Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών: Μάρκος 10:32–45
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η πορεία του Χριστού προς τα Ιεροσόλυμα, όπως την
περιγράφει ο Μάρκος (10:32–45), δεν είναι απλώς άλλη μία ιεραποστολική
περιοδεία. Είναι η φανέρωση του δρόμου της σωτηρίας: ο δρόμος της εκούσιας
ταπείνωσης και της θυσιαστικής αγάπης. Οι μαθητές «ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες
εἰς Ἱεροσόλυμα» και ο Ιησούς προπορεύεται. Αυτό το «προπορεύεται» είναι
παρηγοριά και έλεγχος μαζί: Εκείνος μπαίνει πρώτος στη θλίψη, δεν σπρώχνει τον
άνθρωπο στο σκοτάδι, αλλά τον οδηγεί ο ίδιος μέσα από τον Σταυρό προς την
Ανάσταση.
Ο ευαγγελιστής σημειώνει ότι οι μαθητές «ἐθαμβοῦντο» και «ἐφοβοῦντο». Ο φόβος τους δείχνει ότι διαισθάνονται το βάρος των όσων έρχονται, αλλά δεν τα κατανοούν ακόμη πνευματικά. Κι ενώ ο Χριστός μιλά καθαρά για το πάθος Του—παράδοση, εμπαιγμοί, μαστίγωση, θάνατος, ανάσταση—οι Ιάκωβος και Ιωάννης ζητούν θέση δόξας: «Δὸς ἡμῖν… ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου… καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων… καθίσωμεν». Τόσο εύκολα η καρδιά, ακόμη και όταν ακολουθεί τον Χριστό, μπορεί να ζητά τον Θεό ως μέσο για αυτοεπιβεβαίωση. Η Εκκλησία δεν διαβάζει αυτή την περικοπή για να κατηγορήσει τους μαθητές, αλλά για να φωτίσει το δικό μας εσωτερικό αίτημα: «Κύριε, δώσε μου…» Πόσες φορές μέσα στη νηστεία, μέσα στις προσευχές και τις προσπάθειές μας, ζητάμε τελικά μια «δεξιά θέση», μια αναγνώριση, μια σιγουριά ότι “τα καταφέρνουμε”;
Ο Χριστός απαντά με μια ερώτηση που ξεγυμνώνει τα
κρυφά κίνητρα: «Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω;» Το ποτήρι είναι η
κοινωνία με τον τρόπο υπάρξεώς Του: η αγάπη που δεν κρατά για τον εαυτό της, η
υπακοή στον Πατέρα, η προσφορά «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς». Οι μαθητές λένε
«δυνάμεθα», αλλά η δύναμη αυτή δεν είναι ανθρώπινη αυτοπεποίθηση· γίνεται δωρεά
του Θεού όταν ο άνθρωπος αφήσει να συντριβεί το θέλημά του και να θεραπευθεί η
επιθυμία του. Γι’ αυτό και ο Χριστός ξεκαθαρίζει: οι θέσεις «ἐκ δεξιῶν» και «ἐξ
εὐωνύμων» δεν είναι λάφυρα φιλοδοξίας, αλλά μυστήριο που χαρίζεται «οἷς ἡτοίμασται».
Με άλλα λόγια: η δόξα στον Χριστό περνά από τη σταύρωση του εγωκεντρισμού.
Κι όταν οι άλλοι δέκα αγανακτούν, ο Χριστός δεν
παίρνει το μέρος κανενός. Θεραπεύει όλη την κοινότητα με τη φράση-κλειδί της
εκκλησιαστικής ζωής: «οὐχ οὕτως δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν». Στον κόσμο, οι άρχοντες
«κατακυριεύουσιν» και «κατεξουσιάζουσιν». Στην Εκκλησία, το μέτρο είναι
αντίστροφο: «ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας… διάκονος», και «ὃς ἂν θέλῃ… πρῶτος… ἔσται
πάντων δοῦλος». Η μεγαλωσύνη δεν μετριέται με επιρροή, αλλά με διακονία. Δεν
φαίνεται στο πόσοι με ακολουθούν, αλλά στο πόσους σηκώνω από την πτώση. Αυτό
δεν είναι ηθικό σύνθημα· είναι αποκάλυψη του ίδιου του τρόπου υπάρξεως του
Θεού, που είναι αγάπη αυτοπροσφοράς.
Η κορύφωση έρχεται στον στίχο: «καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ
λύτρον ἀντὶ πολλῶν». Εδώ φαίνεται η καρδιά της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ο Χριστός
δεν έρχεται να απαιτήσει, αλλά να δωρίσει. Δεν σώζει από μακριά, αλλά μπαίνει
μέσα στην πληγή του ανθρώπου. Το «λύτρον» δεν είναι συναλλαγή κοσμική· είναι η
θυσιαστική αγάπη που σπάζει τα δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου, ανοίγοντας
πάλι τον δρόμο της κοινωνίας με τον Θεό.
Αυτή η περικοπή διαβάζεται την Κυριακή της Οσίας
Μαρίας της Αιγυπτίας γιατί η ζωή της είναι ζωντανή ερμηνεία της. Η Οσία δεν
ανέβηκε σε «θρόνο»· κατέβηκε στα βάθη της μετανοίας. Δεν ζήτησε θέση, ζήτησε
έλεος. Κι εκεί, στη σιωπή της ερήμου, έμαθε ότι η αληθινή δόξα είναι να
νικιέται το πάθος, να ταπεινώνεται η καρδιά και να γίνεται ο άνθρωπος διάκονος
του Θεού. Η Εκκλησία μας θυμίζει, λίγο πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, ότι ο Χριστός
πορεύεται στα Ιεροσόλυμα, και μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε όχι με όνειρα δύναμης,
αλλά με μετάνοια, διακονία και αγάπη που σταυρώνεται—για να αναστηθεί.
***
Fifth Sunday of
Great Lent: Mark 10:32–45
Christ’s
journey to Jerusalem, as Mark describes it (10:32–45), is not simply another
missionary tour. It is the revelation of the path of salvation: the path of
voluntary humility and self-sacrificial love. The disciples “were on the road,
going up to Jerusalem,” and Jesus goes before them. This “going before” is both
comfort and correction: He enters suffering first; He does not push the human
person into darkness, but leads him Himself through the Cross to the
Resurrection.
The Evangelist
notes that the disciples “were amazed” and “were afraid.” Their fear shows that
they sense the weight of what is coming, yet they do not understand it
spiritually. And while Christ speaks plainly about His Passion—betrayal,
mockery, scourging, death, resurrection—James and John ask for a place of
glory: “Grant us… that one may sit at Your right hand… and one at Your left….”
So easily the heart, even while following Christ, can treat God as a means of
self-affirmation. The Church does not read this passage in order to accuse the
disciples, but to illuminate our own inner request: “Lord, give me….” How
often, during the fast, in our prayers and efforts, do we end up seeking a
“place at the right hand,” recognition, a reassurance that we are “doing well”?
Christ answers
with a question that exposes hidden motives: “Are you able to drink the cup
that I drink?” The cup is communion in His manner of existence: love that does
not cling to itself, obedience to the Father, self-offering “for the life of
the world.” The disciples say, “We are able,” yet this ability is not human
self-confidence; it becomes God’s gift when a person allows his own will to be
broken and his desire to be healed. That is why Christ makes it clear: the
places “at the right” and “at the left” are not trophies of ambition, but a
mystery granted “to those for whom it has been prepared.” In other words, glory
in Christ passes through the crucifixion of self-centeredness.
And when the
other ten become indignant, Christ takes no one’s side. He heals the whole
community with the key phrase of ecclesial life: “But it shall not be so among
you.” In the world, rulers “lord it over” others and “exercise authority” over
them. In the Church, the measure is the reverse: “whoever desires to become
great… shall be your servant,” and “whoever desires to be first… shall be slave
of all.” Greatness is not measured by influence, but by service. It is not
shown in how many follow me, but in how many I lift up from their fall. This is
not a moral slogan; it is a revelation of God’s own mode of being, which is
love as self-offering.
The climax
comes in the verse: “For even the Son of Man did not come to be served, but to
serve, and to give His life as a ransom for many.” Here the heart of Great Lent
is revealed. Christ does not come to demand, but to give. He does not save from
a distance, but enters into the human wound. The “ransom” is not a worldly
transaction; it is self-sacrificial love that breaks the bonds of sin and
death, opening again the way of communion with God.
This passage is
read on the Sunday of Saint Mary of Egypt because her life is a living
interpretation of it. The Saint did not climb to a “throne”; she descended into
the depths of repentance. She did not ask for a position; she asked for mercy.
And there, in the silence of the desert, she learned that true glory is the
defeat of passion, the humbling of the heart, and the human person becoming a
servant of God. The Church reminds us, shortly before Holy Week, that Christ is
making His way to Jerusalem, and calls us to follow Him not with dreams of
power, but with repentance, service, and a love that is crucified—so that it
may rise again.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου