Ούτος ο Άγιος ήτον επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου, εν έτει τλδ’ [334], και έζησεν έως της Β’ Συνόδου εν έτει τπβ’ [382], επί Θεοδοσίου του Μεγάλου. Δια την υπερβολικήν δε αρετήν του, και δια την εις Χριστόν καθαράν αγάπην του, έγινεν εις τους πολλούς τόσον ζηλωτός και επαινετός, ώστε οπού, όταν κατ’ αρχάς εμβήκεν εις την Αντιόχειαν, και ήτον η κυρία ημέρα της χειροτονίας του, κάθε Χριστιανός τραβιζόμενος από τον πόθον οπού είχε προς αυτόν, τον εκαλούσεν εις το οσπήτιόν του, νομίζωντας ότι μέλλει να αγιασθή από μόνην την είσοδον του Αγίου. Τριάντα δε μόνον ημέρας ποιήσας εις την Αντιόχειαν, και ουδέ αυτάς ολοκλήρους, εδιώχθη από τους εχθρούς της αληθείας Αρειανούς, με το να επείσθη εις την κακοδοξίαν τους ο τότε βασιλεύς Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, συγχωρούντος ταύτα του Θεού, οις οίδε κρίμασιν.
Αφ’ ου δε εδιώχθη
παρανόμως από την επαρχίαν του, εγύρισε πάλιν εις την Κωνσταντινούπολιν, και
έμεινεν εις αυτήν περισσότερον από δύω χρόνους. Και πάλιν εκάλεσαν μεν αυτόν τα
γράμματα του βασιλέως δια να υπάγη, όχι εκεί κοντά, αλλά εις την Θράκην. Ομοίως
δε και άλλοι πολλοί Επίσκοποι από πολλά μέρη της οικουμένης εκεί εσυνάχθησαν,
καλεσθέντες και αυτοί με βασιλικά γράμματα. Έμελλον γαρ τότε κοντά να
ελευθερωθούν από τον πολυχρόνιον χειμώνα των αιρέσεων αι Εκκλησίαι του Θεού,
και να λάβουν τελείαν γαλήνην.
Τότε λοιπόν
εθαυμάσθη ο μέγας ούτος Πατήρ Μελέτιος από όλους τους εκεί συναχθέντας
Επισκόπους, τόσον δια την αρετήν του, όσον και δια την σύνεσιν των λόγων του.
Και εκεί ολίγον ασθενήσας, παρέδωκεν εν ειρήνη την ψυχήν του εις χείρας Θεού,
αφήσας την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν εις την ξενιτείαν. Τούτον τον Άγιον Μελέτιον
αξίως ετίμησαν με επιτάφια και θρηνητικά εγκώμια, τόσον ο θείος Χρυσόστομος, ου
η αρχή· «Πανταχού της ιεράς ταύτης αγέλης», όσον και ο θείος Νύσσης Γρηγόριος,
ου η αρχή· «Ηύξησεν ημίν τον αριθμόν των Αποστόλων», τα οποία σώζονται εν τοις
εκδεδομένοις.
Περί του Αγίου
Μελετίου τούτου γράφει ο Θεοδώρητος εις το τριακοστόν πρώτον κεφάλαιον του
δευτέρου βιβλίου της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, ότι επειδή η Αντιόχεια δεν είχε
ποιμένα, αφ’ ου εδιώχθη από τον θρόνον εκείνης ο Αρειανός Ευδόξιος, δια τούτο
οι Αρειανοί νομίσαντες, ότι ο θείος Μελέτιος ήτον ομόφρων με αυτούς, εζήτησαν
από τον Κωνστάντιον, να δώση εις αυτόν τον θρόνον της Αντιοχείας, ως ικανόν
όντα εις το λέγειν και πείθειν. Ψηφισθείς λοιπόν ο Άγιος υπό πάντων των εν
Αντιοχεία, έλαβε τον θρόνον αυτής, (πρότερον γαρ ήτον Επίσκοπος της εν Αρμενία
Σεβαστείας, από δε την Σεβάστειαν μετήχθη εις Βέρροιαν της Συρίας, και από την
Βέρροιαν εκλήθη εις Αντιόχειαν, κατά τον Μελέτιον Αθηνών). Όταν δε έγινεν
Επίσκοπος, παρεκαλέσθη από το πλήθος δια να δώση εις αυτούς μίαν διδασκαλίαν
σύντομον περί της Αγίας Τριάδος. Ο δε Άγιος έδειξε μεν πρώτον εις το πλήθος
τους τρεις δακτύλους της χειρός του. Ύστερον δε συμμαζώξας τους δύω δακτύλους,
άφησε μόνον τον ένα, και την αξιέπαινον ταύτην είπε φωνήν· «Τρία τα νοούμενα,
ως ενί δε διαλεγόμεθα». Όθεν οι Αρειανοί οργισθέντες εις τούτο, εδιάβαλαν τον
Άγιον εις τον βασιλέα Κωνστάντιον, πως φρονεί τα του Σαβελλίου, και έτζι
έπεισαν αυτόν και τον εξώρισεν εις την πατρίδα του.
Άγιος Νικόδημος
Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου