Κυριακή, 20 Ιουνίου 2021

Τί διψάει ὁ ἄνθρωπος - ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

 

Τί διψάει ὁ ἄνθρωπος
«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (Ἰω. 7,37)

ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

 ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε μία ἀπὸ τὶς πιὸ μεγάλες ἑορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Ἐπειδὴ ἡ ἀκολουθία εἶνε μεγάλη, θὰ πῶ λίγα μόνο λόγια ἐπάνω στὸν πρῶτο στίχο τοῦ εὐαγγελίου.

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς βρέθηκε στὰ Ἰεροσόλυμα σὲ ἐπίσημη ἡμέρα, ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἑώρταζαν τὴν σκηνοπηγία. Γιὰ νὰ θυμοῦνται δηλαδὴ τὴν ἱστορία τους, ἔβγαιναν ὅλοι ἀπὸ τὰ σπίτια καὶ μιὰ βδομάδα κατοικοῦσαν σὲ σκηνές, γιὰ νὰ μὴ ξεχνοῦν, ὅτι κάποτε οἱ πρόγονοί τους ἔζησαν στὴν ἔρημο κάτω ἀπὸ σκηνές.

Τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἑορτῆς ὁ Κύριος στάθηκε στὰ σκαλιὰ τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος καί, ὅπως λέει τὸ εὐαγγέλιο, «ἔκραξε», φώναξε δυνατά(Ἰω. 7,37). Ἂς τ᾿ ἀκούσουν αὐτὸ ὅσοι δυσανασχετοῦν ὅταν κάποτε ὁ ἱεροκήρυκας ὑψώνῃ τὴ φωνή. Καὶ ὁ Χριστὸς «ἔκραξε». Ὅπως φωνάζει ἡ μάνα ὅταν βλέπῃ τὸ παιδὶ νὰ κινδυνεύῃ, ὅπως κράζει ἡ ὄρνιθα ὅταν βλέπῃ τὸ γεράκι νὰ ὁρμᾷ στὰ πουλιά της, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός. Φώναξε, γιὰ ν᾽ ἀκούσουν ὅλοι καὶ νὰ δώσουν μεγαλύτερη προσοχὴ στὰ λόγια του.

Καὶ τί εἶπε; Ὁ Χριστὸς τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἀπηύθυνε μία πρόσκλησι πρὸς ὅλους ἀνεξαιρέτως, πρόσκλησι ποὺ φτάνει καὶ σ᾽ ἐμᾶς· «Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (ἔ.ἀ.).

Ὁμιλεῖ γιὰ δίψα. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ τὴ σωματικὴ δίψα. Αὐτὴ τὴν αἰσθάνονται ὅλοι, ἀκόμα καὶ τὰ ἄγρια θηρία. Ἐδῶ ὁμιλεῖ γιὰ κάποια ἄλλη δίψα, δίψα πνευματική, ποὺ μόνο ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ τὴν ἱκανοποιήσῃ.

* * *

Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, εἶνε διπλός, σῶμα καὶ ψυχή. Κι ὅπως διψάει τὸ σῶμα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ χωρὶς νερό, ἔτσι διψάει καὶ ἡ ψυχή. Ποιά εἶνε ἡ δίψα της; Ὅταν λέει δίψα ἐδῶ ὁ Χριστός, ἐννοεῖ τοὺς εὐγενεῖς πόθους, ἐπιθυμίες καὶ ὄνειρα. Τὸ ζῷο τοῦ πετᾷς λίγο σανὸ καὶ μένει εὐχαριστημένο· ὁ ἄνθρωπος, κάθε ἄνθρωπος, μπορεῖ νὰ τὸν βάλῃς μέσα σὲ παλάτι, μπορεῖ νὰ τοῦ δώσῃς ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, μπορεῖ νὰ τὸν ντύσῃς μὲ μετάξια, κι ὅμως δὲν ἱκανοποιεῖται· ζητάει κάτι ἀνώτερο, ὑψηλότερο. Τί διψάει ὁ ἄνθρωπος;

Διψάει πρῶτα - πρῶτα τὴν ἀλήθεια. Ἐπιθυμεῖ νὰ γνωρίσῃ, νὰ μάθῃ, κάθε τὶ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ τὸν περιβάλλει, καὶ ἐπιστρατεύει τὴν ἐπιστήμη του, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νὰ τοῦ δώσῃ ἀπαντήσεις στὰ ἀμέτρητα ἐρωτήματα ποὺ γεννῶνται. Ἀπ᾿ ὅλα ὅμως τὰ ἐρωτήματα τῆς φυσικῆς, τῆς χημείας, τῆς ἀστρονομίας, τῆς πυρηνικῆς ἐνεργείας κ.τ.λ., τὸ σπουδαιότερο εἶνε τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸν ἑαυτό του· τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ποὺ μόνος ἀπ᾿ ὅλα τὰ ζῷα πλάστηκε νὰ βαδίζῃ ὄρθιος. Πῶς ἦρθε στὴν ὕπαρξι, πῶς βρέθηκε στὴ ζωή; Ἀπὸ ποῦ προέρχεται, ποιά ἡ καταγωγή του; Ποιός ὁ προορισμὸς καὶ ποιό τὸ νόημα τῆς ζωῆς του; Γιατί ὑπάρχει στὸν κόσμο αὐτόν; μήπως γιὰ νὰ πλουτίζῃ, ν᾿ ἀγοράζῃ, νὰ χτίζῃ μέγαρα, νὰ γλεντᾷ καὶ ν᾽ ἀπολαμβάνῃ ἡδονές; Ἐὰν εἶνε ἔτσι, τότε θά ᾽πρεπε νά ᾽νε ἱκανοποιημένος. Ἀλλ᾽ ἀκούω κάποιον ποὺ τὰ ἀπήλαυσε ὅλα αὐτά, νὰ λέῃ ὅταν ἔφτασε πλέον στὸ γῆρας· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης»(Ἐκκλ. 1,2). Τί εἶνε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος; Οἱ ἀπαντήσεις τῶν φιλοσόφων εἶνε λαβύρινθος· χίλιοι φιλόσοφοι - χίλιες γνῶμες, δὲν ὑπάρχει ἀπάντησι ἱκανοποιητική.

Διψάει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀλήθεια, μὰ δὲν τὴ βρίσκει. Διψάει ἀκόμα τὴ δικαιοσύνη. Κάθε ἐποχὴ διψᾷ δικαιοσύνη, ἀλλὰ ἡ δίψα αὐτὴ ἔχει φουντώσει κατ᾿ ἐξοχὴν στὴ δική μας γενεά· οἱ μικροὶ ζητοῦν προστασία ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν μεγάλων. Καὶ ὅμως ὁ ἄνθρωπος βλέπει οἱ ἀδύνατοι νὰ εἶνε τὰ θύματα μιᾶς ἀγρίας ἐκμεταλλεύσεως, βλέπει τὸ κακὸ καὶ τὴν ἀδικία νὰ κυριαρχοῦν. Πίσω ἀπὸ τὶς ἐπισημότητες τῶν δῆθεν πολιτισμένων διπλωματῶν, μὲ τὰ γάντια καὶ τοὺς χαρτοφύλακές τους, βλέπει νὰ ἰσχύῃ ἕνας νόμος· ὄχι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ μας, ἀλλὰ ὁ νόμος τῆς ζούγκλας «τὸ μεγάλο θηρίο καὶ τὸ μεγάλο ψάρι τρώει τὸ μικρό». Βλέπει τὴν ἀδικία νὰ κορυφώνεται στὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐθνῶν. Καὶ τότε φωνάζει ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας καὶ τὸ ἀκοῦμε τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα· «Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς» καὶ «Πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσθες κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς»(Ἠσ. 26,9,15).

Διψᾷ ὁ ἄνθρωπος ἀλήθεια κι ἀλήθεια δὲ βρίσκει, διψᾷ δικαιοσύνη καὶ δικαιοσύνη δὲ βρίσκει. Διψᾷ ἐπίσης τὴ χαρά. Δὲν πλάστηκε γιὰ τὴ λύπη. Ἐὰν τὸ πουλὶ πλάστηκε γιὰ τὸν ἀέρα καὶ τὸ ψάρι γιὰ τὴ θάλασσα, κι ὁ ἄνθρωπος δὲν πλάστηκε γιὰ τὴν ὀδύνη, γιὰ νά ᾽νε μελαγχολικός· εἶνε πλασμένος γιὰ τὴ χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ. Κι ὅμως τὴ χαρὰ δοκιμάζει μὲ τὸ σταγονόμετρο σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο. Πλεονάζει ἡ λύπη. Συχνὰ ὁ ἄνθρωπος ποτίζεται μὲ πικρία γιὰ ὅσα γίνονται. Οἱ μεγαλύτερες μάλιστα πικρίες στὴ ζωὴ —σημειῶστε το— δὲν προέρχονται ἀπὸ τοὺς ἔξω, τοὺς ξένους· προέρχονται ἀπὸ τοὺς οἰκείους, τοὺς δικούς μας ἀνθρώπους. Ἡ γυναίκα φαρμακώνεται ἀπὸ τὸν ἄντρα ποὺ ἀγάπησε καὶ πρὸς χάριν του ἐγκατέλειψε τὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα της. Ὁ ἄντρας φαρμακώνεται ἀπὸ τὴ γυναῖκα ποὺ λάτρευσε σὰν ἄγγελο. Οἱ γονεῖς φαρμακώνονται ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ γέννησαν. Ἡ μεγαλύτερη πικρία δὲν εἶνε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς· εἶνε ἀπὸ ἀδελφούς, συγγενεῖς καὶ φίλους. Θὰ μείνῃ αἰώνιος ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «Ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ»(Ματθ. 10,36)· οἱ μεγαλύτεροι ἐχθροὶ εἶνε οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, ποὺ συχνὰ δὲν τὸν αἰσθάνονται, δὲν τὸν καταλαβαίνουν, δὲν τὸν πονοῦν· ἔχουν ἄλλο φρόνημα.

Παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅμως τί διψάει ὁ ἄνθρωπος, ἀδελφοί μου; Ἔρχεστε στὴν ἐκκλησία; παρακολουθεῖτε τὸν ὄρθρο; ἀκοῦτε ἐκεῖνο τὸν πεντηκοστὸ ψαλμό; Ἐκεῖ ὁ Δαυΐδ, ὁ ἔνδοξος βασιλιᾶς, ζητάει ἀπὸ τὸ Θεὸ αὐτὸ ποὺ διψοῦμε καὶ ὅλοι ἐμεῖς· «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός»(Ψαλ. 50,12). Καθαρὴ καρδιά. Ὤ, δῶστε μου ἕναν ἄνθρωπο, ἄντρα ἢ γυναῖκα, ποὺ νά ᾽χῃ καρδιὰ καθαρὴ ἀπὸ κακοὺς λογισμοὺς καὶ ἐπιθυμίες, καθαρὴ ἀπὸ πάθη καὶ μίση καὶ ἔχθρες· δῶστε μου μιὰ τέτοια καρδιὰ καὶ σᾶς χαρίζω ὅλα τ᾿ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου. Δὲν ἔχουμε καθαρὴ καρδιά. Ποιός εἶνε ἀναμάρτητος; Καὶ μία μέρα, καὶ μία ὥρα, κ᾿ ἕνα λεπτὸ ἀκόμα νὰ ζήσῃς, δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι «καθαρὸς ἀπὸ ῥύπου» (Ἰὼβ 14,4). Τὸ συναισθάνεται αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος καὶ ζητάει συγγνώμη ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τ᾿ ἁμαρτήματά του καὶ λέει· Δός μου, Κύριε, καθαρὴ καρδιά, σὰν τὴν καρδιὰ ποὺ εἶχαν οἱ ἅγιοι, οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ἀσκηταί.

* * *

Διψᾶμε, ἀγαπητοί μου, γιὰ ἀλήθεια, γιὰ δικαιοσύνη, γιὰ χαρά, γιὰ καθαρὴ καρδιά. Ποῦ θὰ τὰ βροῦμε αὐτά; Ἀλλοῦ βρίσκονται κι ἀλλοῦ τὰ ψάχνουμε ἐμεῖς. Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Νά ᾿μουν ζωγράφος, θά ᾿παιρνα τὸ πινέλλο νὰ ζωγραφίσω ἕναν ἐξερευνητὴ ποὺ βαδίζει μέσα σὲ μιὰ ἔρημο, κ᾽ ἔχει πάρει μαζί του ὅλα τὰ ἐφόδια (ἐργαλεῖα, λεφτά, φαγητό, ροῦχα, παπούτσια, καπέλλο, ραδιόφωνο, μαγνητόφωνο, φωτογραφικὴ μηχανὴ κ.τ.λ.), ἀλλὰ ξέχασε τὸ πιὸ ἀπαραίτητο· ἕνα παγούρι μὲ νερό. Ξέχασε τὸ νεράκι! Ἀνοίγει τὸ ῥαδιόφωνο κι ἀκούει ἀπατηλὰ λόγια καὶ τραγούδια. Ὅταν ὅμως θὰ διψάῃ, τί νὰ τὰ κάνῃ ὅλ᾽ αὐτὰ ποὺ προσφέρει ὁ μηχανικὸς πολιτισμός; Μένει διψασμένος στὴν ἔρημο. Αὐτὴ τὴν εἰκόνα παρουσιάζει ὁ προφήτης Δαυῒδ λέγοντας· Δίψασε ἡ ψυχή μου, Κύριε, μέσα σὲ τούτη τὴν ἔρημο· «ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ» (Ψαλ. 62,1).

Διψασμένοι τοῦ κόσμου, μικροὶ καὶ μεγάλοι, θέλετε ἀλήθεια νὰ ξεδιψάσετε; Μὰ δὲ βλέπετε; ποτάμι τρέχει δίπλα σας! Νὰ πεθάνετε ἀπὸ δίψα στὴ Σαχάρα δικαιολογεῖσθε, ἀλλὰ νὰ πεθάνετε διψασμένοι ἐνῷ δίπλα σας ὑπάρχει νερὸ εἶστε ἀδικαιολόγητοι. Δὲ χρειάζεται παρὰ νὰ σκύψετε καὶ νὰ πιῆτε. Δοκιμάστε. Δὲν εἶνε φαντασία ἡ πίστι μας· εἶνε ζωή, πραγματικότης. Διαβάζετε, σᾶς παρακαλῶ, τὴν ἁγία Γραφή.

Ἀνοῖξτε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὸν προφήτη Ἰεζεκιήλ. Στὴν ἀρχὴ τοῦ κεφαλαίου 47 (ΜΖ΄) θὰ δῆτε ἕνα ὅραμα. Βλέπει ὁ προφήτης νὰ βγαίνῃ νερὸ ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ νὰ γίνεται ῥυάκι. Γιὰ χίλια μέτρα μῆκος τὸ νερὸ φτάνει μέχρι τὸν ἀστράγαλο. Στὰ ἑπόμενα χίλια μέτρα ἀνεβαίνει ὣς τὰ γόνατα, στὰ ἑπόμενα χίλια φτάνει μέχρι τὴ ζώνη, καὶ στὰ ἑπόμενα χίλια γίνεται πλέον ποταμὸς ἀδιαπέραστος. Στὶς ὄχθες του ἀναπτύσσεται πλουσία βλάστησι καὶ καρποφόρα δέντρα, ἐνῷ τὰ ζωογόνα νερά του ἀποδίδουν ἄφθονη ἁλιεία.

Τί εἰκονίζει ὁ ποταμὸς αὐτός; Τὴν πίστι μας καὶ τὴν αὔξησί της διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Αὐτὴ εἶνε τὸ ῥυάκι, ποὺ πήγασε ἀπὸ τὶς πληγὲς τοῦ Ἐσταυρωμένου. Σιγὰ - σιγὰ μεγαλώνει καὶ γίνεται ἀείρροος ποταμὸς ποὺ ἀρδεύει μὲ τὰ νάματά του τὸ πρόσωπο ὅλης τῆς γῆς. Αὐτὴ εἶνε ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἵδρυσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ εὐλογεῖτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: