Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Η Τι­μή των Ιε­ρών Λει­ψά­νων κα­τά την Ορ­θό­δο­ξη Αν­θρω­πο­λο­γί­α - Παναγιώτη Σ. Μαρ­τί­νη

Η Τι­μή των Ιε­ρών Λει­ψά­νων κα­τά την Ορ­θό­δο­ξη Αν­θρω­πο­λο­γί­α

Του Παναγιώτου  Σ. Μαρ­τί­νη, Δρ. Θ.

Η ε­πα­να­κο­μι­δή της Τι­μί­ας Κά­ρας του Πρω­το­κλή­του α­πό τη Ρώ­μη στην Πά­τρα, την πό­λη του μαρ­τυ­ρί­ου του (26 Σε­πτεμ­βρί­ου 1964), αλ­λά και της ε­πα­νακο­μι­δής της Τι­μί­ας Κά­ρας της Α­γί­ας Ει­ρή­νης α­πό τη γαλ­λι­κή Μο­νή «HAUTECOMBE» (ε­ορ­τά­ζε­ται σήμερα Σάββατο 5 Οκτωβρίου και αύ­ριο Κυριακή 6 στον ο­μώ­νυ­μο Ιε­ρό Να­ό Ρι­γα­νο­κά­μπου ό­που φυ­λάσ­σεται, η 11η ε­πέ­τειος) μας δί­νει την ευ­και­ρί­α ν΄ α­σχο­λη­θού­με με την τι­μή που α­πο­δί­δει η Εκ­κλη­σί­α στα Ιε­ρά Λεί­ψα­να με βά­ση την πε­ρί αν­θρώ­που δογ­ματι­κή δι­δα­σκα­λί­α της.
Σύμ­φω­να μ΄ αυ­τή τη δι­δα­σκα­λί­α, ο άν­θρω­πος εί­ναι μί­α ε­νιαί­α ψυ­χο-σω­μα­τι­κή ο­ντό­τη­τα, α­φού ψυ­χή και σώ­μα εί­ναι δη­μιουρ­γή­μα­τα του Θε­ού. «Και έ­πλα­σεν ο Θε­ός τον άν­θρω­πον, χουν α­πό της γης, και ε­νε­φύ­ση­σεν εις το πρό­σω­πον αυ­τού πνο­ήν ζω­ής, και ε­γέ­νε­το ο άν­θρω­πος εις ψυ­χήν ζώ­σαν». (Γεν. Β, 7). Στο ση­μεί­ο αυ­τό πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι ο άν­θρω­πος δη­μιουρ­γεί­ται α­πό το Θε­ό ό­χι με το λό­γο του, «Και εί­πεν ο Θε­ός...», ό­πως έ­γι­νε με τα λοι­πά δη­μιουρ­γή­μα­τά του, αλ­λά με ι­διαίτε­ρο τρό­πο. Ε­νερ­γεί, δεν δια­τάσ­σει, που φα­νε­ρώ­νει τη ση­μα­σί­α του Θε­ού – Πλάστη στο τε­λευ­ταί­ο και τε­λειό­τε­ρο ε­πί­γειο δη­μιούρ­γη­μά του. Και συ­νε­χί­ζει η βι­βλι­κή πα­ρά­δο­ση (Π. Δια­θή­κη): «Και εί­πεν ο Θε­ός: ποι­ή­σω­μεν άν­θρω­πον κατ΄ ει­κό­να η­με­τέ­ραν και καθ΄ ο­μοί­ω­σιν, και αρ­χέ­τω­σαν των ι­χθύ­ων της θα­λάσ­σης... και πά­σης της γης» (Γεν. Α, 26). Έ­τσι, ο άν­θρω­πος δη­μιουρ­γεί­ται βα­σι­λιάς και κύ­ριος ό­λης της δη­μιουρ­γί­ας και το βα­σι­κό­τε­ρο «ει­κό­να» του Θε­ού, δηλ. με θεί­ες ι­διό­τη­τες (λο­γι­κό, ε­λευ­θε­ρί­α, α­ντε­ξού­σιο, κυ­ριαρ­χι­κό), που η καλ­λιέρ­γειά τους θα τον ο­δη­γού­σε στο «καθ΄ ο­μοί­ω­σιν»,  δηλ. στην, κα­τά Χά­ρη, θέ­ω­σή του.

Ό­μως, η πτώ­ση του αν­θρώ­που τον ο­δή­γη­σε στο ν΄ α­μαυ­ρώ­σει το «κατ΄ ει­κό­να», όχι ό­μως και να το ε­ξα­φα­νί­σει, α­φού, κα­τά τον υ­μνω­δό, «...η Χά­ρις και το κάλ­λος του Θε­αν­θρώ­που, ο ο­ποί­ος σαρ­κού­με­νος την ρυ­πω­θεί­σα ει­κό­να στον άν­θρω­πο «εις το αρ­χαί­ον α­να­μορ­φώ­σας, τω θεί­ω κάλ­λει συ­γκε­τέ­μει­ξε». (Κο­ντά το της Κυρια­κής της Ορ­θο­δο­ξί­ας). Και, κα­τά τον Αγ. Γρη­γό­ριο το Θε­ο­λό­γο, «Με­τέ­λα­βον της ει­κό­νος και ουκ ε­φύ­λα­ξα, με­τα­λαμ­βά­νει (ο Κύ­ριος) της ε­μής ει­κό­νος, ί­να και την ει­κό­να σώ­ση και τη σάρ­κα α­θα­να­τί­ση» (PG. 36,325c).
Η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Θε­ού Λό­γου, του δευ­τέ­ρου προ­σώ­που της Αγ. Τριά­δος, σκο­πό εί­χε να ε­πα­να­φέ­ρει το «κατ΄ ει­κό­να» στην αρ­χι­κή του λάμ­ψη, για να μπο­ρέ­σει ο άν­θρω­πος και πά­λι να φτά­σει στο «καθ΄ ο­μοί­ω­σιν», δηλ. στην  κα­τά χά­ρη θέω­ση και σω­τη­ρί­α. «Αυ­τός γαρ ε­νην­θρώ­πη­σεν, ί­να η­μείς θε­ο­ποι­η­θώ­μεν» (Μ. Α­θανά­σιος).
Ό­ταν η Γρα­φή γρά­φει για τον άν­θρω­πο, δεν δια­χω­ρί­ζει ψυ­χή και σώ­μα, αλ­λά εν­νο­εί αυ­τόν, ό­πως α­να­φέρ­θη­κε, ως ε­νιαί­α ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ο­ντό­τη­τα, για­τί, ό­πως η ψυ­χή, έ­τσι και το σώ­μα εί­ναι συ­στα­τι­κό στοι­χεί­ο της ταυ­τό­τη­τας του αν­θρώπου.
Στον ελ­λη­νο-ρω­μα­ϊ­κό κό­σμο το σώ­μα του αν­θρώ­που γνώ­ρι­σε τις δύ­ο α­κρό­τη­τες: ει­δω­λο­ποί­η­ση – πε­ρι­φρό­νη­ση. Ο Πλά­των έ­γρα­φε ό­τι «το σώ­μα ε­στίν η­μίν σήμα» (δηλ. τά­φος). Και ο Πλω­τί­νος αι­σθα­νό­ταν ντρο­πή ε­πει­δή εί­χε σώ­μα.
Στην Αγ. Γρα­φή και ι­διαί­τε­ρα στη Κ. Δια­θή­κη το σώ­μα του αν­θρώ­που α­πο­κτά τη δι­κή του θέ­ση και α­ξί­α. «Και ο Λό­γος σάρ­ξ ε­γέ­νε­το και ε­σκή­νω­σεν εν η­μίν» (Ιω. Α, 14). Δηλ. η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Λό­γου  πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε με την πρό­σλη­ψη ο­λόκλη­ρης της αν­θρώ­πι­νης φύ­σης, που συ­νε­πά­γε­ται και της θέ­ω­σής της. Κά­θε άλ­λη δι­δα­σκα­λί­α α­πο­τε­λεί αί­ρε­ση που κα­τα­δι­κά­στη­κε α­πό την Εκ­κλη­σί­α (Νε­στο­ρια­νι­σμός – Μο­νο­φυ­σι­τι­σμός). Έ­τσι, σύμ­φω­να με τη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α της Εκ­κλη­σί­ας, στη θέ­ω­ση και στη δό­ξα του Θε­ού με­τέ­χει ο­λό­κλη­ρος ο άν­θρω­πος «ψυ­χή τε και σώ­μα­τι». Ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος γρά­φει στους Κο­ριν­θί­ους: «ουκ οίδα­τε ό­τι το σώ­μα υ­μών να­ός του εν υ­μίν α­γί­ου Πνεύ­μα­τος ε­στιν,... δο­ξά­σα­τε τον Θε­όν εν τω σώ­μα­τι υ­μών» (Α΄,6,19). Και, κα­τά τον Αγ. Μά­ξι­μο τον Ο­μο­λο­γη­τή (7ος αι.), «Εν τω Α­να­στά­ντι» το σώ­μα μας βρή­κε την τι­μή και τη δό­ξα δια την ο­ποία πλά­στη­κε... Α­πό την Α­νά­λη­ψη του Κυ­ρί­ου και ε­ξής έ­να πραγ­μα­τι­κό σώ­μα ε­γκατοι­κεί εις τους κόλ­πους της Α­γί­ας Τριά­δος».
Κα­τά την Εκ­κλη­σί­α, το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα, ως δη­μιούρ­γη­μα του Θε­ού, με­τέ­χει στην ά­κτι­στη Χά­ρη Του. Και αυ­τή η «Χά­ρις» δια­τη­ρεί­ται και με­τά το θά­να­το του ανθρώ­που. Ο π. Βα­σί­λειος Ι­βη­ρί­της, Προ­η­γού­με­νος της Ιε­ράς Μο­νής Ι­βή­ρων, σημειώ­νει «...Ο ιε­ρεύς παίρ­νει το παι­δί ο­λό­κλη­ρο ...και το βυ­θί­ζει εις το ό­νο­μα του Πα­τρός και του Υ­ιού και του Αγ. Πνεύ­μα­τος» στην κο­λυμ­βή­θρα. Η Χά­ρις του Θε­ού ει­σέρ­χε­ται εις πά­ντας τους αρ­μούς, εις νε­φρούς και καρ­δί­αν. Και ό­χι τώ­ρα  κ ο ι ν ο π ο ι ε ί τ α ι  η ύ­παρ­ξή μας, αλ­λά α­κό­μη και ό­ταν μπει στον τά­φο το σώ­μα και γί­νει χώ­μα, πά­λι η Χά­ρις αυ­τή μέ­νει. Γι΄ αυ­τό, λέ­ει, ο Αγ. Γρη­γό­ριος ο Πα­λα­μάς, ό­τι η Χά­ρις του Αγ. Πνεύ­μα­τος που κα­θα­γιά­ζει την ψυ­χή κα­θα­γιά­ζει και το σώ­μα και μέ­νει στα Ά­για Λέ­ι­ψα­να».
Κα­τά έ­ναν ο­ρι­σμό «Λεί­ψα­νον ά­γιον κα­λεί­ται το νε­κρόν σώ­μα Α­γί­ου τι­νός ή μάρ­τυ­ρος, α­κό­μη δε και μέ­ρος ή τμή­μα αυ­τού δια­τη­ρού­με­νον. Εν στε­νω­τέ­ρα εν­νοί­α λεί­ψα­να ιε­ρά εί­ναι και α­ντι­κεί­με­να, ή εν­δύ­μα­τα ή α­λύ­σεις, ά­τι­να οι Ά­γιοι ζώ­ντες με­τε­χει­ρί­σθη­σαν. Ή­δη α­πό της ε­πο­χής των διωγ­μών, ό­τε ε­νε­φα­νί­σθη­σαν οι πρώ­τοι μάρ­τυ­ρες του Χρι­στια­νι­σμού, ε­τι­μώ­ντο υ­πό των χρι­στια­νών τα λεί­ψα­να τού­των» (Θρ. και Ηθ.  Ε­γκυ­κλοπ, τό­μος 8ος, σελ. 219).
Ο Ά­γιος Γργό­ριος ο Θε­ο­λό­γος γρά­φει: «Οι γαρ ά­γιοι και ζώ­ντες πε­πλη­ρω­μέ­νοι ή­σαν Πνεύ­μα­τος Α­γί­ου. Και τε­λευ­τη­σά­ντων αυ­τών η Χά­ρις του Α­γί­ου Πνεύ­ματος… έ­νε­στι (μέ­νει) και ταις ψυ­χαίς και τοις σώ­μα­σιν εν τοις τά­φοις… και ταις α­γί­αις ει­κό­σιν αυ­τών». Πε­ρί του σώ­μα­τος της μάρ­τυ­ρος Αγ. Ιου­λίτ­της (+30 Ιου­λί­ου), ο Μ. Βα­σί­λειος γρά­φει: «Εν τω καλ­λί­στω προ­τε­με­νά­σμα­τι (ει­σό­δω) της πό­λε­ως κεί­με­νον (εν­ν. σώ­μα της Α­γί­ας) α­γιά­ζει μεν τον τό­πον, α­γιά­ζει δε τους εις αυ­τόν συ­νό­ντας» (δηλ. ευ­ρι­σκο­μέ­νους). Και συ­μπλη­ρώ­νει, ό­τι ό­ποιος α­κουμπά τα Ι. Λεί­ψα­να «λαμ­βά­νει τι­νά με­του­σί­αν» (δηλ. α­για­σμό και Χά­ρη). Αλ­λά και ο Ι. Χρυ­σό­στο­μος ση­μειώ­νει: «Αι θή­και των α­γί­ων (εν­ν. τις λει­ψα­νο­θή­κες) πνευ­μα­τι­κής ει­σί Χά­ρι­τος. Δια τού­το και τα λεί­ψα­να των α­γί­ων εί­α­σεν (ά­φη­σε) ημίν ο Θε­ός, βου­λό­με­νος η­μάς προς τον αυ­τόν ε­κεί­νοις ζή­λον χει­ρα­γω­γεί­σαι…».
Μα­κα­ρί­ζει, ο Ι. Χρυ­σό­στο­μος, «…την Α­ντιό­χεια, διό­τι τει­χί­ζε­ται δια των Ιερών λει­ψά­νων του Ι­γνα­τί­ου (Θε­ο­φό­ρου), άλ­λο­τε δε βέ­βαιοί τους α­κρο­α­τές του ότι ου­χί μό­νον τα ο­στά των μαρ­τύ­ρων, αλ­λά και οι τά­φοι αυ­τών και οι λάρ­να­κες πολ­λών βρύ­ου­σιν την ευ­λο­γί­αν. Δια τού­το και η τι­μή προς τα Ιε­ρά Λεί­ψα­να συνε­βά­δι­ζε πά­ντο­τε και προς τους τά­φους των μαρ­τύ­ρων». Α­φού, κα­τά τον ί­διο πα­τέ­ρα, «και η σκό­νη που εί­ναι ε­πά­νω στα ιε­ρά λεί­ψα­να θαυ­μα­τουρ­γεί». Και παρό­τρυ­νε τους χρι­στια­νούς  να πη­γαί­νουν συ­χνά ε­κεί που βρί­σκο­νται, να τα ασπά­ζο­νται πι­στεύ­ο­ντας ό­τι τα πνευ­μα­το­φό­ρα και χρι­στο­φό­ρα λεί­ψα­να «και λι­μέ­να τι­νά πα­ρα­σχείν και πα­ρα­μύ­θιον α­σφα­λές των α­ει κα­τα­λαμ­βα­νό­ντων ημάς κα­κών».
Αλ­λά και ο Αγ. Κύ­ριλ­λος, Πα­τριάρ­χης Ιε­ρο­σο­λύ­μων, α­πο­φαί­νε­ται ό­τι «και της ψυ­χής μη υ­παρ­χού­σης εν τω νε­κρώ σώ­μα­τι, έ­γκει­ταί τις δύ­να­μις εις τα σώ­ματα των Α­γί­ων και των μαρ­τύ­ρων, δια της εν το­σού­τοις έ­τε­σιν ε­νοι­κή­σα­σαν εν αυ­τοίς δι­καί­αν ψυ­χήν».
Ό­πως φαί­νε­ται, κα­τά τους α­γί­ους πα­τέ­ρες τα Ι. Λεί­ψα­να των Α­γί­ων εί­ναι «χαρι­τό­βρυ­τα, μυ­ρο­φό­ρα, μυ­ρό­βλη­τα, θαυ­μα­τουρ­γά». Πολ­λοί ά­γιοι έ­χουν τους πιο πά­νω χα­ρα­κτη­ρι­σμούς. Γνω­στοί μυ­ρό­βλη­τοι Ά­γιοι εί­ναι: Ο Ά­γιος Δη­μή­τριος, ο Ά­γιος Α­χίλ­λειος Λα­ρί­σης, ο Ό­σιος Βάρ­βα­ρος ο μυ­ρο­βλί­της κ.α. Οι Ά­γιοι Νι­κόλα­ος, Σπυ­ρί­δων, Διο­νύ­σιος Ζα­κύν­θου, Νε­κτά­ριος Πε­ντα­πό­λε­ως φέ­ρουν τον χαρα­κτη­ρι­σμό του θαυ­μα­τουρ­γού.
Κα­τά τον Βα­σί­λειο Ι­βη­ρί­τη: «…Τα λεί­ψα­να των Α­γί­ων α­να­δί­δουν α­ε­νά­ως την ίδια ά­κτι­στη μαρ­μα­ρυ­γή, οι τά­φοι τους δια­χέ­ουν την άρ­ρη­τη και ά­κτι­στη ευωδί­α. Το κάλ­λος της κα­τα­νύ­ξε­ως, η ευω­δί­α η ου­ρά­νιος, γε­μί­ζουν τον χώ­ρο». Α­φού, ό­πως ο ί­διος α­να­φέ­ρει, «Η ύ­λη η α­γί­α, η δο­σμέ­νη α­πό τον Θε­όν εί­ναι «έ­μπλε­ως» της θεί­ας Χά­ρι­τος, κα­τά τον Άγ. Ιω­άν­νη τον Δα­μα­σκη­νό». Και φέρ­νει ως παρά­δειγ­μα: «Ο Ό­σιος Δα­μια­νός του 13ου αιώ­να ε­τά­φη με­ρι­κά χι­λιό­με­τρα πέρα α­πό τη Μο­νή Ε­σφιγ­μέ­νου και η ευω­δί­α του α­γί­ου Λει­ψά­νου του, α­πό τον τά­φο μέ­σα, έ­φτα­νε μέ­χρι το μο­να­στή­ρι του Ε­σφιγ­μέ­νου».
Ή­δη α­πό τον 4ο αιώ­να ε­πε­κρά­τη­σε, κα­τά τα ε­γκαί­νια να­ών, να το­πο­θε­τούνται κά­τω α­πό την α­γί­α Τρά­πε­ζα λεί­ψα­να Α­γί­ων, σύμ­φω­να με την Α­πο­κά­λυ­ψη (Στ΄, 9), που γρά­φει: «Και ό­τε ή­νοι­ξεν την πέ­μπτην σφρα­γί­δα, εί­δον υ­πο­κά­τω του θυσια­στη­ρί­ου τας ψυ­χάς των ε­σφαγ­μέ­νων δια τον λό­γον του Θε­ού και δια την μαρτυ­ρί­αν ην εί­χον».
Η Πρά­ξη αυ­τή, που κυ­ρώ­θη­κε με τον 7ο κα­νό­να της Ζ΄ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νόδου, έ­χει την αρ­χή της στη συ­νή­θεια να τε­λεί­ται το μυ­στή­ριο της θεί­ας Ευ­χαρι­στί­ας ε­πά­νω στους τά­φους των μαρ­τύ­ρων, κα­τά την πε­ρί­ο­δο των διωγ­μών. Αργό­τε­ρα, μά­λι­στα, έ­κτι­ζαν τα λε­γό­με­να «Μαρ­τύ­ρια» ε­πά­νω στους τά­φους των μαρ­τύ­ρων.
Πο­λύ νω­ρίς, συγ­χρό­νως με την τι­μή στη μνή­μη των Α­γί­ων, άρ­χι­σαν οι πι­στοί να γιορ­τά­ζουν με ει­δι­κές α­κο­λου­θί­ες και τη με­τα­κο­μι­δή ή α­να­κο­μι­δή των Ι. Λει­ψά­νων τους. «Ού­τω κα­τά το έ­τος258 τα λεί­ψα­να των Α­πο­στό­λων Πέ­τρου και Παύλου με­τε­κο­μί­σθη­σαν εκ των αρ­χι­κών τά­φων των «ε­πί την ο­δόν την ω­στί­αν», εις α­σφα­λές μέ­ρος, εν τη κρύ­πτη του Α­γί­ου Σε­βα­στια­νού… Η με­τα­κο­μι­δή  δε αύ­τη, γε­νο­μέ­νη πι­θα­νώς την 29ην Ιου­νί­ου 258, έ­γι­νε α­φορ­μή να κα­θο­ρι­σθή και η εορ­τή των Α­πο­στό­λων Πέ­τρου και Παύ­λου την 29ην Ιου­νί­ου». Τέ­τοιες πε­ριπτώ­σεις α­να­κο­μι­δής Ι. Λει­ψά­νων που, ε­πί­σης, γιορ­τά­ζει η Εκ­κλη­σί­α, εί­ναι: Του Αγ. Ι­γνα­τί­ου του Θε­ο­φό­ρου 29 Ια­νουα­ρί­ου, του Αγ. Ιω. του Χρυ­σο­στό­μου στις 27 Ια­νουα­ρί­ου, Αγ. Γε­ρα­σί­μου 16 Αυ­γού­στου και 20 Ο­κτω­βρί­ου, και πολ­λών άλ­λων Α­γί­ων.
Έ­τσι, «πά­σαι αι πό­λεις ε­θε­ώ­ρουν μέ­γαν πλού­τον την α­πό­κτη­σιν λει­ψά­νων μαρτύ­ρων, οι εκ τού­των δε προ­κλη­θεί­σαι α­να­κο­μι­δαί και κα­τα­θέ­σεις λει­ψά­νων εις τους προς τι­μήν των μαρ­τύ­ρων α­νε­γει­ρο­μέ­νους να­ούς ε­γί­νο­ντο μετ΄ ε­ξαιρε­τι­κών πα­νη­γό­ρε­ων» (Θρ. και Ηθ. Ε­γκυ­κλ. τομ. 8ος,  σελ. 213).
Α­πό τα ε­κτε­θέ­ντα α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την ευ­λο­γί­α που πα­ρέ­χει στην το­πι­κή Εκκλη­σί­α της Πά­τρας η ε­πα­να­κο­μι­δή της Τι­μί­ας Κά­ρας και του Σταυ­ρού του μαρτυ­ρί­ου του Πρω­το­κλή­του των Α­πο­στό­λων. Ευ­λο­γί­α ό­χι μό­νο στην πό­λη μας, αλλά και σ΄ ο­λό­κλη­ρο τον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο, α­φού, α­πό τους «Δώ­δε­κα», μό­νο ο Α­πό­στο­λος Αν­δρέ­ας μαρ­τύ­ρη­σε σ΄ αυ­τόν.

Ας προ­σκυ­νή­σου­με κι ε­φέ­τος τον τά­φο, τα ιε­ρά του λεί­ψα­να και το Σταυ­ρό του μαρ­τυ­ρί­ου του με την πα­ρά­κλη­ση να μας ευ­λο­γεί και να πρε­σβεύ­ει στον Κύ­ριο να δώ­σει λύ­ση ό­χι μό­νο στα προ­σω­πι­κά μας προ­βλή­μα­τα, αλ­λά και σ΄ αυ­τά που α­ντι­με­τω­πί­ζει η χώ­ρα μας.
Η ε­πα­να­κο­μι­δή της Τι­μί­ας Κά­ρας του Πρω­το­κλή­του α­πό τη Ρώ­μη στην Πά­τρα, την πό­λη του μαρ­τυ­ρί­ου του (26 Σε­πτεμ­βρί­ου 1964), αλ­λά και της ε­πα­νακο­μι­δής της Τι­μί­ας Κά­ρας της Α­γί­ας Ει­ρή­νης α­πό τη γαλ­λι­κή Μο­νή «HAUTECOMBE» (ε­ορ­τά­ζε­ται σήμερα Σάββατο 5 Οκτωβρίου και αύ­ριο Κυριακή 6 στον ο­μώ­νυ­μο Ιε­ρό Να­ό Ρι­γα­νο­κά­μπου ό­που φυ­λάσ­σεται, η 11η ε­πέ­τειος) μας δί­νει την ευ­και­ρί­α ν΄ α­σχο­λη­θού­με με την τι­μή που α­πο­δί­δει η Εκ­κλη­σί­α στα Ιε­ρά Λεί­ψα­να με βά­ση την πε­ρί αν­θρώ­που δογ­ματι­κή δι­δα­σκα­λί­α της.
Σύμ­φω­να μ΄ αυ­τή τη δι­δα­σκα­λί­α, ο άν­θρω­πος εί­ναι μί­α ε­νιαί­α ψυ­χο-σω­μα­τι­κή ο­ντό­τη­τα, α­φού ψυ­χή και σώ­μα εί­ναι δη­μιουρ­γή­μα­τα του Θε­ού. «Και έ­πλα­σεν ο Θε­ός τον άν­θρω­πον, χουν α­πό της γης, και ε­νε­φύ­ση­σεν εις το πρό­σω­πον αυ­τού πνο­ήν ζω­ής, και ε­γέ­νε­το ο άν­θρω­πος εις ψυ­χήν ζώ­σαν». (Γεν. Β, 7). Στο ση­μεί­ο αυ­τό πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι ο άν­θρω­πος δη­μιουρ­γεί­ται α­πό το Θε­ό ό­χι με το λό­γο του, «Και εί­πεν ο Θε­ός...», ό­πως έ­γι­νε με τα λοι­πά δη­μιουρ­γή­μα­τά του, αλ­λά με ι­διαίτε­ρο τρό­πο. Ε­νερ­γεί, δεν δια­τάσ­σει, που φα­νε­ρώ­νει τη ση­μα­σί­α του Θε­ού – Πλάστη στο τε­λευ­ταί­ο και τε­λειό­τε­ρο ε­πί­γειο δη­μιούρ­γη­μά του. Και συ­νε­χί­ζει η βι­βλι­κή πα­ρά­δο­ση (Π. Δια­θή­κη): «Και εί­πεν ο Θε­ός: ποι­ή­σω­μεν άν­θρω­πον κατ΄ ει­κό­να η­με­τέ­ραν και καθ΄ ο­μοί­ω­σιν, και αρ­χέ­τω­σαν των ι­χθύ­ων της θα­λάσ­σης... και πά­σης της γης» (Γεν. Α, 26). Έ­τσι, ο άν­θρω­πος δη­μιουρ­γεί­ται βα­σι­λιάς και κύ­ριος ό­λης της δη­μιουρ­γί­ας και το βα­σι­κό­τε­ρο «ει­κό­να» του Θε­ού, δηλ. με θεί­ες ι­διό­τη­τες (λο­γι­κό, ε­λευ­θε­ρί­α, α­ντε­ξού­σιο, κυ­ριαρ­χι­κό), που η καλ­λιέρ­γειά τους θα τον ο­δη­γού­σε στο «καθ΄ ο­μοί­ω­σιν»,  δηλ. στην, κα­τά Χά­ρη, θέ­ω­σή του.
Ό­μως, η πτώ­ση του αν­θρώ­που τον ο­δή­γη­σε στο ν΄ α­μαυ­ρώ­σει το «κατ΄ ει­κό­να», όχι ό­μως και να το ε­ξα­φα­νί­σει, α­φού, κα­τά τον υ­μνω­δό, «...η Χά­ρις και το κάλ­λος του Θε­αν­θρώ­που, ο ο­ποί­ος σαρ­κού­με­νος την ρυ­πω­θεί­σα ει­κό­να στον άν­θρω­πο «εις το αρ­χαί­ον α­να­μορ­φώ­σας, τω θεί­ω κάλ­λει συ­γκε­τέ­μει­ξε». (Κο­ντά το της Κυρια­κής της Ορ­θο­δο­ξί­ας). Και, κα­τά τον Αγ. Γρη­γό­ριο το Θε­ο­λό­γο, «Με­τέ­λα­βον της ει­κό­νος και ουκ ε­φύ­λα­ξα, με­τα­λαμ­βά­νει (ο Κύ­ριος) της ε­μής ει­κό­νος, ί­να και την ει­κό­να σώ­ση και τη σάρ­κα α­θα­να­τί­ση» (PG. 36,325c).
Η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Θε­ού Λό­γου, του δευ­τέ­ρου προ­σώ­που της Αγ. Τριά­δος, σκο­πό εί­χε να ε­πα­να­φέ­ρει το «κατ΄ ει­κό­να» στην αρ­χι­κή του λάμ­ψη, για να μπο­ρέ­σει ο άν­θρω­πος και πά­λι να φτά­σει στο «καθ΄ ο­μοί­ω­σιν», δηλ. στην  κα­τά χά­ρη θέω­ση και σω­τη­ρί­α. «Αυ­τός γαρ ε­νην­θρώ­πη­σεν, ί­να η­μείς θε­ο­ποι­η­θώ­μεν» (Μ. Α­θανά­σιος).
Ό­ταν η Γρα­φή γρά­φει για τον άν­θρω­πο, δεν δια­χω­ρί­ζει ψυ­χή και σώ­μα, αλ­λά εν­νο­εί αυ­τόν, ό­πως α­να­φέρ­θη­κε, ως ε­νιαί­α ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ο­ντό­τη­τα, για­τί, ό­πως η ψυ­χή, έ­τσι και το σώ­μα εί­ναι συ­στα­τι­κό στοι­χεί­ο της ταυ­τό­τη­τας του αν­θρώπου.
Στον ελ­λη­νο-ρω­μα­ϊ­κό κό­σμο το σώ­μα του αν­θρώ­που γνώ­ρι­σε τις δύ­ο α­κρό­τη­τες: ει­δω­λο­ποί­η­ση – πε­ρι­φρό­νη­ση. Ο Πλά­των έ­γρα­φε ό­τι «το σώ­μα ε­στίν η­μίν σήμα» (δηλ. τά­φος). Και ο Πλω­τί­νος αι­σθα­νό­ταν ντρο­πή ε­πει­δή εί­χε σώ­μα.
Στην Αγ. Γρα­φή και ι­διαί­τε­ρα στη Κ. Δια­θή­κη το σώ­μα του αν­θρώ­που α­πο­κτά τη δι­κή του θέ­ση και α­ξί­α. «Και ο Λό­γος σάρ­ξ ε­γέ­νε­το και ε­σκή­νω­σεν εν η­μίν» (Ιω. Α, 14). Δηλ. η ε­ναν­θρώ­πη­ση του Λό­γου  πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε με την πρό­σλη­ψη ο­λόκλη­ρης της αν­θρώ­πι­νης φύ­σης, που συ­νε­πά­γε­ται και της θέ­ω­σής της. Κά­θε άλ­λη δι­δα­σκα­λί­α α­πο­τε­λεί αί­ρε­ση που κα­τα­δι­κά­στη­κε α­πό την Εκ­κλη­σί­α (Νε­στο­ρια­νι­σμός – Μο­νο­φυ­σι­τι­σμός). Έ­τσι, σύμ­φω­να με τη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α της Εκ­κλη­σί­ας, στη θέ­ω­ση και στη δό­ξα του Θε­ού με­τέ­χει ο­λό­κλη­ρος ο άν­θρω­πος «ψυ­χή τε και σώ­μα­τι». Ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος γρά­φει στους Κο­ριν­θί­ους: «ουκ οίδα­τε ό­τι το σώ­μα υ­μών να­ός του εν υ­μίν α­γί­ου Πνεύ­μα­τος ε­στιν,... δο­ξά­σα­τε τον Θε­όν εν τω σώ­μα­τι υ­μών» (Α΄,6,19). Και, κα­τά τον Αγ. Μά­ξι­μο τον Ο­μο­λο­γη­τή (7ος αι.), «Εν τω Α­να­στά­ντι» το σώ­μα μας βρή­κε την τι­μή και τη δό­ξα δια την ο­ποία πλά­στη­κε... Α­πό την Α­νά­λη­ψη του Κυ­ρί­ου και ε­ξής έ­να πραγ­μα­τι­κό σώ­μα ε­γκατοι­κεί εις τους κόλ­πους της Α­γί­ας Τριά­δος».
Κα­τά την Εκ­κλη­σί­α, το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα, ως δη­μιούρ­γη­μα του Θε­ού, με­τέ­χει στην ά­κτι­στη Χά­ρη Του. Και αυ­τή η «Χά­ρις» δια­τη­ρεί­ται και με­τά το θά­να­το του ανθρώ­που. Ο π. Βα­σί­λειος Ι­βη­ρί­της, Προ­η­γού­με­νος της Ιε­ράς Μο­νής Ι­βή­ρων, σημειώ­νει «...Ο ιε­ρεύς παίρ­νει το παι­δί ο­λό­κλη­ρο ...και το βυ­θί­ζει εις το ό­νο­μα του Πα­τρός και του Υ­ιού και του Αγ. Πνεύ­μα­τος» στην κο­λυμ­βή­θρα. Η Χά­ρις του Θε­ού ει­σέρ­χε­ται εις πά­ντας τους αρ­μούς, εις νε­φρούς και καρ­δί­αν. Και ό­χι τώ­ρα  κ ο ι ν ο π ο ι ε ί τ α ι  η ύ­παρ­ξή μας, αλ­λά α­κό­μη και ό­ταν μπει στον τά­φο το σώ­μα και γί­νει χώ­μα, πά­λι η Χά­ρις αυ­τή μέ­νει. Γι΄ αυ­τό, λέ­ει, ο Αγ. Γρη­γό­ριος ο Πα­λα­μάς, ό­τι η Χά­ρις του Αγ. Πνεύ­μα­τος που κα­θα­γιά­ζει την ψυ­χή κα­θα­γιά­ζει και το σώ­μα και μέ­νει στα Ά­για Λέ­ι­ψα­να».
Κα­τά έ­ναν ο­ρι­σμό «Λεί­ψα­νον ά­γιον κα­λεί­ται το νε­κρόν σώ­μα Α­γί­ου τι­νός ή μάρ­τυ­ρος, α­κό­μη δε και μέ­ρος ή τμή­μα αυ­τού δια­τη­ρού­με­νον. Εν στε­νω­τέ­ρα εν­νοί­α λεί­ψα­να ιε­ρά εί­ναι και α­ντι­κεί­με­να, ή εν­δύ­μα­τα ή α­λύ­σεις, ά­τι­να οι Ά­γιοι ζώ­ντες με­τε­χει­ρί­σθη­σαν. Ή­δη α­πό της ε­πο­χής των διωγ­μών, ό­τε ε­νε­φα­νί­σθη­σαν οι πρώ­τοι μάρ­τυ­ρες του Χρι­στια­νι­σμού, ε­τι­μώ­ντο υ­πό των χρι­στια­νών τα λεί­ψα­να τού­των» (Θρ. και Ηθ.  Ε­γκυ­κλοπ, τό­μος 8ος, σελ. 219).
Ο Ά­γιος Γργό­ριος ο Θε­ο­λό­γος γρά­φει: «Οι γαρ ά­γιοι και ζώ­ντες πε­πλη­ρω­μέ­νοι ή­σαν Πνεύ­μα­τος Α­γί­ου. Και τε­λευ­τη­σά­ντων αυ­τών η Χά­ρις του Α­γί­ου Πνεύ­ματος… έ­νε­στι (μέ­νει) και ταις ψυ­χαίς και τοις σώ­μα­σιν εν τοις τά­φοις… και ταις α­γί­αις ει­κό­σιν αυ­τών». Πε­ρί του σώ­μα­τος της μάρ­τυ­ρος Αγ. Ιου­λίτ­της (+30 Ιου­λί­ου), ο Μ. Βα­σί­λειος γρά­φει: «Εν τω καλ­λί­στω προ­τε­με­νά­σμα­τι (ει­σό­δω) της πό­λε­ως κεί­με­νον (εν­ν. σώ­μα της Α­γί­ας) α­γιά­ζει μεν τον τό­πον, α­γιά­ζει δε τους εις αυ­τόν συ­νό­ντας» (δηλ. ευ­ρι­σκο­μέ­νους). Και συ­μπλη­ρώ­νει, ό­τι ό­ποιος α­κουμπά τα Ι. Λεί­ψα­να «λαμ­βά­νει τι­νά με­του­σί­αν» (δηλ. α­για­σμό και Χά­ρη). Αλ­λά και ο Ι. Χρυ­σό­στο­μος ση­μειώ­νει: «Αι θή­και των α­γί­ων (εν­ν. τις λει­ψα­νο­θή­κες) πνευ­μα­τι­κής ει­σί Χά­ρι­τος. Δια τού­το και τα λεί­ψα­να των α­γί­ων εί­α­σεν (ά­φη­σε) ημίν ο Θε­ός, βου­λό­με­νος η­μάς προς τον αυ­τόν ε­κεί­νοις ζή­λον χει­ρα­γω­γεί­σαι…».
Μα­κα­ρί­ζει, ο Ι. Χρυ­σό­στο­μος, «…την Α­ντιό­χεια, διό­τι τει­χί­ζε­ται δια των Ιερών λει­ψά­νων του Ι­γνα­τί­ου (Θε­ο­φό­ρου), άλ­λο­τε δε βέ­βαιοί τους α­κρο­α­τές του ότι ου­χί μό­νον τα ο­στά των μαρ­τύ­ρων, αλ­λά και οι τά­φοι αυ­τών και οι λάρ­να­κες πολ­λών βρύ­ου­σιν την ευ­λο­γί­αν. Δια τού­το και η τι­μή προς τα Ιε­ρά Λεί­ψα­να συνε­βά­δι­ζε πά­ντο­τε και προς τους τά­φους των μαρ­τύ­ρων». Α­φού, κα­τά τον ί­διο πα­τέ­ρα, «και η σκό­νη που εί­ναι ε­πά­νω στα ιε­ρά λεί­ψα­να θαυ­μα­τουρ­γεί». Και παρό­τρυ­νε τους χρι­στια­νούς  να πη­γαί­νουν συ­χνά ε­κεί που βρί­σκο­νται, να τα ασπά­ζο­νται πι­στεύ­ο­ντας ό­τι τα πνευ­μα­το­φό­ρα και χρι­στο­φό­ρα λεί­ψα­να «και λι­μέ­να τι­νά πα­ρα­σχείν και πα­ρα­μύ­θιον α­σφα­λές των α­ει κα­τα­λαμ­βα­νό­ντων ημάς κα­κών».
Αλ­λά και ο Αγ. Κύ­ριλ­λος, Πα­τριάρ­χης Ιε­ρο­σο­λύ­μων, α­πο­φαί­νε­ται ό­τι «και της ψυ­χής μη υ­παρ­χού­σης εν τω νε­κρώ σώ­μα­τι, έ­γκει­ταί τις δύ­να­μις εις τα σώ­ματα των Α­γί­ων και των μαρ­τύ­ρων, δια της εν το­σού­τοις έ­τε­σιν ε­νοι­κή­σα­σαν εν αυ­τοίς δι­καί­αν ψυ­χήν».
Ό­πως φαί­νε­ται, κα­τά τους α­γί­ους πα­τέ­ρες τα Ι. Λεί­ψα­να των Α­γί­ων εί­ναι «χαρι­τό­βρυ­τα, μυ­ρο­φό­ρα, μυ­ρό­βλη­τα, θαυ­μα­τουρ­γά». Πολ­λοί ά­γιοι έ­χουν τους πιο πά­νω χα­ρα­κτη­ρι­σμούς. Γνω­στοί μυ­ρό­βλη­τοι Ά­γιοι εί­ναι: Ο Ά­γιος Δη­μή­τριος, ο Ά­γιος Α­χίλ­λειος Λα­ρί­σης, ο Ό­σιος Βάρ­βα­ρος ο μυ­ρο­βλί­της κ.α. Οι Ά­γιοι Νι­κόλα­ος, Σπυ­ρί­δων, Διο­νύ­σιος Ζα­κύν­θου, Νε­κτά­ριος Πε­ντα­πό­λε­ως φέ­ρουν τον χαρα­κτη­ρι­σμό του θαυ­μα­τουρ­γού.
Κα­τά τον Βα­σί­λειο Ι­βη­ρί­τη: «…Τα λεί­ψα­να των Α­γί­ων α­να­δί­δουν α­ε­νά­ως την ίδια ά­κτι­στη μαρ­μα­ρυ­γή, οι τά­φοι τους δια­χέ­ουν την άρ­ρη­τη και ά­κτι­στη ευωδί­α. Το κάλ­λος της κα­τα­νύ­ξε­ως, η ευω­δί­α η ου­ρά­νιος, γε­μί­ζουν τον χώ­ρο». Α­φού, ό­πως ο ί­διος α­να­φέ­ρει, «Η ύ­λη η α­γί­α, η δο­σμέ­νη α­πό τον Θε­όν εί­ναι «έ­μπλε­ως» της θεί­ας Χά­ρι­τος, κα­τά τον Άγ. Ιω­άν­νη τον Δα­μα­σκη­νό». Και φέρ­νει ως παρά­δειγ­μα: «Ο Ό­σιος Δα­μια­νός του 13ου αιώ­να ε­τά­φη με­ρι­κά χι­λιό­με­τρα πέρα α­πό τη Μο­νή Ε­σφιγ­μέ­νου και η ευω­δί­α του α­γί­ου Λει­ψά­νου του, α­πό τον τά­φο μέ­σα, έ­φτα­νε μέ­χρι το μο­να­στή­ρι του Ε­σφιγ­μέ­νου».
Ή­δη α­πό τον 4ο αιώ­να ε­πε­κρά­τη­σε, κα­τά τα ε­γκαί­νια να­ών, να το­πο­θε­τούνται κά­τω α­πό την α­γί­α Τρά­πε­ζα λεί­ψα­να Α­γί­ων, σύμ­φω­να με την Α­πο­κά­λυ­ψη (Στ΄, 9), που γρά­φει: «Και ό­τε ή­νοι­ξεν την πέ­μπτην σφρα­γί­δα, εί­δον υ­πο­κά­τω του θυσια­στη­ρί­ου τας ψυ­χάς των ε­σφαγ­μέ­νων δια τον λό­γον του Θε­ού και δια την μαρτυ­ρί­αν ην εί­χον».
Η Πρά­ξη αυ­τή, που κυ­ρώ­θη­κε με τον 7ο κα­νό­να της Ζ΄ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νόδου, έ­χει την αρ­χή της στη συ­νή­θεια να τε­λεί­ται το μυ­στή­ριο της θεί­ας Ευ­χαρι­στί­ας ε­πά­νω στους τά­φους των μαρ­τύ­ρων, κα­τά την πε­ρί­ο­δο των διωγ­μών. Αργό­τε­ρα, μά­λι­στα, έ­κτι­ζαν τα λε­γό­με­να «Μαρ­τύ­ρια» ε­πά­νω στους τά­φους των μαρ­τύ­ρων.
Πο­λύ νω­ρίς, συγ­χρό­νως με την τι­μή στη μνή­μη των Α­γί­ων, άρ­χι­σαν οι πι­στοί να γιορ­τά­ζουν με ει­δι­κές α­κο­λου­θί­ες και τη με­τα­κο­μι­δή ή α­να­κο­μι­δή των Ι. Λει­ψά­νων τους. «Ού­τω κα­τά το έ­τος258 τα λεί­ψα­να των Α­πο­στό­λων Πέ­τρου και Παύλου με­τε­κο­μί­σθη­σαν εκ των αρ­χι­κών τά­φων των «ε­πί την ο­δόν την ω­στί­αν», εις α­σφα­λές μέ­ρος, εν τη κρύ­πτη του Α­γί­ου Σε­βα­στια­νού… Η με­τα­κο­μι­δή  δε αύ­τη, γε­νο­μέ­νη πι­θα­νώς την 29ην Ιου­νί­ου 258, έ­γι­νε α­φορ­μή να κα­θο­ρι­σθή και η εορ­τή των Α­πο­στό­λων Πέ­τρου και Παύ­λου την 29ην Ιου­νί­ου». Τέ­τοιες πε­ριπτώ­σεις α­να­κο­μι­δής Ι. Λει­ψά­νων που, ε­πί­σης, γιορ­τά­ζει η Εκ­κλη­σί­α, εί­ναι: Του Αγ. Ι­γνα­τί­ου του Θε­ο­φό­ρου 29 Ια­νουα­ρί­ου, του Αγ. Ιω. του Χρυ­σο­στό­μου στις 27 Ια­νουα­ρί­ου, Αγ. Γε­ρα­σί­μου 16 Αυ­γού­στου και 20 Ο­κτω­βρί­ου, και πολ­λών άλ­λων Α­γί­ων.
Έ­τσι, «πά­σαι αι πό­λεις ε­θε­ώ­ρουν μέ­γαν πλού­τον την α­πό­κτη­σιν λει­ψά­νων μαρτύ­ρων, οι εκ τού­των δε προ­κλη­θεί­σαι α­να­κο­μι­δαί και κα­τα­θέ­σεις λει­ψά­νων εις τους προς τι­μήν των μαρ­τύ­ρων α­νε­γει­ρο­μέ­νους να­ούς ε­γί­νο­ντο μετ΄ ε­ξαιρε­τι­κών πα­νη­γό­ρε­ων» (Θρ. και Ηθ. Ε­γκυ­κλ. τομ. 8ος,  σελ. 213).
Α­πό τα ε­κτε­θέ­ντα α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε την ευ­λο­γί­α που πα­ρέ­χει στην το­πι­κή Εκκλη­σί­α της Πά­τρας η ε­πα­να­κο­μι­δή της Τι­μί­ας Κά­ρας και του Σταυ­ρού του μαρτυ­ρί­ου του Πρω­το­κλή­του των Α­πο­στό­λων. Ευ­λο­γί­α ό­χι μό­νο στην πό­λη μας, αλλά και σ΄ ο­λό­κλη­ρο τον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο, α­φού, α­πό τους «Δώ­δε­κα», μό­νο ο Α­πό­στο­λος Αν­δρέ­ας μαρ­τύ­ρη­σε σ΄ αυ­τόν.


Ας προ­σκυ­νή­σου­με κι ε­φέ­τος τον τά­φο, τα ιε­ρά του λεί­ψα­να και το Σταυ­ρό του μαρ­τυ­ρί­ου του με την πα­ρά­κλη­ση να μας ευ­λο­γεί και να πρε­σβεύ­ει στον Κύ­ριο να δώ­σει λύ­ση ό­χι μό­νο στα προ­σω­πι­κά μας προ­βλή­μα­τα, αλ­λά και σ΄ αυ­τά που α­ντι­με­τω­πί­ζει η χώ­ρα μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: