Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Ο Γιάννης από του Ζωγράφου κι ο Γέροντας - π. Σπυρίδων Σκουτής

Υπάρχει τα τελευταία χρόνια μια τάση να θέλουν οι πιστοί να βρουν έναν Άγιο πνευματικό, και να κάνουν υπακοή σε κάποιον «γέροντα».

Δεν τους κάνει ο πνευματικός της ενορίας ή της περιοχής τους και θέλουν κάποιον που στην ουσία θα αποθέσουν την ευθύνη και την ελευθερία τους και στην κάθε στραβή θα λένε την εξής φράση: «Δεν φταίω εγώ, το είπε ο γέροντας». Μάλιστα όταν λένε τη φράση αυτή, παίρνουν ένα υφάκι χιλίων καρδιναλίων. Άλλοι κοκορεύονται σε καφέδες και τραπέζια ότι είναι πνευματικοπαίδια του τάδε γέροντα, ώστε με αυτή την ανακοίνωση να μπορέσουν να ανέβουν στην υπόληψη του συνομιλητή τους.

Μάλιστα αυτό τον τρόπο αναζήτησης πνευματικού τον συναντάμε κι εμείς οι ιερείς: «Πάτερ, μήπως ξέρετε κάποιον που να -βλέπει- για να εξομολογηθώ, κανέναν Άγιο γέροντα;».

Αυτή η κατάσταση είναι συνήθης στα μοναστήρια και στο Άγιον Όρος ιδιαίτερα. Όταν οι άνθρωποι ακούσουν κάτι καλό για κάποιον γέροντα, γίνονται ουρές στο κελί του πνευματικού, με τα ερωτήματα να είναι κυρίως «μαγικής φύσεως» και όχι πνευματικής. Ουρές, ουρών για το πότε θα πάρουμε την Κων/πόλη, πότε θα γίνει μεγάλος σεισμός, αν έχουν ευλογία να αλλάξουν δουλειά και πολλά άλλα τραγελαφικά.

Εξαιρούνται οι άνθρωποι που θα πάνε σε ένα μοναστήρι ή στο Άγιον Όρος και θα θελήσουν απλά να εξομολογηθούν εκεί. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι η ανάληψη της πνευματικής πατρότητας.

Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω για παράδειγμα ο Γιάννης από του Ζωγράφου για ποιο λόγο να έχει πνευματικό στο Άγιο Όρος. Ο ηγούμενος της Μονής είναι υπεύθυνος για τους μοναχούς. Να τους ποιμάνει και να τους καθοδηγεί στην πνευματική ζωή και στον δρόμο της ασκήσεως. Για ποιο λόγο και με ποιο σκοπό ο ηγούμενος της τάδε μονής να έχει σε πνευματική καθοδήγηση τον Γιάννη από του Ζωγράφου, ο οποίος όταν επιστρέψει από την εξομολόγηση στο μοναστήρι θα κάνει ακόμα και λειτουργικές ή πνευματικές παρατηρήσεις στον ιερέα της ενορίας του, για να τον ελέγξει. Θυμάμαι ένα παιδί που είχε πνευματικό γέροντα του Αγίου Όρους, πήγαινε στην ενορία και έλεγχε τον Παπά ότι δεν λειτουργεί σωστά ενώ ο γέροντας ξέρει καλύτερα.

Ο Γιάννης λοιπόν στο παράδειγμά μας, θα κάνει τυφλή υπακοή σαν μοναχός σε έναν πνευματικό που δεν έχει ιδέα πως λειτουργεί ο σύγχρονος κόσμος. Θα πάει στον πνευματικό του που είναι στην τάδε μονή και θα πει λεπτομέρειες για τη σχέση που έχει, για την εφορία που δεν μπορεί να πληρώσει ή άλλες δυσκολίες της «έξω» ζωής που ο γέροντας αγνοεί. Ιδιαίτερα τώρα που οι εθισμοί είναι και ηλεκτρονικοί, τα πράγματα δυσκολεύουν. Δεν λέω να μην πάρουμε μια πνευματική συμβουλή από κάποιον πνευματικό άνθρωπο, αλλά δεν καταλαβαίνω τη σκέψη αυτών των ανθρώπων. Με την ίδια λογική οι άνθρωποι στις ενορίες να πηγαίνουν για εξομολόγηση στα μοναστήρια και οι μοναχοί στους ιερείς στις πόλεις.

Έχουμε και άλλους που λένε: «Εγώ δεν εμπιστεύομαι τους παπάδες των ενοριών, μόνο σε ηγούμενο θα εξομολογηθώ». Σοβαρά τώρα; Είναι πνευματική κουβέντα αυτή;

Εν τω μεταξύ όσους συναντάμε να έχουν αυτή την αρρώστια του γεροντισμού, (γιατί περί αρρώστιας πρόκειται), τους βλέπεις να είναι αλλού, στον κόσμο τους, με την κακή έννοια. Δεν σου λένε καλημέρα αν δεν το πει ο γέροντας.

Θυμάμαι μια κοπέλα από το Περιστέρι που μου έλεγε το εξής: «Εγώ πάτερ ακόμα και για καφέ να πάω με τις φίλες μου παίρνω τηλέφωνο τον γέροντα για να μου δώσει ευλογία. Θα του πω πού θα πάμε κι άλλες λεπτομέρειες κι αν δεν μου δώσει ευλογία, δεν θα πάω».

Τι δουλειά έχει λοιπόν ο γέροντας από την τάδε μονή να ελέγχει σε τέτοιο βαθμό μια νέα κοπέλα; Ας μην μιλήσω καλύτερα, διότι θα βάλουμε σε λειτουργία τη φαντασία μας και δεν είναι ωφέλιμο.

Καλό λοιπόν θα ήταν οι ηγούμενοι να εξομολογούν τους μοναχούς τους, και οι εφημέριοι τους ενορίτες τους, διότι έτσι μπορεί να υπάρχει και καλύτερη θεραπευτική ποιμαντική. Ο ιερέας της ενορίας σου σε βλέπει με τη γυναίκα και τα παιδιά σου και σε ζει, οπότε θα έχει και πιο ολοκληρωμένη άποψη για την πνευματική σου πορεία από έναν άνθρωπο που σε βλέπει μια φορά τον χρόνο. Για να μην μιλήσουμε για εξομολογητικά ευτράπελα που συμβαίνουν από κάποιους μοναστηριακούς γέροντες. Αυτό το αφήνω στην άκρη….

Κάνω ακόμα μια επανάληψη για να μην παρεξηγηθώ. Άλλο να πάρω μια πνευματική συμβουλή από έναν γέροντα, ηγούμενο από κάποια Μονή για κάποια πνευματικά θέματα και άλλο η πνευματική πατρότητα.

Εν κατακλείδι. Βρείτε ένα πνευματικό, αν δεν σας αναπαύει στην ενορία τουλάχιστον κάπου κοντά σας που να βολεύει και το πρόγραμμά σας. Έναν απλό πνευματικό, να κάνουμε την εξομολόγησή μας και μετά να είμαστε κοντά στην Εκκλησία και στα Μυστήρια. Αυτό αρκεί … Δεν χρειάζονται άλλα.

π. Σπυρίδων Σκουτής – euxh .gr 

7 σχόλια:

Νικηφόρος είπε...

Το άρθρο, στηλιτεύοντας εύστοχα την κατάχρηση της υπακοής και το φαινόμενο του «γεροντισμού», κινδυνεύει τελικά να περάσει στο αντίθετο άκρο: να περιορίσει τόσο πολύ τον ρόλο του πνευματικού πατέρα, ώστε σχεδόν να τον καταργήσει. Τότε όμως από τον γεροντισμό περνάμε εύκολα σε έναν εκκλησιαστικό μινιμαλισμό: εξομολόγηση, Μυστήρια, ένας πρακτικός εφημέριος που γνωρίζει τις συνθήκες της ζωής μας, και μέχρι εκεί. Η ορθόδοξη παράδοση, όμως, γνωρίζει και κάτι περισσότερο: το ιδιαίτερο χάρισμα της προσωπικής πνευματικής πατρότητας.
Άλλο είναι ο εξομολόγος και άλλο, χωρίς βέβαια να αποκλείεται να συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, ο πνευματικός πατέρας. Ο εξομολόγος ασκεί συγκεκριμένο εκκλησιαστικό λειτούργημα. Η πνευματική πατρότητα, όμως, συνδέεται με ιδιαίτερο χάρισμα διακρίσεως και πνευματικής καθοδηγήσεως. Ο Κάλλιστος Ware επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι η διακονία του γέροντα δεν ταυτίζεται με εκείνη του εξομολόγου και ότι στην ιστορία της Εκκλησίας πνευματικός οδηγός μπορούσε να είναι ακόμη και μοναχός χωρίς ιερωσύνη.
Γι’ αυτό και η ίδια η παράδοση δεν επιτρέπει εύκολα το επιχείρημα «τι μπορεί να ξέρει ένας μοναχός από τη ζωή των ανθρώπων του κόσμου;». Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, ύστερα από χρόνια ασκητικής απομονώσεως, έγινε πνευματικό καταφύγιο για πλήθος μοναχών και λαϊκών. Ο άγιος Αντώνιος, παρότι ασκητής της ερήμου, έγινε επίσης πνευματικός πατέρας ανθρώπων που ζούσαν πολύ διαφορετικές μορφές ζωής.
Η πνευματική διάκριση δεν είναι απλώς κοινωνιολογική πληροφόρηση. Δεν εξαντλείται στο να γνωρίζει κάποιος την οικογενειακή, επαγγελματική ή κοινωνική καθημερινότητα του άλλου. Η διάκριση είναι η ικανότητα να βλέπει κανείς πίσω από τα φαινόμενα το πραγματικό πνευματικό πρόβλημα του συγκεκριμένου ανθρώπου. Και αυτό, στην ορθόδοξη παράδοση, θεωρείται καρπός χάριτος, προσευχής, ασκήσεως και πνευματικής ωριμότητας.
Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι η πνευματική πατρότητα αλλά η παραμόρφωσή της. Άλλο η ελεύθερη πνευματική σχέση και η υπακοή που γεννιέται από εμπιστοσύνη και διάκριση, και άλλο η εξάρτηση, η μεταβίβαση της προσωπικής ευθύνης και η αναζήτηση ενός «αλάθητου» γέροντα για κάθε λεπτομέρεια της ζωής.
Αν δεν γίνει αυτή η διάκριση, υπάρχει ο κίνδυνος, στην προσπάθεια να θεραπεύσουμε τον γεροντισμό, να φτωχύνουμε μια αυθεντική και βαθιά διάσταση της ορθόδοξης πνευματικής παραδόσεως: την προσωπική πνευματική πατρότητα.

Ανώνυμος είπε...

Ο γεροντισμός δεν είναι «αρρώστια του εξομολογουμένου», αλλά παραμόρφωση της πνευματικής σχέσεως. Μπορεί να τροφοδοτείται από τον πιστό, όταν αναζητεί κάποιον που θα αποφασίζει αντί γι’ αυτόν, αλλά και από τον πνευματικό, όταν αποδέχεται, ενθαρρύνει ή καλλιεργεί αυτή την εξάρτηση. Συχνά μάλιστα δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου η ανάγκη του ενός για εξάρτηση συναντά την τάση του άλλου να αναλαμβάνει υπερβολικό έλεγχο.

Ανώνυμος είπε...

Ο γέροντας, με την πατερική έννοια του όρου, δεν είναι απλώς ένας έμπειρος άνθρωπος που γνωρίζει καλά τη ζωή ούτε απλώς ένας ικανός εξομολόγος. Είναι άνθρωπος που έχει αποκτήσει χάρισμα διακρίσεως και, στο μέτρο που του δίδεται από τη Χάρη, μπορεί να διακρίνει το θέλημα του Θεού για τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Στην παράδοση του αγίου Σιλουανού και του αγίου Σωφρονίου γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στον λόγο που προέρχεται από την ανθρώπινη πείρα του πνευματικού και στον λόγο που δίδεται ως ιδιαίτερη υπόδειξη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό και ο αληθινός γέροντας δεν εμφανίζεται ως αλάθητος: άλλοτε μπορεί να έχει πληροφορία για το θέλημα του Θεού και άλλοτε να ομολογεί με ταπείνωση ότι δεν γνωρίζει.
Ο πνευματικός πατέρας, επομένως, δεν αρκεί απλώς να γνωρίζει τι συμβαίνει στη ζωή σου. Κατά το μέτρο του χαρίσματός του, καλείται να διακρίνει πώς πρέπει να σταθείς ενώπιον του Θεού μέσα σε αυτό που σου συμβαίνει.
Η λύση στο πρόβλημα του γεροντισμού δεν είναι να καταργήσουμε την πνευματική πατρότητα, αλλά να μη θεωρούμε κάθε πνευματικό ή κάθε μοναχό φορέα αυτού του χαρίσματος. Ούτε κάθε εξομολόγος είναι γέροντας, ούτε κάθε μοναχός είναι γέροντας, ούτε όποιος δίνει πολλές συμβουλές έχει διάκριση.
Όμως ΟΛΟΙ οι πνευματικοι συγχωρούν τις αμαρτίες μας!
Άρα η άφεση των αμαρτιών ανήκει στο μυσταγωγικό λειτούργημα του πνευματικού· η διάκριση του θείου θελήματος ανήκει σε ιδιαίτερο χάρισμα, το οποίο δεν διαθέτουν κατ’ ανάγκην όλοι.

Ανώνυμος είπε...

Διαβάζω τα σχόλια, και δεν μπορώ να καταλάβω πώς η εξομολόγηση διαχωρίζεται τόσο εύκολα και αβίαστα από την πνευματική καθοδήγηση!
Μου είναι αδιανόητο, ο Ιερέας στον οποίο εξομολογούμαι και με ξέρει, να ΜΗΝ με καθοδηγεί και πνευματικά σε σταθερή βάση στα βασικά τουλάχιστον.
Πέραν φυσικά έκτακτων περιπτώσεων όπου μία Διακριτική φωτισμένη γνώμη είναι απαραίτητη - και ναι, βρίθει η παράδοση μας τέτοιων.
Προσοχή αδελφοί, ειλικρινά απορώ πως κινείστε έτσι πνευματικά σε τέτοια -θα το πώ..- πλάνη!!!

Νικηφόρος είπε...

Νομίζω ότι το ζήτημα δεν είναι αν η εξομολόγηση μπορεί να συνδέεται με σταθερή πνευματική καθοδήγηση. Ασφαλώς μπορεί — και συχνά αυτό είναι το φυσικότερο. Το ερώτημα είναι αν από την ιδιότητα και μόνο του εξομολόγου προκύπτει αυτομάτως ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος διαθέτει και το χάρισμα της πνευματικής πατρότητας και της διακρίσεως.
Η ίδια η Καινή Διαθήκη φαίνεται να θέτει ένα πολύ πιο απαιτητικό πλαίσιο. Στην προς Εβραίους διαβάζουμε από τη μία: «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες» (Εβρ. 13,17).
Υπάρχει λοιπόν πραγματική εμπιστοσύνη και υπακοή. Αλλά ο ίδιος ο λόγος προσθέτει ότι εκείνοι «λόγον ἀποδώσοντες»· η πνευματική εξουσία δεν είναι ανεξέλεγκτη. Και λίγο προηγουμένως έχει ήδη ειπωθεί:
«Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν… ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» (Εβρ. 13,7).
Δεν λέει απλώς «έχετε ηγουμένους, επομένως μιμηθείτε τους». Προηγείται το «ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς»: βλέπετε τη ζωή τους, την πορεία τους, τον καρπό της αναστροφής τους, και τότε «μιμεῖσθε τὴν πίστιν».
Εδώ, νομίζω, εντάσσεται πολύ φυσικά και η συνηθισμένη σχέση ενός πιστού με τον εξομολόγο του. Τον γνωρίζεις επί χρόνια, έχεις δει τον τρόπο με τον οποίο στέκεται απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους, έχεις ελέγξει στην πράξη τον λόγο του, έχεις διαπιστώσει τους καρπούς της καθοδηγήσεώς του και έχει δημιουργηθεί εμπιστοσύνη. Τότε η εξομολόγηση και η σταθερή πνευματική καθοδήγηση μπορούν απολύτως φυσικά να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο. Όμως αυτή η εμπιστοσύνη δεν είναι τυφλή ούτε απορρέει μηχανικά από έναν τίτλο· έχει περάσει μέσα από εκείνο το «ἀναθεωροῦντες».

Νικηφόρος είπε...

Και η υπόλοιπη Καινή Διαθήκη επιμένει εκπληκτικά σε αυτή τη διάκριση.
Ο ίδιος ο Παύλος δεν λέει απλώς «μιμηθείτε με», αλλά: «μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 11,1). Το πρότυπο του Παύλου έχει νόημα επειδή ο ίδιος παραπέμπει στον Χριστό. Και στην προς Γαλάτας φθάνει ακόμη μακρύτερα: «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται… παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,8). Δηλαδή ακόμη και ο ίδιος ο Απόστολος θέτει τον εαυτό του κάτω από την αλήθεια του Ευαγγελίου. Η αυθεντία του προσώπου δεν μπορεί να γίνει μεγαλύτερη από την αλήθεια που υπηρετεί. Το ίδιο πνεύμα υπάρχει στο «πάντα δὲ δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε» (Α΄ Θεσ. 5,21), αλλά και στο «μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν» (Α΄ Ιω. 4,1). Η διάκριση δεν αναστέλλεται επειδή κάτι εμφανίζεται ως πνευματικό· ακριβώς τότε απαιτείται. Είναι δε εντυπωσιακό ότι οι Βεροιείς, ακούγοντας τον ίδιο τον Απόστολο Παύλο, επαινούνται επειδή «καθ’ ἡμέραν ἀνακρίνοντες τὰς γραφὰς εἰ ἔχοι ταῦτα οὕτως» (Πράξ. 17,11). Δεν θεωρείται ασέβεια να εξετάζουν αν αυτά που ακούνε ανταποκρίνονται στην αλήθεια· αντιθέτως χαρακτηρίζονται «εὐγενέστεροι».
Και οι Πατέρες είναι εξίσου αυστηροί.
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος δεν λέει απλώς «βρες έναν πνευματικό και υπάκουσε». Λέει:
«Ἀδελφέ, ἐκτενῶς τὸν Θεὸν παρακάλεσον, ὅπως δείξῃ σοι ἄνθρωπον, τὸν καλῶς ποιμᾶναί σε δυνάμενον».
Και λίγο παρακάτω προσθέτει κάτι ακόμη πιο συγκλονιστικό:
«Σπάνιοι γὰρ ὡς ἀληθῶς… οἱ καλῶς ποιμαίνειν καὶ ἰατρεύειν ψυχὰς λογικὰς ἐπιστάμενοι».
Άρα δεν θεωρεί καθόλου αυτονόητη την ικανότητα πνευματικής ποιμάνσεως. Χρειάζεται να βρεθεί ο άνθρωπος που μπορεί «καλῶς ποιμᾶναί» την ψυχή. Και μάλιστα ο ίδιος ο Συμεών αφήνει ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο να οδηγήσει το Άγιο Πνεύμα τον άνθρωπο σε άλλον πνευματικό οδηγό.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι ακόμη αυστηρότερος για εκείνον που θέλει να καθοδηγεί άλλους:
«Καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον, εἶτα καθᾶραι· σοφισθῆναι, καὶ οὕτω σοφίσαι· γενέσθαι φῶς, καὶ φωτίσαι· ἐγγίσαι Θεῷ, καὶ προσαγαγεῖν ἄλλους».
Και φοβάται ακριβώς το ενδεχόμενο να αναλάβει κάποιος «ψυχῶν ἡγεμονίαν καὶ προστασίαν» χωρίς να έχει ακόμη μάθει ούτε ο ίδιος να ποιμαίνεται σωστά και χωρίς να έχει καθαρθεί η ψυχή του.
Στον δε άγιο Μάρκο τον Ασκητή παραδίδεται η χαρακτηριστική προειδοποίηση:
«Μὴ γίνου μαθητὴς τοῦ ἐπαινοῦντος ἑαυτόν, ἵνα μή, ἀντὶ ταπεινοφροσύνης, ὑπερηφανίαν μάθῃς».
Υπάρχει λοιπόν ακόμη και κριτήριο για το ποιον θα δεχθεί κάποιος ως διδάσκαλο. Η μαθητεία δεν προηγείται της διακρίσεως· την προϋποθέτει.

Επομένως δεν χρειάζεται να αντιπαραθέσουμε εξομολόγηση και πνευματική καθοδήγηση. Μπορούν κάλλιστα να υπάρχουν μαζί — και όταν ο άνθρωπος γνωρίζει τον εξομολόγο του, έχει «αναθεωρήσει την έκβαση της αναστροφής» του, έχει δει τους καρπούς, τον εμπιστεύεται και αναπαύεται στην πίστη και στη διάκρισή του, αυτή η σταθερή σχέση μπορεί να είναι πολύτιμη.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το να υποστηρίζουμε ότι κάθε εξομολόγος, επειδή ακριβώς είναι εξομολόγος, καθίσταται αυτομάτως και χαρισματικός πνευματικός πατέρας.
Η Καινή Διαθήκη φαίνεται να κρατά και τα δύο μαζί: «πείθεσθε» — αλλά και «ἀναθεωροῦντες», «πάντα δοκιμάζετε», «δοκιμάζετε τὰ πνεύματα», «ἀνακρίνοντες… εἰ ἔχοι ταῦτα οὕτως». Και ο Παύλος φθάνει μέχρι του σημείου να θέσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό κάτω από το Ευαγγέλιο.
Γιατί τελικά το απόλυτο κριτήριο δεν είναι κανένας άνθρωπος. Ο Χριστός λέει: «εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός» και «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».
Η αληθινή πνευματική πατρότητα, επομένως, δεν ζητά να πάρει τη θέση του Χριστού. Το ακριβώς αντίθετο: κρίνεται από το κατά πόσο οδηγεί τον άνθρωπο προς Αυτόν.

Ανώνυμος είπε...

Τά σχόλια τοῦ ἀγαπητοῦ Νικηφόρου λίαν ψυχωφελῆ καί πλήρως κατατοπιστικά.
Τόν εὐχαριστοῦμε.
Θεόδωρος Σ.