Κυριακή, 11 Απριλίου 2021

Ε φοβούμαστενε, προστατεούμαστενε από τον κορονογιό (Χιώτικες και Μικρασιάτικες συμβουλές) - Υπ.

  -Νίβομε και τρίβομενε καλά τα χέρια μας, με σαπούνι ή πασαλειβούμαστενε με σπίρτο[1].

-Άμα μας τρω το μούτσουνο[2] μας ε ντο ξιούμε[3] με τα χέρια μας, μόνο πιάνομε ένα πεσκίρι[4].

-Άμα θέμενε να σουσάρομε[5] μόνο σε χαρτομπάμπακα και μετά τη μουρδαριά[6] την πετούμενε στα σκουπίδια.

-Άμα μας έρτει βηχαλάκι ή θέλομενε να φτερνιστούμενε φράζομε[7] τη μύτη και το στόμα μας με το μανίκι μας σάμπου[8] κάμναμε σαν είμεστενε μικροί και μετά ξανανίβομε τα χέρια μας.

-Τέλος τ’ αλισβερίσια και τα σουλάτσα[9] τα πολλά.


-Με τις γαζετούδες[10] της γειτονιάς κομμένα τα καφεδόμπρικα και το κουσέλι[11], οι εκκλησιές εκλείσανε [12]και πρέπει να κατασαλαγιάσομε[13] πια στο σπίτι μας για να μη μας εύρει κι άλλο κακό.

-Κι άμα μας χτυπούνε την πόρτα ξουξούδια να τους λέμε.

-Προσέχομε τη μανή[14] και τον πάππου, τους μεγάλους τους αθρώπους που είναι πιο ευαίσθητοι, δεν τους αφήνομε τα παιδιά μας γιατί δικά μας είναι και πρέπει να τα ‘χομενε σπίτι μας.

- Άμαν ανοιώσουμε πως είμεστενε συγκρυασμένοι[15] ή πουντιαζμένοι[16], πως έχομενε θέρμη[17], βήχα, συνάχι και μας πονεί ο λαιμός μας οχονούς[18] να πάρομε στο τηλέφωνο το γιατρό κι ευτός θα μας πει ίντα θα κάμουμε. Ίμπα και πάει κανείς στο νοσοκομείο, αλίμονο σας.

-Να κλειδαμπαρωθούμενε στο σπιτικό μας, να βλέπομε τις λιλιγκιές[19] στην τελεόραση, τον Τσιόδρα και την Θεοπούλα, υπομονή να κάμουμε για να μη μας έρθει κούπαση[20] και γούσουρα[21]. -Τις κουμπάνιες[22] μας από τις μαρκέτες[23] τις έχομενε κάμει και με το παραπάνω, χαρτιά υγείας έχομε πολλά, δεν θα πεινάσομε, ας μη λολαγκριζόμαστε[24], α πίνομε κάνα βραστικό, κάνα ματζούνι, κάνα ντεπόν, α κάμουμε και τη βασκανία κι όλα θα πάνε κατ’ ευκήν.

-Μπορεί να γίνομενε ολόβολοι[25] από το φαΐ που κατεβάζομε ξεπάσαλα, μα μη μας πιάνουν αγκούσιες[26].

-Συρτικό [27]είναι, θα περάσει θε δε θε!

ΥΓ. Να κατασαλαγιάσεις[28] σπίτι σου και να μη σουρτουκεύεις[29]. Τη μια στο σχολειό την άλλη στο μπακάλη. Κόψε τη γούλα[30] και μάϊνα[31] τη γρίνα. Φοβούμεστε γιατί έχεις πάρει το ποδάρι της θειάς σου της γυρουλούς[32], ο Θεός σχωρέστην. Πολλά φιγιά να δώκεις και μη σας έρτει καμιά λολάδα [33]να έρτετε. 

Εννόησες;

Πηγή: άγνωστη

Ερμηνεία λέξεων: Υπ.



[1] Σπίρτο: οινόπνευμα

[2] Μούτσουνο: το πρόσωπο

[3] Ξιούμε: ξύνουμε

[4] Πεσκίρι: πετσέτα (στα τουρκικά)

[5] Σουσάρομε: φυσάμε τη μύτη μας

[6] Μουρδαριά: βρωμιά

[7] Φράζομε: κλείνουμε

[8] Σάμπου: όπως

[9] Σουλάτσα: περίπατοι

[10] Γαζετούδες: κουτσομπόλες

[11] Κουσέλι: κουτσομπολιό

[12] Το κείμενο γράφτηκε όταν οι ναοί ήταν κλειστοί

[13] Να κατασαλαγιάσομε: να ηρεμήσουμε, καταπραΰνουμε

[14] Μανή: γιαγιά

[15] Συγκρυασμένοι: έχουμε ρίγος, κρυάδες

[16] Πουντιαζμένοι: κρυωμένοι

[17] Θέρμη: πυρετό

[18] Οχονούς: γρήγορα

[19] Λιλιγκιές: σφήκες (υπανίσσεται τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Άγριες μέλισσες»)

[20] Κούπαση: στενοχώρια

[21] Γούσουρα: εγκεφαλικό

[22] Κουμπάνιες: προμήθειες

[23] Μαρκέτες: τα (Super) Market

[24] Λολαγκριζόμαστε: χάνουμε τα λογικά μας

[25] Ολόβολοι: ολόκληροι, ολοστρόγγυλοι

[26] Αγκούσιες: στενοχώριες

[27] Συρτικό: επιδημία

[28] Να κατασαλαγιάσεις: να ηρεμήσεις

[29] Σουρτουκεύεις: τριγυρίζεις άσκοπα

[30] Γούλα: κυριολεκτικά ο λαιμός, μεταφορικά η λαιμαργία

[31] Μάινα: Υπόστειλε, κατέβασε, μείωσε

[32] Γυρουλού: εκείνη που γυρνά στη γειτονιά

[33] Λολάδα: τρέλα

 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Αυτή είναι η αθάνατη Ελλάδα με τους γλωσσικούς της ιδιωματισμούς.