσμο με διαφορετικές τοπικές παραδόσεις και νοοτροπίες.  
Ωστόσο, έμμεσα φάνηκε να αμφισβη­τείται η αρ­χή της ομοφωνίας από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, ο οποίος διευκρίνισε, ότι σύμφωνα με την ορ­θό­δο­ξη πατερική παράδοση οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειο­ψηφία.  Γι’ αυ­τό προφανώς και η Εκκλη­σία της Κύπρου εφήρμοσε εσωτερικά την αρχή της πλει­ο­ψηφίας, δε­σμεύο­ντας έ­τσι και τους επισκόπους μέλη της, που δεν συμ­φώ­νησαν σε ορισμένα θέ­μα­τα.  
Η μέθοδος συζήτησης, έγκρισης των τροπολογιών και λήψης των τελι­κών αποφάσεων της Συνόδου που α­κο­λουθήθηκε στην ολομέλεια, συνοψί­ζε­ται ως εξής: Ανα­γι­­­νωσκόταν από τον Αρχιγραμματέα του Οικουμενικού Πα­τριαρχείου το προς συζήτηση κείμενο στα ελληνικά, για το οποίο υπήρχε απ’ ευθείας διερ­μηνεία στα ρωσικά, γαλλικά, αγγλικά, (υπήρχε πρόβλεψη και για αραβικά), ενώ ταυ­τόχρονα σε φωτεινούς πίνακες εμφανί­ζο­νταν τα κεί­με­να στις τέσ­σε­ρις γλώσσες.
Μετά την ανάγνωση του κειμένου η Α. Θ. Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρ­θο­λομαίος, Πρόεδρος της Συνόδου, έδιδε καταρχήν το λό­γο στους Προ­κα­­θη­μένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών και τους ειδικούς συμ­βού­λους αρχιερείς που τους συνόδευαν και στη συνέχεια στους παρι­στα­μέ­νους επισκόπους όλων των αντι­προ­σωπειών. Πα­ρότι στον Κανονισμό είχε προβλεφθεί να γίνονται συζη­τήσεις και σε Συ­νο­δικές Επιτροπές, τελικά τα έξι θέματα συ­ζητήθηκαν στην ολο­μέλεια. Αυτό πρέπει να τονισθεί, διότι δεν υπήρξαν μεγάλες εντάσεις, διαξι­φι­σμοί, αντιλογίες και αδιέξο­δα στις επι­μέ­ρους  συνομιλίες. Ακόμη και στο επίμαχο κείμενο για τις σχέσεις της Ορθο­δό­ξου Εκ­κλη­σίας με τον υπόλοιπο χρι­στιανικό κόσμο που εισήχθη στην ολομέλεια κατά την απο­γευματινή συνεδρία της Πέμπτης 23 Ιουνίου και κράτησε μέχρι την πρωι­νή συνεδρία του Σαββάτου 25 Ιουνίου, η συζήτηση παρά τους υψηλούς τόνους σε ορισμένα σημεία, κύλισε ο­μα­λά. Σε αυτό συ­νέ­­βα­λε και ο Σεβ. Μη­τροπολίτης Μεσσηνίας που ύστε­ρα από αίτημα του Παναγ. Προέδ­ρου ενσωμάτωσε και ανέγνωσε τις τροπολογίες που κα­τα­τέ­θη­καν από τις Εκκλησίες της Κύπρου, της Ρου­μα­νίας και της Ελλάδος.    
Η Γραμματεία σημείωνε τις προτάσεις, τις διορθώσεις, τις αλλαγές και τις παρα­τηρήσεις επί των κειμένων και μετά από εκτενείς ενίοτε διαλόγους ο Οι­­κουμενικός Πατριάρχης, ως Πρό­εδρος, συ­νό­­ψιζε την τελική διατύπωση των τροπολογιών που γινόταν αποδεκτές από το σώμα των επι­σκόπων. Στο ση­μείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, με την ανάγνωση της τελικής τρο­πο­λογίας ο Πρόεδρος ζητούσε εκ νέου τη γνώ­μη του σώματος των επι­σκό­πων και μετά από μια μικρή παύση, κι όταν έβλεπε ό­τι δεν υπήρχαν δια­φω­νίες ή αντι­δράσεις, έδιδε εντολή στη Γραμ­μα­τεία να κα­ταγράψει την τε­λική μορφή του κειμένου. Ο λόγος διδόταν σε όλους όσοι τον ζητούσαν.
 Έτσι, ορισμένοι επίσκοποι που  δεν υπέγραψαν κάποια κείμενα,  εί­χαν την ευκαιρία να α­να­πτύξουν τα επιχειρήματά τους, και να καταγραφεί η αι­τιολογημένη διαφωνία τους έστω και μετά την ο­λο­­­κλή­ρωση της συ­ζή­τησης. Όμως, τέσ­σερις από αυτούς δεν ομίλησαν καθόλου και το σώμα δεν ε­νη­­­με­ρώ­θηκε καν για τους λόγους της διαφωνίας τους, ενώ ένας πέμπτος με­τά την πρώτη τοποθέτησή του και τις απαντήσεις που δόθηκαν στα ε­πι­χει­ρή­ματά του από άλλους επι­σκό­πους, δεν ζήτησε ξανά το λόγο και σιώπησε. Ε­πί­σης, αυτό που πα­ρα­τή­ρησαν ορισμένοι συ­νο­δικοί αρχιερείς ήταν ότι, οι εμ­φα­νι­ζό­μενοι ως διαφω­νούντες δεν κα­τέ­θε­σαν συγκεκριμένες προτάσεις, τις ο­ποίες να θέ­σουν στην κρίση των συνο­δι­κών Αρχιερέων, όπως θα περίμενε κάποιος. Γί­νε­ται λοιπόν κατα­νο­ητό, ότι δεν είχαμε Σύνοδο Προκαθημένων, αλλά Σύ­νο­δο Ορθοδόξων Επι­σκό­πων. Στην άποψη που ακούσθηκε, ότι η ορ­θό­δοξη α­λή­θεια μπορεί να εκφράζεται κι από ένα πρόσωπο, δόθηκε η α­πά­ντηση ότι η θέση αυτή εί­ναι κα­ταρχήν σωστή αλλά τελικά αυτό το επιβε­βαι­ώνει η Σύ­νο­δος των Επι­σκόπων κι όχι τα μεμο­νω­μένα άτομα, τα οποία θεω­ρούν τους εαυ­τούς τους «ειδικούς». Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα ανα­φέρ­θηκαν  ο Μέγας Αθα­νάσιος και ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής 
      4. Καθιέρωση νέων θεσμών στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην Α­γί­α και Με­­γάλη Σύνοδο της Κρήτης θεωρώ ότι καθιερώθηκαν τρεις νέοι θεσμοί με πα­νορ­θόδοξη, υπερεθνική και οικουμενική  εμβέλεια. Καταρχήν υπάρχει α­νοι­­χτό το θέμα εκ νέου σύγκλησής της μετά από επτά ή και περισσότερα έτη. Ο­πό­τε, με τον τρόπο αυτό αρχίζει να καλ­λιερ­γείται μια πανορθόδοξη οικου­με­νική συνο­δική συ­νείδηση που μπορεί να εκφράζεται είτε με τη σύγκληση α­νάλογης Αγίας και Μεγάλης Συ­νόδου, είτε με τη   Σύναξη των Προ­κα­θη­μένων, είτε με τις Ε­πι­σκο­πικές Συ­νε­λεύ­σεις της Διασποράς. Γι’ αυτό και επι­σημαί­νε­ται, ότι «Η Ορθόδοξος Εκ­κλη­σία εκ­φρά­­ζει την ενότητα και κα­θο­λικότητά της εν Συνόδω.… Οι Ορθόδοξες Αυ­τοκέφαλες Εκκλησίες δεν απο­τε­λούν συνο­μο­σπονδία Εκκλησιών, αλλά την Μία, Αγία, Καθολική και Απο­στο­λική Εκ­κλησία»[6]. Το σίγουρο είναι ότι, στη Σύνοδο της Κρήτης «ετονίσθη η σημασία των Συ­νά­ξεων των Προκα­θη­μένων που έχουν πρα­γμα­το­ποιηθεί και διατυ­πώ­θηκε η πρόταση η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος  να κα­τα­στεί επα­να­λαμβα­νό­μενος θεσμός»[7].  
Επιπλέον, στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής οικονομίας αποφασίσθηκε να εξακολουθήσουν να λειτουργούν στη Διασπορά ως προ­σωρινός εκκλη­σια­στικός θε­­σμός οι Επισκοπικές Συνελεύσεις. «Αυτές απαρτίζονται από τους κα­νο­νι­κούς ε­πισκόπους, που ορίζονται από την κάθε Αυτοκέφαλο Εκκλησία, οι ο­ποίοι ε­ξα­κολουθούν να υπάγονται σε αυτήν. Η συνεπής λειτουργία των Επισκο­πικών Συνελεύσεων εγγυάται τον σεβασμό της Ορθοδόξου αρχής της συνοδικότητος»[8]. Στο σημείο αυτό να τονισθεί η θετική εμπειρία από την λειτουργία του θεσμού αυτού, που σημειώθηκε από τον Σεβ. Μητροπολίτη Γερμανίας κ. Αυγουστίνο αλλά και τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο Αμερικής κ. Δη­μή­τριο. Στη Γερμανία οι ορθόδοξοι χριστιανοί όλων των εθνικοτήτων, χάρη στο θεσμό αυτό, αναγνω­ρί­ζο­νται από τις αρχές του Γερμανικού Κράτους ως η τρίτη στη σειρά θρη­σκευ­τική κοι­νό­τη­τα με θετικά αποτελέσματα για τα μέλη της. Ε­πίσης, επισημάνθηκε, για λόγους αποφυγής συγχύ­σεως στην προς τα έξω εκπροσώπηση και την εικόνα της Ορθοδοξίας γενι­κό­τερα, οι επίσκοποι των άλλων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών στη Διασπορά να μην εκλέγονται με τον ίδιο τίτλο που έχουν οι επίσκοποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
5. Η προτεραιότητα των ποιμαντικών προβλημάτων. Εάν μελετήσει κά­­ποιος προσεκτικά τα έξι κείμενα, την Εγκύκλιο αλλά και το Μήνυμα της Συνόδου, θα διαπιστώσει ότι δεν δίδεται προτεραιότητα σε αφη­ρη­μέ­νη ιδε­ο­λογική ορθοδοξία, αλλά σε συγκεκριμένα ποι­μα­ντικά προβλήματα. Αυτά θε­ω­ρούνται με βάση τις αρχές της πί­στεως, το δόγμα και το ήθος της Ορ­θο­δόξου Καθολικής Εκκλησίας. Θέτοντας τις βάσεις της ορ­θό­δοξης χρι­στια­νικής ανθρωπολογίας η Εκκλησία απέναντι στον σύγχρο­νο εκκοσμι­κευ­μένο κόσμο που προτάσσει τον «ανθρωποθεό», «προβάλλει τον Θεάν­θρωπον ως έσχατον μέτρον των πάντων»[9]. Έτσι  στις αποφάσεις της Συ­νόδου γίνεται λό­γος για την αξία του ανθρώπινου προσώπου, την ελευθερία και την ευ­θύνη, την ειρήνη και τη δικαιοσύνη, τον πόλεμο, τις φυλετικές διακρίσεις, τη χρι­στιανική οι­κο­γένεια και το γάμο, τα ό­ρια της επι­στήμης, (εδώ θα μπο­ρούσε να γίνει ιδιαίτερος λόγος για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές ε­πι­στήμες) τη βιοηθική, τα ανθρώπινα δικαι­ώματα, τη μετα­νά­στευ­ση, τη χρι­στιανική άσκηση, την οικο­λογική κρί­ση, τον κί­νδυνο της απρό­σω­πης ομο­γε­νο­­ποί­η­σης των ανθρώπων αφενός αλλά και του εθνο­φυ­λετισμού αφετέρου, τη «βία εν ονόματι του Θεού» που α­πο­τελεί έγκλημα, κα­θώς και για τους σύγχρο­νους οικουμενικούς δια­λόγους που «ου­δέποτε εσή­μαιναν, ούτε σημαίνουν και δεν πρόκειται να σημάνουν συμβι­βα­σμόν εις ζη­­τή­μα­τα πί­στε­ως»[10]. Στα κείμενα της Συνόδου τονίζεται ότι, οι διαχριστιανικοί διάλογοι «ελει­τούργησαν ως ευκαρία δια την Ορθοδοξίαν, δια να αναδείξη το σέβας προς την διδασκαλίαν των Πατέρων και δια να δώσει την αξιόπιστον μαρ­τυρίαν της γνησίας παραδόσεως της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκ­κλησίας»[11]  
Ορισμένα από τα κείμενα που συντάχθηκαν πριν πολλά χρόνια, είναι σχε­δόν προφητικά. Καυτηριάζουν λ.χ. τις φυλετικές διακρίσεις και την κοι­νω­­νική αδικία, αναφέρονται στους λόγους που ο­δηγούν στη μετα­νάστευ­ση και επισημαίνουν: « Αείποτε η εκκλησιαστική φι­λαν­θρωπία δεν περιωρί­ζε­το απ­λώς εις την περιστασιακήν αγαθοεργίαν προς τον ενδεή και τον πά­σχο­ντα, αλλά απέβλεπε και εις την απάλειψιν των αιτίων, τα ο­ποία δη­μιουρ­γούν τα κοινωνικά προβλήματα»[12]. Δηλαδή, δεν μπορεί να μετατραπεί η Εκκλησία σε κοινωνική υπηρεσία.
  Είναι χαρακτηριστικό ένα μικρό απόσπασμα για τα ΜΜΕ: «Τα μέσα γενικής ενημερώσεως ουχί σπανίως τελούν υπό τον έλεγχον μιάς ιδεολογίας φιλελευθέρας παγκοσμιοποιήσεως και ούτω καθίστανται δίαυλοι διαδόσεως του καταναλωτισμού και της ανηθικότητος»[13]. Επιπλέον επισημαίνεται η έλλειψη σεβασμού στις θρησκευτικές αξίες που φθάνει μέχρι τη βλασφημία και προειδοποιούνται οι χριστιανοί για τον κίνδυνο επηρεασμού των συνει­δή­σεων και χειραγώγησης των ανθρώπων[14].  
7. Αρνητική κριτική της εικόνας. Έχουν διατυπωθεί πολλές α­πό­ψεις για τη σκο­πι­μό­τητα, τους στόχους, τα επιλεχθέντα θέματα, τα συμφωνηθέ­ντα πα­νορ­­θοδόξως κείμενα, τον τρόπο εκπροσώπησης των Αυτοκεφάλων Ορθο­δό­ξων Εκκλησίων, τον κανονισμό και εν γένει τις δια­δικασίες συγκλή­σεως της Μεγάλης Συ­νό­δου.  Πριν τη Σύνοδο η κριτική α­φο­­ρούσε κυρίως ορι­σμέ­να σημεία των έξι κει­μένων ερ­γα­σίας. Μετά από αυτή, ε­πει­δή τα κείμενα έ­τυχαν σο­βα­ρής επε­ξερ­γασίας και πανορθόδοξης συ­νο­δι­κής α­πο­δοχής, η κρι­τική γίνεται με βάση την εικόνα.
Υπάρχουν σοβαρές εν­δεί­ξεις ότι, όσοι ασκούν κακόπιστη αρνητική κρι­τι­κή στη Σύ­νοδο της Κρήτης, α) δεν έ­χουν μελετήσει σε βάθος αυτά καθαυτά τα κείμενα, β) αγνοούν τις εκκλη­σια­στικές γραμματειακές πηγές και την ανάλογη θεο­λογική ορολογία της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας, γ) περιορίζονται στην ει­κο­νική παρουσίαση, τον θε­ο­­λογικό δι­αδικτυακό αυτισμό της μο­νομέ­ρειας και τον εκκοσμικευμένο θεολογικό λόγο, δ) εκφράζουν ατο­μικές θεο­λο­γικές απόψεις προ­τεσταντικού τύ­που, και ε) απα­ξιώ­νουν το Συ­νοδικό θεσμό της Εκκλη­σίας αδιαφορώντας για την καθολική αλήθεια.     
 Η εικόνα λειτουργεί συμβολικά και παρουσιάζει οπτικά και αποσπα­σμα­τι­κά την αλήθεια. Όσοι απαξίωσαν με ακραίο τρόπο τη Σύνοδο δεν ασχο­λή­θη­καν τόσο με τα κείμενα που όντως είναι μνημειώδη, όσο με την εικόνα. Η ΕΡΤ μετέ­δωσε απευθείας δύο λατρευτικές Συνάξεις ( Κυριακή Πεντη­κο­στής και Κυριακή Αγίων Πάντων ) και δύο συνεδρίες (την πρώτη και την καταλη­κτήρια). Στις τρεις από τις ζω­ντανές καλύψεις ήταν παρόντες οι αιρετικοί και ετερόδοξοι, στους οποίους δεν δόθηκε ποτέ ο λόγος, ούτε για προσφωνήσεις. Ό­μως, η εικόνα αυτή νομίζω, ότι διεγείρει αρνητικά  αντανακλαστικά ενα­ντίον της Συνόδου, αφή­νει να εννοηθεί, ότι η συζήτηση αφορούσε αποκλει­στικά τις σχέσεις με τους ε­τε­­ρο­δόξους, οι οποίοι έτσι αμνη­στεύ­θηκαν θεο­λογικά. Το ελληνικό κοινό, κληρικοί και λαϊκοί, που παρακολούθησαν ειδικά τη Θεία Λειτουργία των Αγίων Πάντων αγνοούν, (κι εδώ η ποιμαντική ευθύνη είναι μεγάλη για την υπεύθυνη ενημέρωση του κλήρου και του λαού), την παλαιά παράδοση που επικρα­τούσε στο Σι­νά, τα Ιεροσόλυμα και αλλού,  ότι όταν επισκέπτονταν ειρηνικά τους Α­γίους Τόπους χριστιανοί της Δύ­σεως, οι Ορ­­θό­δοξοι τους δέχονταν στη λα­τρεία, δεν τους κοινωνούσαν, αλλά τους έδιδαν το α­ντίδωρο ή την Πανα­γία (Βαλσα­μών Πα­τριάρχης Αντιο­χεί­ας, Γεν­νά­διος Σχολά­ριος Πατριάρχης Κων/πόλεως, Δο­σίθεος Ιερο­σο­λύ­μων κλπ.). Άφηναν δηλαδή ένα περιθώριο ε­πι­­στρο­φής των ετεροδόξων στην Ορθό­δοξη Εκκλησία. Την τακτική αυτή είχα διαπιστώσει προσωπικά ως φοιτητής στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Αγίου Όρους από τον Γέροντα Γαβριήλ. 
Επίσης η άγνοια, η καχυποψία και η εμπαθής επιθυμία αυτοδικαίωσης ορισμένων θεολόγων και επισκόπων τους οδήγησε να μην πα­ρατηρήσουν ότι, για πρώτη φορά σε Πανορθόδοξο κεί­μενο απο­κλεί­εται η ουνία[15] και κάθε άλλη προκλητική ενέργεια ομολογιακού α­ντα­γωνισμού, ύ­στε­ρα από πρό­τα­ση του Μακαριωτάτου Αρχιεπ. Αθηνών κ. Ιε­ρω­νύμου που επανέφερε στο προ­­σκή­νιο της συζήτησης ο Σεβ. Μη­τρο­πολίτης Ιερισσού και Αγίου Όρους κ. Θεό­κλη­τος. Επίσης ορισμένοι, στην προσπάθειά τους να δικαιώσουν τις ι­δεο­λη­­ψίες και τις εμμονές τους  απο­σιωπούν τη σαφή αναφορά στην Εγκύκλιο της Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης των Συνό­δων επί Μ. Φωτίου του (879-880) και του 14ου αι­ώνος επί Αγίου Γρηγορίου Πα­λα­μά που παγίωσαν την περί εκπο­ρεύσεως του Αγίου Πνεύματος διδασκαλία και τη μέθεξη του ανθρώπου στις άκτιστες θείες ενέργειες[16].
Επίλογος
Τελικά οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης και τα πυκνογραμμένα θε­ο­λογικά κείμενα που εγκρίθηκαν από τους 160 και πλέον επισκόπους είναι ιστορικά. Ωστόσο, κρίνονται στο παρόν, θα κριθούν και ίσως χρειασθεί να συμπληρωθούν και στο μέλλον και θα φανεί μετά από αρκετό χρονικό διά­στη­μα η οικουμενική εμβέλεια και η αξία τους για τους χριστιανούς και την πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία δεν υπάρχει για τον εαυ­τό της αλλά για το λαό του Θεού. Αποδείχθηκε στη Σύνοδο της Κρήτης ότι, η Ορθό­δο­ξη Εκκλησία δεν είναι ένας διεθνής γρα­φειοκρατικός οργανισμός με εγκό­σμια δύναμη, αλλά θεαν­θρώπινος θεσμός που αναζωπυρώνει διαρκώς τα χα­ρίσματα των μελών της. Οριοθετεί την πί­στη της, διασφαλίζει την εν Χριστώ σωτηρία των πιστών και κάνει γνωστούς τους πνευματικούς της θη­σαυ­ρούς στον σύμπαντα κόσμο. Δεν τοξεύει κανέναν αλλά μάλλον τοξεύε­ται και η δύναμή της «ἐν ἀσθενεία τελειοῦται»[17].      

[1] Μάρκ. 10, 35-45.
[2] Εφεσ. 4,3.  
[3] Εισηγητική Ομιλία της Α.Θ.Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου κατά την έναρξιν των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (20 Ιουνίου 2016).
[4] Βλ. Επιστολή Πατριάρχου Αντιοχείας για τα 25 χρόνια ποιμαντορίας του Οικουμενικού Πατριάρχου.  
[5] Ματθ. 18, 19-20.
[6] Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθδόξου Εκκλησίας προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως, § 1,2.
[7] Μήνυμα… § 1,3)
[8] Μήνυμα… § 1,2.
[9] Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, V, § 10,2.
[10] Εγκύκλιος…, VII, § 20.
[11] Ό.π.
[12] Εγκύκλιος…, VI, § 19.
[13] Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον, ΣΤ΄, 8.
[14] Ό.π.
[15] Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον, § 23.
[16] Εγκύκλιος… § 1,4.

[17] Βλ. Β΄Κορ. 12,9.

1 σχόλιο:

Αθανάσιος Κοταδάκης είπε...

Απλά, λιτά, ευρύτερα κατανοητά. Άκρως τεκμηριωμένα Αγιογραφικά, Πατερικά, έγκυρα ορθόδοξα και θεολογικά. Και από άμεση εμπειρία, τίμια και ειλικρινά, με ευθύτητα ένθεν κακείθεν, ήπια, ειρηνικά, αλλά και αταλάντευτα σταθερά. Με νόημα και νεύμα προς κάθε κατεύθυνση. Καλό είναι να πουν λόγο και άλλοι με υπογραφές μεστές Ορθοδοξίας και συνακόλουθης ζωής, για να απομονωθούν οι φωνασκούντες και "αφ’ εαυτών μη δυνάμενοι φαίνεσθαι, εκ του ψέγειν τους εαυτών κρείττονας δείκνυσθαι βούλονται". Θερμές ευχαριστίες, λίαν σεβαστέ ελλογιμότατε Πρωτοπρεσβύτερε.
Αθανάσιος Κοτταδάκης