Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Γιατί δεν μετανοούμε; - π. Βασίλειος Θερμός

 Γιατί δεν μετανοούμε;

π. Βασίλειος Θερμός


Παρά τα αμέτρητα βιβλία που διαβάζουμε, τα πάμπολλα κηρύγματα που ακούμε, τις άπειρες φορές που εξομολογούμαστε και κοινωνούμε, γιατί δεν μετανοούμε; Τι φταίει και δεν αλλάζουμε πραγματικά; Γιατί μερικοί άνθρωποι αλλάζουν με ένα κήρυγμα ή με μια εξομολόγηση μόνο, που τους μεταβάλλει όλη τους τη ζωή;

Τι είναι, τέλος πάντων, αυτή η μετάνοια; Πως πλησιάζεται και πως κατακτιέται;

Γιατί οι κληρικοί είμαστε οι πιο δύσκολοι σε μετάνοια απ' όλους;

***

Ίσως θάπρεπε ν' αρχίσουμε από την τελευταία ερώτηση. Στα χρόνια του Χριστού οι πιο δυσκίνητοι προς μετάνοια ήταν οι θρησκευτικοί άνθρωποι και οι πιο πρόθυμοι ήταν οι κοσμικοί. Έχει κάτι ο τρόπος που θρησκεύουμε ώστε να μας εμποδίζη από το να μετανοήσουμε; Ποιο είναι το σκουλήκι που κατατρώγει την ψυχή μας και απομυζά την επιθυμία μας; Πως καταφέραμε να βάλουμε τον εαυτό μας σ' αυτό το οξύμωρο;

Οι ράθυμοι και αμελείς κοσμικοί, όσοι έχουν ενδώσει σε πάθη πολλά και σκληρά, τελικά βρίσκουν πιο εύκολα το δρόμο για τον Θεό. Οι εγκρατείς και αυτοκυριαρχημένοι, όσοι αρνήθηκαν χαρές του κόσμου υποτίθεται για την αγάπη Του, τους είναι πιο δύσκολο να Τον αγαπήσουν. Εκείνοι που χρησιμοποίησαν αδέξια και καταστροφικά την αγαπητική τους δύναμη φτάνουν κάποτε να το δούν και βρίσκουν το κουράγιο να τ' αλλάξουν. Εκείνοι που δεν είχαν το «προνόμιο» ν' αμαρτήσουν πολύ, αγνοούν ότι δεν αγαπούν. Και φαίνεται ότι όποιος δεν μπορεί ν' αγαπήση γίνεται ανίκανος να μετανοήση.

Μήπως εκεί βρίσκεται η απάντηση; Μήπως η σημερινή μας εκκλησιαστική οικογένεια, όπως ακριβώς και η παλιά ιουδαική, συγκροτήθηκε μ' αυτό βασικά το σκεπτικό και μ' αυτή την πρόθεση: ν' απομονώση τον Θεό και τον άνθρωπο από την αγάπη μας; Μήπως ειδικά εκείνοι που πάσχουν από αναπηρίες της αγάπης είναι που αποφασίζουν να γίνουν «πιστοί»; Αν είναι έτσι, η θρησκευτικότητα που γεννιέται αυτονόητα εμποδίζει τη μετάνοια.

Υπάρχει και μια άλλη, εξ ίσου φρικτή υποψία. Πως οι θέσεις που κατέχουμε σήμερα οι «εκκλησιαστικοί» και οι «κοσμικοί» είναι αντεστραμμένες, πως η φυσιολογική μας θέση είναι ανάποδα. Απλώς έτυχε να γεννηθούμε στην απέναντι όχθη. Και οι πρώτοι βαλθήκαμε να συγυρίζουμε όπως-όπως το χάος μας για να το κάνουμε να δείχνη με το ζόρι βυζαντινός ναός. Οι δε άλλοι να στήνουν αυτοσχέδια και άτεχνα θυσιαστήρια μέσα στο τσαντήρι τους.

Επειδή δεν αντέχουμε να ομολογήσουμε ποιος είναι ο πραγματικός φυσικός μας χώρος, χτυπάμε τους «κοσμικούς» για να χτυπήσουμε αυτό που θέλουμε να ξορκίσουμε μέσα μας. Και με το να τους χτυπάμε κλείνουμε το δρόμο στη μετάνοιά μας, αρνούμαστε να δούμε κατάματα τον Άδη μας. Κι έτσι ο άλλος γίνεται η κόλασή μας: ο «αδιάφορος» σύζυγος για την «πιστή» γυναίκα, το «άσωτο» παιδί για τον «ευσεβή» πατέρα, οι «ανήθικοι» νέοι για τον ευσυνείδητο ιεροκήρυκα, οι «εχθροί» της Εκκλησίας για τον δραστήριο επίσκοπο και πάει λέγοντας.

Είμαστε κοσμικώτεροι και από τους κοσμικούς. Ζηλεύουμε την ελευθερία τους και τις απολαύσεις τους, πόθος μας είναι η εξουσία πάνω στις ψυχές των πιστών σαν ζηλότυποι εραστές τους, η πολιτική με το ήθος της είναι η ανομολόγητη δίψα μας. Στα αμαρτήματα που έχουμε ιεραρχήσει ψηλά στην κλίμακα της βαρύτητας (σαρκικά) η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο (αν και τελευταία κι αυτός έχει αρχίσει να χαλαρώνη). Σ' εκείνα όμως που αυθαίρετα τα τοποθετήσαμε χαμηλά και γι' αυτό τα καταστέλλουμε λιγώτερο (ναρκισσισμός, εξουσία, αντιπάθεια) αποκαλύπτεται που πραγματικά βρισκόμαστε και ξεσκεπάζεται η σαθρότητα του οικοδομήματος.

Δεν μετανοούμε διότι ο ψυχισμός μας δεν ζη την Εκκλησία ως φυσικό του χώρο. Δεν θέλει να στερηθή αυτά που κρυφά επιθυμεί (και που έτσι κι αλλιώς δεν θα τα έχη ποτέ, αυτός είναι ο παραλογισμός). Ο Freud είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι καταδίκη μιάς καταστάσεως σημαίνει την ασυνείδητη επιθυμία της: ο φαρισαίος περιφρονούσε τον τελώνη διότι ζήλευε όσα είχε κάνει.

Ζούμε σε λάθος χώρο, κάνουμε λάθος κληρικούς, έχουμε λάθος «άσωτους». Τριγύρω μας κυκλοφορούν κάθε μέρα πλήθος αληθινών ανθρώπων που θα άξιζαν να είναι συνειδητά πιστοί, που θα έπρεπε να είναι οι κληρικοί μας. Και πολλοί από μας δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι ούτε για κατηχούμενοι. Στα διαλείμματα των εκκλησιαστικών μας μηχανορραφιών εξομολογούμε τους ξέμπαρκους που κλαίνε αληθινά και που μετά δεν συνεχίζουν συστηματική πνευματική ζωή. Δεν ξέρουν γιατί, αλλά πάντως κάτι δεν τους εμπνέει να συνεχίσουν.

Λάθος κίνητρα με λάθος σκοπούς, τι πιο φυσικό ανάμεσά τους να ξεφυτρώνουν λάθος κριτήρια για τις ιερατικές κλίσεις. Οι κληρικοί δυσκολευόμαστε περισσότερο απ' όλους να μετανοήσουμε διότι το μεγαλύτερο υπαρξιακό μας ψέμα είναι η ίδια μας η ιερωσύνη. Δεν έχουμε το ψυχικό σθένος, ούτε ν' απαρνηθούμε από πριν τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει, ούτε έστω να το ομολογήσουμε κατόπιν εορτής.

Η Εκκλησία μας αρνείται να μετανοήση διότι σ' αυτή την περίπτωση θα έπρεπε ν' αρνηθή τον εαυτό της και ν' αρχίση να οικοδομή μία άλλη Εκκλησία. Θα χρειαζόταν να μαζέψη κόσμο από «τας οδούς και τας ρύμας» οι οποίοι θα έκαναν το σημερινό εκκλησίασμα «κυρίων» να δυσφορήση. Δηλαδή θα χρειαζόταν να πάρει ριζικές αποφάσεις. Τώρα οι αποφάσεις αυτές αναβάλλονται επ' αόριστον.

Μέχρι τότε που ο Θεός θα διαλέξη το δικό Του τρόπο για να μας εξαναγκάση σε μετάνοια. Ίσως περιμένει να έχη ειπωθή προηγουμένως κάθε ωραίο κήρυγμα περί μετάνοιας που μπορεί να ειπωθή. Μέχρι τότε θα πρέπη να παραδεχθούμε κατά πρόσωπο ότι δεν επιθυμούμε να μετανοήσουμε. Και να μετανοούμε γι' αυτό.

 

Εκ της αυλής ταύτης (Κείμενα εκκλησιαστικής κριτικής) - Εκδόσεις Αρμός


4 σχόλια:

Φίλιππος είπε...

Το πρόβλημα αυτό το φωτίζει πολύ καθαρά ο άγιος Σωφρόνιος, όταν δείχνει από πού αρχίζει η αληθινή επίγνωση της αμαρτίας:
«Ετέραν οδόν προς επίγνωσιν της αμαρτίας συνιστά η υποβολή του πνεύματος του ανθρώπου εις την κρίσιν του λόγου του Θεού. Δια συνετού ελέγχου της εσωτερικής αυτού καταστάσεως, ο άνθρωπος πείθεται ότι δεν τηρεί τας εντολάς, και ένεκα τούτου έρχεται εις μετάνοιαν. Η δια της οδού ταύτης προσέγγισις εις το ζητούμενον επιβάλλει την μετά ζήλου μελέτην του νόμου του Κυρίου, διότι "πλατεία η εντολή του Θεού", και "σφόδρα εβαθύνθησαν οι διαλογισμοί Κυρίου" (πρβλ. Ψαλμ. ριη΄ 96, Ψαλμ. Σα΄ 6).»
(Αγ. Σωφρόνιος, Οψόμεθα τον Θεό καθώς εστί)

Πρόκειται για την αρχική οδό, η οποία διανοίγεται στον πιστό δια της επενέργειας του Αγίου Πνεύματος και όχι δια μιας απλής νοητικής προσπάθειας. Η μετάνοια δεν είναι απλή αυτοανάλυση ούτε ηθική αυτοβελτίωση. Αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να μετρά τον εαυτό του με τα δικά του μέτρα και αφήνει το πνεύμα του να τεθεί κάτω από την κρίση του λόγου του Θεού.
Αυτό τονίζεται και στην παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου:
«Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· Ἔχουσι Μωσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.
Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν.
Εἶπεν δὲ αὐτῷ· Εἰ Μωσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» (Λουκ. 16, 29-31).

Το ευαγγελικό χωρίο δείχνει επίσης ότι η μετάνοια δεν γεννιέται αναγκαστικά ούτε από το θαύμα. Ο λόγος του Θεού καλεί τον άνθρωπο σε επίγνωση, αλλά δεν καταργεί την ελευθερία του. Μπορεί κανείς να ακούει και όμως να μη πείθεται. Αυτή είναι και η τραγικότητα του ανθρώπου, που κορυφώνεται στον Σταυρό: ο Αθώος θανατώνεται, ενώ η καρδιά που καλείται σε μετάνοια μπορεί ακόμη να μένει κλειστή.

Ανώνυμος είπε...

«Παρά τα αμέτρητα βιβλία που διαβάζουμε, τα πάμπολλα κηρύγματα που ακούμε, τις άπειρες φορές που εξομολογούμαστε και κοινωνούμε, γιατί δεν μετανοούμε; Τι φταίει και δεν αλλάζουμε πραγματικά; »

Διαβάζοντας κανείς τό ἀπόσπασμα αὐτό τοῦ σεβαστοῦ π. Βασιλείου τό πρῶτο πού κάνει εἶναι νά ἀπορεῖ.
Πῶς γίνεται δηλαδή κάποιος πού ἐξομολογεῖται καί κοινωνεῖ νά λέμε πώς δέν μετανοεῖ;
Ὅταν ἐξομολογούμαστε αὐτό δέν σημαίνει πώς μετανοοῦμε γιά τά πεπραγμένα μας;
Κι ἀφοῦ μετανοοῦμε γιατί γράφει ὁ πάτερ πώς «δεν αλλάζουμε πραγματικά»;
Πῶς τό γνωρίζει;
Ἰσχύει αὐτό στήν πραγματικότητα;

Ἁπό τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Κάλλιστου Γουέαρ, Ἄγγλου ὀρθόδοξου ἐπισκόπου καί θεολόγου, ἀντλοῦμε τά κατωτέρω σχετικά μέ τήν μετάνοια:
https://www.sostis.gr/blog/item/988-ti-shmainei-
«…….
Μετάνοια σημαίνει «αλλαγή του νου»· όχι απλώς λύπη για το παρελθόν, αλλά μια θεμελιώδης μεταμόρφωση της όρασής μας, ένας νέος τρόπος να βλέπουμε τον εαυτό μας, τους άλλους και το Θεό.
Σύμφωνα με τον Ποιμένα του Ερμά, είναι «μια μεγάλη κατανόηση».
Μια μεγάλη κατανόηση και όχι, αναγκαστικά, μια συναισθηματική κρίση.
Η μετάνοια δεν είναι ένας παροξυσμός τύψεων και αυτό-οικτιρμού, αλλά μεταστροφή, επανατοποθέτηση του κέντρου της ζωής μας στην Αγία Τριάδα.
…….
Όταν η μετάνοια ερμηνευθεί με αυτή τη θετική έννοια, δεν θεωρείται πλέον μια απλή πράξη, αλλά μια συνεχής στάση.
Στην προσωπική εμπειρία κάθε ανθρώπου υπάρχουν αποφασιστικές στιγμές μεταστροφής, στην παρούσα όμως ζωή το έργο της μετάνοιας παραμένει πάντα ανολοκλήρωτο. 
Η μεταστροφή ή η επανατοποθέτηση του κέντρου της ζωής μας πρέπει συνεχώς να ανανεώνεται· μέχρι τη στιγμή του θανάτου, όπως το κατανόησε ο αββάς Σισώης, «η αλλαγή του νοός» πρέπει να είναι όλο και πιο ριζική, και η «μεγάλη κατανόηση» όλο και πιο βαθιά.
…….»

Κάτω ἀπό αὐτή τήν προοπτική τῆς συνεχοῦς ἀνανέωσης τῆς μεταστροφῆς μας ἤ ἐπανατοποθέτησης τοῦ κέντρου τῆς ζωῆς μας (πού ὀρίζεται ὡς μετάνοια) γίνεται πλήρως ἀντιληπτή καί ἡ συνεχής «ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» προτροπή τοῦ Χριστοῦ περί συγχώρησης.
Τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς στάσης, τῆς συνεχοῦς μετάνοιας, δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά εἶναι ὀρατό ἀπό τώρα, σέ τούτη τή ζωή.
Ἕνας μοναχός, γράφει τό γεροντικό, κάθε φορά πού κατέβαινε στήν πόλη νά πουλήσει τό ἐργόχειρό του ἔπεφτε καἰ στήν ἁμαρτία.
Στό δρόμο πού ἐπέστρεφε στή Μονή του συνερχόταν, μετανοοῦσε καί πήγαινε κατευθείαν στόν πνευματικό του γιά ἐξομολόγηση.
Τήν ἐπόμενη ὅμως φορά πάλι τά ἴδια.
Αὐτό γινόταν χρόνια μέχρι πού μιά μέρα, καθώς ἐπέστρεφε στό Μοναστήρι του μετανοημένος γιά τήν πράξη του, πέθανε στό δρόμο πρίν ἐξομολογηθεῖ.
Οἱ πατέρες τῆς Μονῆς λυπήθηκαν καθώς ἤξεραν τί συνέβαινε κάθε φορά πού κατέβαινε στήν πόλη καί παρακάλεσαν νά μάθουν ἄν ὁ Θεός τόν συγχώρησε.
Φαντασθεῖτε πόσο πολύ παρηγορήθηκαν ὅταν πῆραν τήν πληροφορία πώς ὁ Θεός τόν συγχώρησε κι ἔκανε δεκτή τή μετάνοιά του ἀπό τή στιγμή πού τήν ἔνοιωσε μέσα στήν καρδιά του.

Αὐτή εἶναι ἡ συνεχής στάση ἀπέναντι στήν ἁμαρτία πού δείχνει καί κάτι ἄλλο.
Δείχνει ὅτι ἔχουμε τήν ἀντίληψη τῆς ἁμαρτίας, ἔχουμε τό αἰσθητήριο καί τήν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας.
Αὐτό εἶναι τό πιό σημαντικό ἀφοῦ αὐτό φέρνει τή μετάνοια, αὐτό ὁδηγεί στήν ἐξομολόγηση.
Ἡ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας γίνεται ἡ πιό βασική προϋπόθεση μενανοίας.
Ὅταν αὐτό ἐκλείψει, ὅταν ἀπωλέσουμε τήν ἱκανότητα νά ἀντιλαμβανόμαστε συνειδητά τήν ἁμαρτία καί τό πόσο ἁμαρτωλοί εἴμαστε, τότε θά ἰσχύει ὁ παραπάνω συλλογισμός τοῦ π. Βασιλείου.
Τότε πράγματι κάτι δέν θά πηγαίνει καλά.
Ὅσο ὅμως ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, τότε βρισκόμαστε σέ καλό δρόμο κι ἄς μήν φαίνεται, ἄς μήν ἔχουμε ὁρατά ἀποτελέσματα.
Ὅσο γεμίζουν τά ἐξομολογητήρια ἀπό πιστούς δείχνει ὄτι εἴμαστε σέ καλό δρόμο, σέ συνεχή μετάνοια κι ἄς ξαναπέφτουμε πάλι στά ἴδια καί στά ἴδια.
Φιλάνθρωπος γάρ ὁ Δεσπότης φιλανθρωπίας ὁ παρών καιρός.

Μέ ἐκτίμηση
Θεόδωρος Σ.

Γιάννης Ιωαννίδης είπε...

Από τα πιο δυνατά κείμενα που έχω διαβάσει στην ζωή μου. Με εκφράζει απόλυτα.

Ανώνυμος είπε...

Πόσοι ιερείς εξομολογούνται;