Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η Κυριακή προ των Θεοφανείων μάς προετοιμάζει για
την φανέρωση του Χριστού. Πριν ακουστεί η φωνή του Πατρός και πριν κατέλθει το
Άγιο Πνεύμα «ἐν εἴδει περιστερᾶς», η Εκκλησία προτάσσει το προφητικό κήρυγμα
του Προδρόμου. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα (Μκ 1, 1–8) δεν είναι απλώς προοίμιο
μίας βιογραφίας του Ιησού· είναι θεολογική πρόσκληση σε μετάνοια, σε καθαρότητα
καρδιάς και σε αναγνώριση του Μεσσία ως του Κυρίου που έρχεται να ανακαινίσει
τον άνθρωπο.
Ο Ευαγγελιστής Μάρκος ξεκινά το ευαγγέλιό του με λόγο θεολογικό: «Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». Η “ἀρχή” δεν είναι μόνο η αρχή της αφήγησης, αλλά η απαρχή της καινῆς κτίσεως, όπως φανερώνεται μέσα στην οικονομία της σωτηρίας. Το «εὐαγγέλιον» δεν είναι ιδέα ή ηθικό πρόγραμμα· είναι γεγονός: η παρουσία του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, που εισέρχεται στην ανθρώπινη πραγματικότητα για να την θεραπεύσει και να την οδηγήσει στην θέωση. Ήδη από την πρώτη φράση ο Μάρκος ομολογεί την ταυτότητα του Χριστού, ώστε ο αναγνώστης να ακούσει τον Πρόδρομο όχι ως αυτόνομο διδάσκαλο, αλλά ως «φωνή» που δείχνει τον Ερχόμενο Μεσσία.
Στη συνέχεια παρατίθενται προφητικές μαρτυρίες: «Ἰδού
ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου… φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν
Κυρίου». Στην ορθόδοξη ανάγνωση, η προφητεία δεν είναι απλή επιβεβαίωση ότι
«έγινε όπως το είπε». Είναι αποκάλυψη ότι ο Θεός ενεργεί με συνέπεια και
παιδαγωγικό τρὀπο: προετοιμάζει τον λαό Του, δυναμώνει την προσδοκία της
σωτηρίας και καλεί τους ανθρώπους σε ελεύθερη συγκατάθεση. Η «ἔρημος» έχει
ιδιαίτερο νόημα. Είναι ο τόπος της σιωπής, της δοκιμής και της συναντήσεως με
τον Θεό, όπως στην Έξοδο. Θεολογικά, η έρημος συμβολίζει και την εσωτερική
κατάσταση του ανθρώπου όταν απομακρύνεται από την αυταρέσκεια, τα φλύαρα λόγια
και τους περισπασμούς, για να ακούσει την κλήση του Θεού.
Ο Ιωάννης εμφανίζεται «ἐν τῇ ἐρήμῳ» και κηρύττει
«βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Η μετάνοια, στην εκκλησιαστική
παράδοση, δεν περιορίζεται σε λύπη, ενοχή, ή φόβο τιμωρίας· είναι αλλαγή νου,
στροφή όλης της ύπαρξης προς τον Θεό. Το βάπτισμα του Ιωάννη είναι
προπαρασκευαστικό: φανερώνει την ανάγκη καθάρσεως και αποκαθιστά την προσδοκία
για το αληθινό βάπτισμα που θα φέρει ο Χριστός. Η «ἄφεσις» δεν νοείται ως
νομική διαγραφή, αλλά ως λύση δεσμών, αποδέσμευση από την αιχμαλωσία της
αμαρτίας, ώστε ο άνθρωπος να ζήσει σε κοινωνία με τον Θεό.
Η εικόνα του Προδρόμου —το ένδυμα από τρίχες
καμήλου, η δερμάτινη ζώνη, η τροφή με ακρίδες και μέλι άγριο— φανερώνει
ασκητικό ήθος. Δεν πρόκειται για γραφικότητα, αλλά για προφητική μαρτυρία: ο
Ιωάννης ζει λιτά για να είναι ελεύθερος να μιλήσει την αλήθεια. Στην ορθόδοξη
πνευματικότητα, αυτή η «έρημος» δεν είναι απόδραση από τον κόσμο, αλλά κάθαρση
από τα πάθη, ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να δεχθεί το φως του Θεού.
Κέντρο της περικοπής είναι η ταπείνωση και η
ομολογία του Ιωάννη: «ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου… οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι
τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ». Ο Πρόδρομος δεν διεκδικεί δόξα, δεν
συγκεντρώνει μαθητές γύρω από το πρόσωπό του ως τελικό σκοπό. Δείχνει τον
Χριστό. Έτσι γίνεται πρότυπο εκκλησιαστικής διακονίας: κάθε χάρισμα, κάθε
λόγος, κάθε έργο μέσα στην Εκκλησία οφείλει να είναι «δείκτης» προς τον Κύριο
και όχι αυτοπροβολή.
Τέλος, η διάκριση ανάμεσα στο βάπτισμα «ἐν ὕδατι»
και στο βάπτισμα «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» ερμηνεύει το θεολογικό βάθος των
Θεοφανείων. Το νερό καθαρίζει συμβολικά και προετοιμάζει· το Άγιο Πνεύμα
αναγεννά, αγιάζει και ενσωματώνει τον άνθρωπο στο Σώμα του Χριστού. Τα
Θεοφάνεια δεν εορτάζουμε απλώς ένα γεγονός του παρελθόντος· συμμετέχουμε στην
φανέρωση της Τριάδος και στην δωρεά της ανακαινίσεως της κτίσεως. Γι’ αυτό η
Εκκλησία, πριν ο Χριστός φτάσει στον Ιορδάνη, μάς ζητά να «ετοιμάσουμε οδό»: να
ισιώσουμε τα στραβά της καρδιάς μας, να συμφιλιωθούμε, να ομολογήσουμε, να
ποθήσουμε τον Θεό.
Η περικοπή του Μάρκου, λιτή και δυνατή, γίνεται
έτσι εσωτερικό προσκλητήριο. Η φωνή του Προδρόμου αντηχεί σε κάθε εποχή: η
σωτηρία δεν είναι ιδεολογία· είναι ο Χριστός που έρχεται. Η δική μας απάντηση
είναι η μετάνοια που γεννά χώρο μέσα μας, ώστε ο Κύριος να φανερωθεί, να μας
αγιάσει «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» και να μεταβάλει την έρημο της ψυχής σε τόπο Θείας
κοινωνίας.
***
Sunday before
Theophany: “Prepare the way of the Lord” (Mk 1:1–8)
The Sunday
before Theophany prepares us for the manifestation of Christ. Before the voice
of the Father is heard and before the Holy Spirit descends “in the form of a
dove,” the Church sets before us the prophetic preaching of the Forerunner. The
Gospel reading (Mk 1:1–8) is not simply the prologue to a biography of Jesus;
it is a theological summons to repentance, to purity of heart, and to
recognizing the Messiah as the Lord who comes to renew the human person.
The Evangelist
Mark begins his Gospel with a theological proclamation: “The beginning of the
gospel of Jesus Christ, the Son of God.” The “beginning” here is not only the
start of the narrative, but the dawn of the new creation, as it is revealed
within the economy of salvation. The “gospel” is not an idea or a moral
program; it is an event: the presence of Jesus Christ, the Son of God, who
enters human reality to heal it and lead it to deification. From the very first
sentence, Mark confesses Christ’s identity, so that the reader hears the
Forerunner not as an independent teacher, but as a “voice” pointing to the
coming Messiah.
Next, prophetic
testimonies are cited: “Behold, I send my messenger… the voice of one crying in
the wilderness: Prepare the way of the Lord.” In the Orthodox reading, prophecy
is not a simple confirmation that “it happened as it was said.” It is a revelation
that God acts with constancy and a pedagogical purpose: He prepares His people,
strengthens their hope for salvation, and calls human beings to a free assent.
The “wilderness” carries a particular meaning. It is the place of silence,
trial, and encounter with God, as in the Exodus. Theologically, the wilderness
also symbolizes the inner condition of a person who steps away from
self-satisfaction, empty talk, and distractions, in order to hear God’s call.
John appears
“in the wilderness” and proclaims “a baptism of repentance for the remission of
sins.” Repentance, in the Church’s tradition, is not limited to sorrow, guilt,
or fear of punishment; it is a change of mind, a turning of one’s whole
existence toward God. John’s baptism is preparatory: it reveals the need for
purification and restores expectation for the true baptism that Christ will
bring. “Remission” is not understood as a merely legal annulment, but as the
loosening of bonds—release from the captivity of sin—so that the person may
live in communion with God.
The image of
the Forerunner—his garment of camel’s hair, the leather belt, and his food of
locusts and wild honey—reveals an ascetical ethos. This is not quaint detail,
but prophetic witness: John lives simply so that he may be free to speak the
truth. In Orthodox spirituality, this “wilderness” is not an escape from the
world, but purification from the passions, so that a person can receive the
light of God.
At the center
of the passage stands John’s humility and confession: “After me comes He who is
mightier than I… the strap of whose sandals I am not worthy to stoop down and
untie.” The Forerunner does not seek glory; he does not gather disciples around
himself as a final goal. He points to Christ. In this way he becomes a model of
ecclesial ministry: every gift, every word, every work within the Church must
function as a “signpost” toward the Lord, rather than self-promotion.
Finally, the
distinction between baptism “with water” and baptism “with the Holy Spirit”
interprets the theological depth of Theophany. Water cleanses symbolically and
prepares; the Holy Spirit regenerates, sanctifies, and incorporates the human
person into the Body of Christ. At Theophany we do not simply commemorate an
event of the past; we participate in the manifestation of the Trinity and in
the gift of the renewal of creation. For this reason, before Christ arrives at
the Jordan, the Church asks us to “prepare a way”: to straighten what is
crooked in our heart, to be reconciled, to confess, and to long for God.
Mark’s passage,
concise and powerful, thus becomes an inner call. The voice of the Forerunner
resounds in every age: salvation is not an ideology; it is Christ who is
coming. Our response is repentance that makes room within us, so that the Lord
may be revealed, may sanctify us “with the Holy Spirit,” and may transform the
wilderness of the soul into a place of divine communion.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου