«Ὀλιγοδεΐας ἐραστές»
ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
[Κείμενό μου στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας
"Δρόμος της Αριστεράς" 773 (25-4-2026), σ. 22].
Η συζήτηση για την «απο-ανάπτυξη» ως δρόμο για ένα
μοντέλο οικονομίας που δεν θα καταστρέφει τον πλανήτη, δεν θα παρουσιάζει τον
καταναλωτισμό ως αυτοπραγμάτωση του ατόμου και δεν θα απεμπολεί την κοινωνική
δικαιοσύνη, βρίσκεται σε εξέλιξη διεθνώς, αλλά ελάχιστα στον τόπο μας. Στην
προοπτική λοιπόν του ανοίγματός της, το κείμενο που ακολουθεί* παρουσιάζει
μερικά δεδομένα της μακραίωνης θεολογικής / εκκλησιαστικής εμπειρίας, τα οποία
μπορούν να συνεισφέρουν στην οικοδόμηση του σχετικού προβληματισμού.
Λίγα λεπτά μετά την έναρξη μιας βάπτισης (και συγκεκριμένα λίγο πριν ο ανάδοχος δηλώσει ότι «αποτάσσεται» τον σατανά και τα έργα του), ο ιερέας διαβάζει μιαν ευχή όπου ξορκίζονται τα ακάθαρτα πνεύματα που πολιορκούν την ανθρώπινη καρδιά. Αν ο λειτουργός δεν πνίξει στα χείλη του τις λέξεις, κι αν οι παριστάμενοι δεν χαρίσουν όλη τους την προσοχή στη συγγενική αδολεσχία, τότε θα ακουστεί η ευχή να κάνει λόγο, συν τοις άλλοις, για «πνεύμα πλάνης, πνεύμα πονηρίας, πνεύμα ειδωλολατρίας και πάσης πλεονεξίας, πνεύμα ψεύδους…» κλπ.
Η πρώτη εντύπωση είναι προφανώς ότι η ευχή
σημειώνει κατά παράταξη διάφορα αμαρτήματα. Αν ωστόσο προσεχτεί η σύνταξη της
πρότασης, θα διαπιστωθεί ότι, ενώ το κάθε αμάρτημα ίσταται μόνο του, δύο απ’
αυτά συνδέονται μεταξύ τους σαν να αποτελούν ζεύγος: «πνεύμα ειδωλολατρίας και
πάσης πλεονεξίας». Όντως αυτό δεν είναι τυχαίο. Η ευχή απηχεί τον ορισμό που
είχε δώσει ο απόστολος Παύλος: η πλεονεξία –ούτε λίγο ούτε πολύ– αποτελεί
ειδωλολατρία.
Ο ορισμός αυτός έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθόσον
την πλεονεξία δεν την αντιλαμβάνεται απλώς ως ηθικό ολίσθημα, αλλά, πολύ
περισσότερο, ως θρησκεία. Προδήλως εδράζεται στην κατανόηση της θρησκείας όχι
ως μιας επί μέρους παραμέτρου της ζωής, αλλά, αντίθετα, ως βασικού
προσανατολισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα λόγια του Χριστού ότι «όπου είναι ο
θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» μοιάζει να τα υπομνημάτισε ο Έριχ
Φρομ όταν υποστήριξε ότι θρησκεία συνιστά η ολόψυχη αφιέρωση σε κάτι, το οποίο
και νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ζωή. Αυτό μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ο
Θεός υπό την καθιερωμένη έννοια, μπορεί όμως να είναι και μια ιδέα, μια
επιδίωξη κοκ, ανεξάρτητα από το αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος δηλώνει ένθεος ή
άθεος.
Η δίψα για απόκτηση έχει όντως να κάνει με τον
υπαρξιακό προσανατολισμό του ανθρώπου. Ολόκληρη η ύπαρξή του στρέφεται σ’ αυτήν
και υποτάσσει σ’ αυτήν κάθε τι: τη σχέση με τα πράγματα, με τα πρόσωπα, με τον
χρόνο. Έτσι λοιπόν η γιγάντωση της απόκτησης αναδεικνύεται σε αληθινό θεό, και
μάλιστα σε θεό με τόσο σαρωτική παρουσία, ώστε ο Χριστός αυτόν έφερε ως
κορυφαίο παράδειγμα επιλογής αγεφύρωτα ασύμβατης προς τον ίδιο. ΄Η με τον Θεό
(είπε) ή με τον μαμωνά.
Δεν είναι διόλου παράδοξο λοιπόν αν στη Βιβλική
και την ασκητική ανθρωπολογία το πάθος της απληστίας ξεχωρίζει. Αποκαλείται
«ρίζα όλων των κακών» που «τρέφει σαν κλαδιά όλα τα υπόλοιπα πάθη», «μητέρα
όλων των κακών», «ακρόπολη της κακίας», «κολοφών των αμαρτημάτων». Από την ίδια
του τη φύση σημαίνει μετάλλαξη του ανθρώπου σε απόλυτη ατομικότητα, σε άπατο
πηγάδι που καταπίνει τα πάντα δίχως τελειωμό. Μήπως η λέξη απληστία, άλλωστε,
δεν σημαίνει την έλλειψη πλησμονής; Μήπως η πλεονεξία δεν σημαίνει το αδιάκοπο
κυνηγητό για ολοένα και περισσότερα; Είναι χαρακτηριστικό ότι το βυζαντινό
λεξικό «Σούδα» (περί τα τέλη του 10ου αι.) ερμηνεύει την «απληστία» ως
«αδηφαγία» και διασώζει την έκφραση «άπληστος πίθος», έκφραση η οποία
παραπέμπει στην άπελπι αιωνιότητα των Δαναΐδων στον Άδη, όπου πάσχιζαν να
γεμίσουν με νερό ένα πιθάρι με σπασμένο πυθμένα. Ακριβώς επειδή αυτό το
αμάρτημα είναι εξ ορισμού ακόρεστο, οι Πατέρες δεν διστάζουν να το καταδείξουν
ως το μονιμότερο πάντων. Τα άλλα αμαρτήματα, λέει ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός
(π. 8ον αι.), όσο πονηρά κι αν είναι, είναι «ολιγόχρονα». Παρόμοια ο άγιος
Αστέριος, επίσκοπος Αμασείας (π. 4ον αι.) επιμένει ότι η πορνεία, η λαγνεία, η
φιλοδοξία έχουν κορεσμό. Η πλεονεξία όμως είναι θηρίο που μένει πάντα ακμαίο
και δεν μαραίνεται ποτέ.
Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ζήτημα καίριο, το οποίο
ωστόσο συχνά προσπερνιέται, ακόμα και από εκκλησιαστικούς ανθρώπους. Το
πρόβλημα με τα αμαρτήματα και τα πάθη δεν είναι ότι πλήττουν την ατομική
καθαρότητα. Στη χριστιανική οπτική η προσωπική συγκρότηση είναι αδιανόητη δίχως
την κοινωνία με τον άλλον. Η αγάπη, το άνοιγμα δηλαδή του εγώ στους όχι-εγώ δεν
είναι ηθικιστικό καθήκον αλλά κάτι ριζικά άλλο: θεμελιώδης όρος ώστε το
ανθρώπινο υποκείμενο να γίνει αυθεντικό. Αμαρτία είναι οι επιλογές που χτίζουν
εαυτό περίκλειστο στον εαυτό του.
Έτσι λοιπόν είναι ιδιαίτερα εύστοχος ο ορισμός που
δίνει ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής (π. 7ον αι.) στη φιλαργυρία. Είναι, λέει, το
πάθος εκείνου που λαμβάνει με χαρά και δίνει με λύπη! Στον ορισμό αυτό
αναδύεται ο άλλος, και για την ακρίβεια η εργαλειοποίηση του άλλου. Το ίδιο
ουσιαστικά λέει και ο Μ. Βασίλειος όταν, για να περιγράψει τους πλεονέκτες,
επιστρατεύει μιαν εικόνα σύστοιχη εκείνης του άπατου πηγαδιού: όπως κάνουν τα
μεγάλα ψάρια, έτσι και ο πλεονέκτης καταπίνει στο απύθμενο στομάχι του τους αδύναμους.
Και γι’ αυτό ο ασκητής Ισαάκ Σύρος (7ον αι.) συνιστά: Καλλίτερα να κάτσεις
παρέα με γύπες, παρά με πλεονέκτη και άπληστο.
Μια τέτοια θεώρηση ανοίγει ένα σπουδαίο κεφάλαιο.
Την κριτική στάση όχι μόνο απέναντι στις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και
ευρύτερα, απέναντι στην απομύζηση των φυσικών πόρων, στην κοινωνική αδικία και
τις ταξικές δομές. Ίσως να ακούγεται παράδοξο στις μέρες μας, όμως μια τέτοια
ριζοσπαστική ματιά ανήκει στο ίδιο το μεδούλι της εκκλησιαστικής παράδοσης. Στο
μύθευμα, π.χ., που καλλιεργούν οι διαπλεκόμενοι με την εκκλησιαστική εξουσία
πλουτοκράτες, ότι ο πλουτισμός τους είναι τάχα θέλημα Θεού, ο άγιος Γρηγόριος
Νύσσης (4ον αι.) αντιτείνει: «Δεν προέρχεται από τον Θεό το ψωμί του
πλεονέκτη». Γι’ αυτό και υπάρχει ολόκληρο ρεύμα μέσα στην εκκλησιαστική
παράδοση, σύμφωνα με το οποίο ούτε η ελεημοσύνη, ούτε οι προσφορές στους ναούς
αποτελούν κολυμπήθρα του Σιλωάμ ώστε να δικαιώνονται οι τρόποι με τους οποίους
συσσωρεύεται ο πλούτος.
Ποια είναι η απάντηση στην συστημική απληστία; Το
να ασκηθεί ο άνθρωπος στην ολιγάρκεια, στο να γίνει, κατά τον Μάξιμο,
«ολιγοδεΐας εραστής». Αυτό δεν σημαίνει φτωχοποίηση και κακομοιριά. Σημαίνει
χτίσιμο κοινωνικής ζωής (οικονομικού τρόπου και αξιακού ορίζοντα) που θα έχει
πληρότητα όσον αφορά την κάλυψη των αναγκών, αλλά απόρριψη της μεθόδευσης
τεχνητών αναγκών, απόρριψη του μύθου της αέναης ανάπτυξης. Δηλαδή απόρριψη της
μετατροπής των πάντων (προσώπων και πραγμάτων) σε αναλώσιμα. Θεολογικά και
πολιτικά αδιάζευκτα, το ζητούμενο είναι μια κοινωνική πρόταση όπου να ζεις τα
πράγματα με μέτρο και την αγάπη άμετρα.
* Σημ.: Εκτενέστερη μορφή του και με βιβλιογραφική
τεκμηρίωση είχε δημοσιευτεί με τίτλο «Καλύτερα παρέα με γύπες...» στο ένθετο
Επτά Ημέρες της εφημερίδας Καθημερινή, 5-2-2006, σσ. 6-8.
ΘΑΝΑΣΗΣ Ν.
ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ / 25-4-2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου