|
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός
τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ λέγων· |
Τότε ένας μέσα από το
πλήθος τού αποκρίθηκε: |
|
Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν
μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. |
«Διδάσκαλε, έφερα σ’ εσένα
το γιο μου, γιατί έχει μέσα του δαιμονικό πνεύμα που τον κάνει άλαλο. |
|
Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ,
ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ
εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. |
Κάθε φορά που τον πιάνει,
τον ρίχνει κάτω και τότε βγάζει αφρούς, τρίζει τα δόντια και μένει ξερός.
Είπα στους μαθητές σου να διώξουν αυτό το πνεύμα, αλλά δεν μπόρεσαν». |
|
῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ
λέγει· ῏Ω γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ῞Εως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;
Φέρετε αὐτὸν πρός με. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. |
«Άπιστη γενιά!» αποκρίθηκε
ο Ιησούς. «Ως πότε θα είμαι μαζί σας; Πόσον καιρό ακόμη θα σας ανέχομαι;
Φέρτε μου εδώ το παιδί». Εκείνοι του το έφεραν. |
|
Καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ
πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. |
Μόλις το πνεύμα είδε τον Ιησού, αμέσως τάραξε το παιδί, κι εκείνο έπεσε καταγής και κυλιόταν βγάζοντας αφρούς. |
|
Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ·
Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ῾Ο δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. |
Πόσος καιρός είναι που του
συμβαίνει αυτό;» ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα του παιδιού. Εκείνος απάντησε:
«Από μικρό παιδί. |
|
Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς
πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν
σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. |
Πολλές φορές μάλιστα και
στη φωτιά τον έριξε και στα νερά για να τον εξολοθρέψει. Αλλά αν μπορείς να
κάνεις κάτι, σπλαχνίσου μας και βοήθησέ μας». |
|
῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ
εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. |
Ο Ιησούς του είπε τούτο:
«Εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει». |
|
Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ
τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. |
Αμέσως τότε φώναξε δυνατά
ο πατέρας του παιδιού και είπε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με,
γιατί η πίστη μου δεν είναι δυνατή». |
|
᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει
ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ
κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. |
Βλέποντας ο Ιησούς ότι
συγκεντρώνεται κόσμος, πρόσταξε το δαιμονικό πνεύμα μ’ αυτά τα λόγια: «Άλαλο
και κουφό πνεύμα, εγώ σε διατάζω: βγες απ’ αυτόν και μην ξαναμπείς πια μέσα
του». |
|
Καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ
σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. |
Βγήκε τότε το πνεύμα, αφού
κραύγασε δυνατά και συντάραξε το παιδί. Εκείνο έμεινε αναίσθητο, έτσι που
πολλοί έλεγαν ότι πέθανε. |
|
῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς κρατήσας αὐτὸν
τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. |
Ο Ιησούς όμως το έπιασε
από το χέρι του, το σήκωσε, κι αυτό στάθηκε όρθιο. |
|
Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον
οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν
αὐτό. |
Όταν μπήκε ο Ιησούς στο
σπίτι, τον ρώτησαν οι μαθητές του ιδιαιτέρως: «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να
βγάλουμε αυτό το δαιμονικό πνεύμα;» |
|
Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ
γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. |
Κι εκείνος τους απάντησε:
«Αυτό το δαιμονικό γένος δεν μπορεί κανείς να το βγάλει με τίποτε άλλο παρά
μόνο με προσευχή και νηστεία». |
|
Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες
παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· |
Έφυγαν από ’κει και
προχωρούσαν διασχίζοντας τη Γαλιλαία. Δεν ήθελε ο Ιησούς να μάθει κανείς ότι
περνούσε από ’κει, |
|
ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς
αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων,
καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. |
Γιατί δίδασκε τους μαθητές
του και τους έλεγε: «Ο Υιός του Ανθρώπου θα παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων, που
θα τον θανατώσουν· την τρίτη όμως ημέρα μετά το θάνατό του θ’ αναστηθεί». |
https://drive.google.com/file/d/1QgWTvtZmf-KwwN7A80VG9YC48wXcMWBr/view?usp=sharing
https://imks.gr/wp-content/uploads/2013/02/leiturgia-meg-vasileiou.pdf
.png)
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου