Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ: Τα «προσκυνηματικά αφηγήματα» - του κ. Ι. Χ. Δασουρά

 

 ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ:
Τα «προσκυνηματικά αφηγήματα»

του κ. Ι. Χ. Δασουρά
Υπ. Διδάκτορα Θεολογίας ΕΚΠΑ

Την αποφασιστική ώθηση για την καθιέρωση και άνθιση του χριστιανικού προσκυνήματος θεωρείται γενικώς πως έδωσαν οι Μ. Κωνσταντίνος και Αγία Ελένη, άμα τη λήξει των διωγμών και την καθιέρωση της ανεξιθρησκείας του 313. Ο πρώτος χριστιανός Ρωμαίος αυτοκράτορας μαζί με τη μητέρα του ανέδειξαν τους ιερούς χριστιανικούς τόπους, ανεγείροντας «μαρτύρια» στις τοποθεσίες εκείνες που συνδέονταν με την επίγεια ζωή και δράση του Υιού και Λόγου του Θεού ως Ιησού Χριστού[1]. Επικρατεί ωστόσο διχογνωμία σχετικά με τις απαρχές του χριστιανικού προσκυνήματος.

Εικόνα 1. Εμμ. Τζάνες, Φορητή εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου & Ελένης. Β’ μισό 17ου αι. ΒΧΜ

Ερευνητές όπως οι P. Maraval, M. Dietz και J. Taylor δέχονται μεν πως πριν από τον Μ. Κωνσταντίνο υπήρχαν ταξιδιώτες προς τους Αγίους Τόπους, αλλά πως δεν πρέπει να τους αποδοθεί ο χαρακτηρισμός του «προσκυνητή», καθώς το ενδιαφέρον τους δεν ήταν θρησκευτικό, αλλά απλώς εξερευνητικό[2]. Στον αντίποδα, οι E. D. Hunt, J. Wilkinson και K. Holum υποστηρίζουν πως και πριν από τον Μ. Κωνσταντίνο υπήρχαν ταξιδιώτες που επισκέπτονταν τους Αγίους Τόπους εμφορούμενοι από σαφή θρησκευτικά κίνητρα, όπως οι Ωριγένης, Μελίτων Σάρδεων, Πιόνιος κα, και επομένως το ταξίδι της αυγούστας Ελένης προς την αγία Γη ναι μεν είχε μεγάλο αντίκτυπο στη διάδοση του χριστιανικού προσκυνήματος, αλλά δεν ήταν αυτό που άνοιξε το δρόμο[3].
Είναι βέβαιο πως από το β’ μισό του 4ου και σταθερά μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, προσκυνητές συνέρρεαν κατά κύματα από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας προς τους Αγίους Τόπους και την Αίγυπτο. Διακινδύνευαν τη ζωή, την ασφάλεια και τις οικονομίες τους προκειμένου να επισκεφτούν τα μέρη όπου διαδραματίστηκαν τα μεγάλα γεγονότα της Βίβλου, να προσκυνήσουν τα χώματα που αγίασε με την επί γης παρουσία του ο Κύριος και τους «ζωντανούς» τάφους των μαρτύρων[1], καθώς και να απαντήσουν τους φημισμένους αναχωρητές, τα μοναστήρια και όσους ασκήτευαν στις άνυδρες περιοχές της ερήμου του Σινά[2]. Οι προσκυνητές αυτοί εκπροσωπούσαν όλα τα κοινωνικά στρώματα της εποχής· επρόκειτο για απλούς ανθρώπους και των δυο φύλων, αλλά και πλούσιους, συγκλητικούς, εκκλησιαστικούς και ανώτατους κρατικούς αξιωματούχους[3].

Εικόνα 2. Το σύμπλεγμα  του Αγίου   Τάφου. Ξύλινη σφραγίδα άρτου   ευλογίας.  Ιεροσόλυμα, π. 700.  Μουσείο   Τέχνης, Cleveland

Κοντά στους ναούς και τα μαρτύρια που ανεγείρονταν στους ιερούς τόπους η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αποκαλύψει ανασκαφικά κτίσματα που  εξυπηρετούσαν τους  επισκέπτες – προσκυνητές όταν έφθαναν στον προορισμό τους, ξενώνες, λουτρά και μεγάλες αυλές, οινοποιία, κεραμικά εργαστήρια, καθώς και πιθανές κατοικίες των ντόπιων που λειτουργούσαν τα προσκυνήματα[1].

Εικόνα 3. Πήλινο φιαλίδιο, ευλογία του αγίου Μηνά, Μουσείο Μπενάκη

Στην ευκολότερη μετακίνηση των πιο εύπορων ταξιδιωτών συνέβαλλαν οι τοπικές αρχές, ενώ σταθμοί (mansions ή mutations) είχαν ιδρυθεί κατά μήκος των δρόμων[1], καθώς και απλά πανδοχεία[2]. Με τα προσκυνήματα συνδέονται τέλος και οι λεγόμενες «ευλογίες» με τις οποίες εφοδιάζονταν οι πιστοί πριν επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Επρόκειτο για διακοσμημένα πήλινα μετάλλια και μεταλλικά ή πήλινα φιαλίδια που κατασκευάζονταν στους προσκυνηματικούς χώρους και περιείχαν αγιασμένες ουσίες: χώμα από την Αγία Γη, μύρο, έλαιο, αγιασμό κα. Είχαν για τους προσκυνητές ισχύ φυλακτού, έφεραν θαυματουργικές ιδιότητες, ενώ παράλληλα ήταν και αναμνηστικά του ταξιδιού που πραγματοποίησαν[3]. Ήταν δε φυσικό επακόλουθο τα παλαιστινιακά αυτά «ενθύμια» να φτάσουν σε όλη τη μεσαιωνική Ευρώπη και να μεταφέρουν την παλαιστινιακή εικονογραφία σε χριστιανικά έργα που δεν ήταν προϊόντα της Αγίας Γης.
Τα «προσκυνηματικά αφηγήματα»
Για τα προσκυνηματικά ταξίδια και τους προσκυνητές της Ύστερης αρχαιότητας[1] πληροφορούμαστε μέσα από πλήθος γραπτών πηγών (σε επιγραφές, επιστολές, Εκκλησιαστικές Ιστορίες, κηρύγματα, Βίους αγίων). Υπάρχει ωστόσο μια ειδική κατηγορία κειμένων που μπορούμε να αποκαλέσουμε ως «προσκυνηματικά αφηγήματα». Γράφονταν από τους ίδιους τους προσκυνητές με σκοπό την αφήγηση των εντυπώσεων, περιπετειών και των απολαβών του ταξιδιού τους, για να πληροφορήσουν άλλους επίδοξους ταξιδιώτες και κάποιες φορές για να διδάξουν. Η γραφή των κειμένων αυτών εγγίζει τα όρια της λογοτεχνίας, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η διήγηση αποκτά γλαφυρό και μυθιστορηματικό ύφος. Στα βασικά προσκυνηματικά αφηγήματα της Ύστερης αρχαιότητας ανήκουν το Λαυσαϊκόν του Παλλαδίου, η Κατ’ Αίγυπτον των Μοναχών Ιστορία, ανωνύμου συγγραφέα, το αφήγημα του ανώνυμου προσκυνητή του Μπορντώ, το Itinerarium (Οδοιπορικόν) της Εγερίας και η Διήγησις του Αμμωνίου[2]. Προσκυνηματικά ταξίδια περιγράφονται και σε επιστολές εκκλησιαστικών ανδρών, όπως του αγίου Ιερωνύμου (Επιστολή 77Επιστολή 108 κα.) Κάθε κείμενο έχει το δικό του συγγραφικό χαρακτήρα και τις ιδιομορφίες του.

Εικόνα 4. Η διαδρομή του ανώνυμου προσκυνητή του Μπορντώ.

Η διήγηση του ανώνυμου προσκυνητή του Μπορντώ, παραδείγματος χάριν, γραμμένη πρωτοτύπως στα λατινικά, αποτελεί την πρωιμότερη σωζόμενη περιγραφή ενός προσκυνηματικού ταξιδιού. Ο άγνωστος περιηγητής (έχει διατυπωθεί η άποψη πως ενδέχεται να επρόκειτο και για γυναίκα[1]),  ξεκίνησε από το Μπορντώ της σημερινής Γαλλίας και έφτασε στους Αγίους Τόπους το 333. Σε αντίθεση με το Itinerarium της Εγερίας όπου το ύφος είναι πιο προσωπικό και η συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες τα μέρη που επισκέφθηκε[2], ο προσκυνητής του Μπορντώ αρκείται σε μια επιγραμματική καταγραφή των περιοχών από τις οποίες πέρασε, των τόπων όπου θα έβρισκε κάποιος κατάλυμα για να περάσει τη νύχτα, των σταθμών που θα μπορούσε να αλλάξει τα ζώα του και των χιλιομετρικών αποστάσεων[3]. Το κείμενο είχε ως εκ τούτου κριθεί κατά το παρελθόν ως ένας απλός ταξιδιωτικός οδηγός, με ελάχιστο θεολογικό ενδιαφέρον[4]. Ωστόσο, θεωρείται πλέον ότι στον πυρήνα του το κείμενο φέρει βαθύτερα νοήματα· πως είναι δηλαδή συνδεδεμένο με την Κατήχηση που προετοίμαζε για βάπτιση, καθώς οι αναφορές του συγγραφέα στο υγρό στοιχείο και τη ζωοποιό δύναμη που αυτό αποκτά στους Αγίους Τόπους είναι έντονες[5]. Το κείμενο προβάλλει τέλος την Ιερουσαλήμ ως το κέντρο του κόσμου[6].
Εικόνα 5. 
Η διαδρομή της Εγερίας

Τα προσκυνηματικά αφηγήματα ως ιδιαίτερη κατηγορία κειμένων γνώρισαν μεγάλη απήχηση και αναγνωσιμότητα μεταξύ των πιστών. Κάποια από τα αφηγήματα αυτά, όπως το Οδοιπορικόν της Εγερίας, το Λαυσαϊκόν και η Κατ’ Αίγυπτον των Μοναχών Ιστορία, μοιάζει σα να προετοίμαζαν και παρακινούσαν σε παρόμοια ταξίδια και άλλους επίδοξους ταξιδιώτες, λειτουργώντας μεταξύ των άλλων και ως ασφαλείς ταξιδιωτικοί οδηγοί[1]. Παράλληλα, επρόκειτο και για ψυχοφελή κείμενα. Οι ίδιοι οι συγγραφείς άλλωστε προτάσσουν ως το βασικότερο κίνητρο για την καταγραφή των ταξιδιών τους το θέμα της ψυχικής ωφέλειας και διδαχής. Το Λαυσαϊκόν παραδείγματος χάριν γράφτηκε κατά τον συγγραφέα του Παλλάδιο με στόχο τον πόθο του να προκόβει κανείς στην ευσέβεια[2], ενώ η Κατ’ Αίγυπτον των Μοναχών Ιστορία προκειμένου τόσο ο συγγραφέας, όσο και οι αναγνώστες του, να έχουν κάποιο κέρδος μιμούμενοι τις ζωές των μοναχών[3].
Είναι εύλογο να υποτεθεί ότι πολλοί χριστιανοί δεν είχαν το σωματικό, ψυχικό και οικονομικό σθένος να ανταποκριθούν σε ένα προσκυνηματικό ταξίδι, οπότε κατέφευγαν στα αφηγήματα αυτά[1]. Δίπλα στους «αληθινούς» προσκυνητές υπήρχαν και αυτοί που ήθελαν να μεταφερθούν όχι απαραίτητα σωματικά, αλλά νοητά στα άγια προσκυνήματα, να διαβάσουν ιστορίες για ασκητές της ερήμου και για θαυμαστά γεγονότα, αφήνοντας να δράσει η δική τους φαντασία, προκειμένου με τα μάτια της πίστης να «δουν», αυτά που κάποιοι άλλοι μπόρεσαν και είδαν με τους φυσικούς τους οφθαλμούς[2]. Ως ψυχοφελή έργα, ενδέχεται ακόμα να αξιοποιούνταν από τους πιστούς ως μέσο προσευχής και καλλιέργειας της εν Χριστώ αρετής, λαμβάνοντας υπόψιν το αντίστοιχη πρακτική της Οσίας Μελάνης της νεoτέρας, που στις αρχές του 5ου αιώνα πραγματοποίησε και εκείνη προσκυνηματικό ταξίδι στους Αγίους Τόπους και την Αίγυπτο[1].  
Τα αφηγήματα αυτά έχουν μυθιστορηματική δομή. Η αίσθηση της δράσης, αγωνίας και πλοκής που διατρέχουν τις γραμμές τους, τα καθιστούν λογοτεχνικά κείμενα, ενώ αποπνέουν τον ενθουσιασμό των συγγραφέων τους για αυτά που έζησαν κατά το προσκύνημα, τη χαρά και την πνευματική τους πληρότητα[1]. Παράλληλα, οι περιγραφές μακρινών, εν πολλοίς άγνωστων και δυσπρόσιτων τόπων, καθώς και οι αναφορές σε αναχωρητές που διάγουν σχεδόν άσαρκο βίο, προσδίδουν στα κείμενα αυτά έντονα «εξωτικά» στοιχεία, γνώριμα και από άλλους συγγραφείς στον ελληνορωμαϊκό κόσμο της εποχής[2], χωρίς ωστόσο να πρόκειται για φανταστικές ιστορίες[3].
Εικόνα 6. 
Παλλάδιος, Λαυσαϊκόν

Κλείνοντας, τα προσκυνηματικά αφηγήματα από κοινού με τις εικονογραφικές παραστάσεις πάνω σε φιαλίδια – ευλογίες, νομίσματα και σφραγίδες παρέχουν τοπογραφικές αναφορές του ιερού τόπου από τον οποίο προέρχονταν, δίνοντας παράλληλα στους ερευνητές ιστορικές και αρχιτεκτονικές πληροφορίες για το πως ήταν κατά την Ύστερη αρχαιότητα μνημεία που, είτε σήμερα έχουν χαθεί, είτε αλλοιωθεί με την πάροδο των αιώνων (Πανάγιος Τάφος, Σπήλαιο της Γέννησης κα)[1]. Η μεγάλη κυκλοφορία κατά τον Μεσαίωνα των προσκυνηματικών «ενθυμίων» και η ευρεία αναγνωσιμότητα των αντίστοιχων αφηγημάτων επέδρασσε στη διάδοση των αρχιτεκτονικών ρυθμών από τους Αγίους Τόπους, σε όλη την Ευρώπη, όπως μαρτυρούν οι ροτόντες στην  Πράγα  (Άγιος Σταυρός και Αγία Μαρία του Vycherad), στο Canterbury (Άγιος Αυγουστίνος) και η εκκλησία του Neuvy-St. Sepulchre στη Γαλλία[2]. Όσον αφορά δε την μνημειακή τέχνη που αναπτύχθηκε στα Ιεροσόλυμα και γενικά στα ιερά προσκυνήματα, αν και τα κείμενα των πρώτων χριστιανικών αιώνων δεν παρέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες, ωστόσο κάποιες φορές κάνουν μνεία τοιχογραφιών και ψηφιδωτών. Γίνεται αντιληπτή έτσι η μεγάλη αξία των προσκυνηματικών αφηγημάτων για τη σύγχρονη έρευνα, στις προσπάθειές της να ιχνηλατήσει τους τόπους όπου γεννήθηκε, αυξήθηκε και εν τέλει ανδρώθηκε ο χριστιανισμός.
Εικόνα 7
. Παλαιστινιακή ευλογία με απεικόνιση των Μυροφόρων στον Τάφο (κάτω) και της Σταύρωσης (επάνω), Museo  di  San  Colomban

[1] Γαλαβάρης, «Προσκυνήματα», ό.π. (υποσημ. 6), 61.
[2] Focillon, The Art of the West in the Middle Ages, 33 και 71.
[3] Ainalov, The Hellenistic Origins of Byzantine Art, 230 κε.

[1] Frank, ό.π. (υποσημ. 23), 38.
[2] Bowersock, Fiction as History, 32 – 40.
[3] Frank, ό.π. (υποσημ. 23), 38 και 43.

[1] Γερόντιος, Βίος τῆς ὀσίας Μελάνης τῆς νεωτέρας, 23. Βλ. ακόμη, Κόκκορη, «Ο βίος της Οσίας Μελάνης της Νεοτέρας, 418 – 420.
[1] Campbell, The Witness and the Other World, 18.
[2] Frank, The Memory of the Eyes, 102 – 114.

[1] ό.π., 140.
[2] Αυγουστίνος μοναχός (επιμ.), Η προς Λαύσον Ιστορία, 1914, 2.
[3] ό.π., 188 – 189: «[…]ἐτόλμησα πρὸς τὴν διήγησιν ταύτην τραπῆναι, ἵνα καμοί τι κέρδος γένηται τῆς αὐτῶν ὠφελείας, μιμησάμενον αὐτῶν τὴν πολιτείαν καὶ τὴν παντελῆ τοῦ κόσμου ἀναχώρησιν καὶ ἡσυχίαν διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν ἀρετῶν, ἧς μέχρι τέλους κατέχουσιν.».

[1] ό.π., 20.
[2] Βλ. χαρακτηριστικά, Αιθερίας, Οδοιπορικόν, 79 – 80: «Αὐτὴν τὴν ἡμέρα ἐπισκεφθήκαμε καὶ ἄλλους ἁγιωτάτους μοναχούς, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἡλικίας ἢ ἀσθενείας δὲν ἡμποροῦσαν νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν Λειτουργία, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν εὐχαρίστησι νὰ μᾶς ὑποδεχθοῦν εἰς τὰ κελλία τους μὲ μεγάλη φιλοφροσύνη. […] Γνωρίζω ὅτι πάντοτε καὶ μὲ κάθε τρόπο πρέπει νὰ δοξάζω τὸν Θεόν, καὶ δὲν θέλω νὰ ὁμιλῶ μόνον γιὰ τὴν τόση χάρι, πού μὲ ἀξίωσε νὰ λάβω, ἐπιτρέποντας εἰς ἐμέ, τὴν τόσον ἀναξία τῆς προνοίας Του, νὰ ἐπισκεφθῶ ὅλους τοὺς τόπους, ποὺ δὲν ἄξιζα νὰ τοὺς ἰδῶ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι, ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ἀξιωθῶ νὰ τοὺς εὐχαριστήσω ἐπαξίως, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν τὴν εὐχαρίστησι νὰ δεχθοῦν μὲ προθυμία τὴν ταπεινότητά μου εἰς τὰ κελλία τους καὶ τοὐλάχιστον νὰ μὲ ὁδηγήσουν εἰς ὅλους τοὺς τόπους ἐκείνους, ποὺ πάντοτε ζητοῦσα νὰ τοὺς ἰδῶ, σύμφωνα μὲ τὶς Ἅγιες Γραφές.».
[3] Vanzo, «Itinerarium Burdigalense», 1 – 2. (Για το άρθρο βλhttps://doi.org/10.20935/AL766. Τελευταία προσπέλαση, 1/5/2024). Για μια πλήρη μετάφραση του έργου στα αγγλικά βλ. Itinerary from Bordeaux to Jerusalem: The Bordeaux Pilgrim (333 A.D.), μτφA. Stewart, PPTS, 1887, 1 – 35.
[4] Bowman, «A Textual Landscape», 11.
[5] Του ιδίου, «’’Mapping History’s Redemption’’, 176 – 177.
[6] Κουρκουβάτη, Χριστιανικό προσκύνημα, ό.π. (υποσημ. 3), 21.

[1] ό.π., 20.
[2] Βλ. χαρακτηριστικά, Αιθερίας, Οδοιπορικόν, 79 – 80: «Αὐτὴν τὴν ἡμέρα ἐπισκεφθήκαμε καὶ ἄλλους ἁγιωτάτους μοναχούς, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἡλικίας ἢ ἀσθενείας δὲν ἡμποροῦσαν νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν Λειτουργία, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν εὐχαρίστησι νὰ μᾶς ὑποδεχθοῦν εἰς τὰ κελλία τους μὲ μεγάλη φιλοφροσύνη. […] Γνωρίζω ὅτι πάντοτε καὶ μὲ κάθε τρόπο πρέπει νὰ δοξάζω τὸν Θεόν, καὶ δὲν θέλω νὰ ὁμιλῶ μόνον γιὰ τὴν τόση χάρι, πού μὲ ἀξίωσε νὰ λάβω, ἐπιτρέποντας εἰς ἐμέ, τὴν τόσον ἀναξία τῆς προνοίας Του, νὰ ἐπισκεφθῶ ὅλους τοὺς τόπους, ποὺ δὲν ἄξιζα νὰ τοὺς ἰδῶ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι, ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ἀξιωθῶ νὰ τοὺς εὐχαριστήσω ἐπαξίως, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν τὴν εὐχαρίστησι νὰ δεχθοῦν μὲ προθυμία τὴν ταπεινότητά μου εἰς τὰ κελλία τους καὶ τοὐλάχιστον νὰ μὲ ὁδηγήσουν εἰς ὅλους τοὺς τόπους ἐκείνους, ποὺ πάντοτε ζητοῦσα νὰ τοὺς ἰδῶ, σύμφωνα μὲ τὶς Ἅγιες Γραφές.».
[3] Vanzo, «Itinerarium Burdigalense», 1 – 2. (Για το άρθρο βλhttps://doi.org/10.20935/AL766. Τελευταία προσπέλαση, 1/5/2024). Για μια πλήρη μετάφραση του έργου στα αγγλικά βλ. Itinerary from Bordeaux to Jerusalem: The Bordeaux Pilgrim (333 A.D.), μτφA. Stewart, PPTS, 1887, 1 – 35.
[4] Bowman, «A Textual Landscape», 11.
[5] Του ιδίου, «’’Mapping History’s Redemption’’, 176 – 177.
[6] Κουρκουβάτη, Χριστιανικό προσκύνημα, ό.π. (υποσημ. 3), 21.

[1] Για τον όρο βλ. ενδεικτικά, Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό κράτος, 58 – 60.
[2] Κουρκουβάτη,ό.π. (υποσημ. 3), 18.

[1] Lemcke, Imperial transportation, 39 – 40.
[2] Casson, Το Ταξίδι στον Αρχαίο Κόσμο, 248 – 249.
[3] Sodini, «La terre des semelles», 77 – 79.

[1] Φωσκόλου, ό.π. (υποσημ, 5), 160 – 161.
[1] Vikan, «Byzantine Pilgrims’ art», 231 – 234.
[2] Φωσκόλου, «Λείψανα, θαύματα και ευλογίες», 158 – 160. Βλ. ακόμη, Chitty, The Desert a City, 46 – 61.
[3] Γαλαβάρης, «Προσκυνήματα», 59.

[1] Frank, «Pilgrimage», 827. Βλ. ακόμη, Hunt, Holy Land Pilgrimage, 9 – 27.
[2] Dietz, Wandering monks, 35 – 38. Βλ. ακόμη, Maraval, Lieux saints, 26. 
[3] Κουρκουβάτη, Οι απαρχές του χριστιανικού προσκυνήματος, 14 – 15.

Δεν υπάρχουν σχόλια: