Μετά την Ε᾽ Οικουμενική Σύνοδο
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Μετά την Ε᾽ Οικουμενική Σύνοδο (5 Μαΐου-21 Ιουνίου
553) η χρεωκοπία της ενωτικής πολιτικής του Ιουστινιανού και η θερμή υποστήριξη
της Θεοδώρας προς τους μονοφυσίτες οδήγησαν στην δημιουργία ανεξάρτητων
οργανωμένων αντιχαλκηδονικών κοινοτήτων.
Ο Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς στην Εκκλησιαστική
Ιστορία του περιγράφει τα γεγονότα:
Οι αποφάσεις της Ε᾽ Οικουμενικής συνόδου
κατοχύρωσαν μεν την πίστη της Εκκλησίας, αλλά δεν ικανοποίησαν και τις ενωτικές
αναζητήσεις του Ιουστινιανού. Η καταδίκη των «Τριών Κεφαλαίων» και η διασάφηση
της «δυο-φυσιτικής» ορολογίας της συνόδου της Χαλκηδόνας με τη σύγχρονη επιβολή
του Όρου της δεν ικανοποιούσαν τους μετριοπαθείς μονοφυσίτες, οι οποίοι
αναζητούσαν επίμονα πλέον μία αυτοδύναμη μορφοποίηση του εκκλησιαστικού τους
σώματος.
Η αυτοκρατορική πολιτική στην Αίγυπτο και στη Συρία είχε εξουδετερώσει μετά το 536 την παρουσία των μονοφυσιτών στην ιεραρχία των θρόνων Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Ο σεβηριανός πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεοδόσιος Α᾽ (535-566) είχε απομονωθεί από το 536 στα Δέρκα της περιοχής της Κωνσταντινουπόλεως και συντόνιζε τους αγώνες των μονοφυσιτών με τη συνεχή υποστήριξη της Θεοδώρας.
Εν τούτοις, οι Ακέφαλοι είχαν μείνει πλέον
πραγματικά «ακέφαλοι», αφού δεν είχαν επισκόπους και κατά προέκταση δεν είχαν
κληρικούς για τις λατρευτικές ανάγκες των αντιχαλκηδονίων. Είχαν όμως ζηλωτές
μοναχούς, οι οποίοι αναζητούσαν πάντοτε νέες λύσεις. Στην περίοδο αυτή
κυριάρχησε στους αντιχαλκηδονίους ο ζηλωτής μοναχός Ιάκωβος Βαραδαίος ή
Ζάνζαλος ( = κουρελιάρης), ο οποίος παρέμενε πλησίον του Θεοδοσίου και των
άλλων σεβηριανών επισκόπων στα Δέρκα. Καταγόταν από την Οσροηνή της
Μεσοποταμίας και ήταν συνειδητός αντιχαλκηδόνιος.
Όταν ο ηγεμόνας των μονοφυσιτών Γασανιδών Αράβων
της Ανατολικής Συρίας Αρέθας (Harith) απέκλεισε την αποδοχή του Όρου της Δ᾽ Οικουμενικής συνόδου κατά τις
συζητήσεις του με τον Ιουστινιανό στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε την έγκριση
του αυτοκράτορα για τη χειροτονία από τον πατριάρχη Θεοδόσιο δύο επισκόπων για
τον λαό του, τότε θεμελιώθηκαν πράγματι οι νέες προοπτικές για την αντιμετώπιση
της εσωτερικής κρίσεως του αντιχαλκηδονισμού. Ο ένας από τους δύο
χειροτονηθέντες επισκόπους ήταν ο Ιάκωβος Βαραδαίος (543-578), ο οποίος
αφιερώθηκε για 35 ολόκληρα έτη αφ᾽ ενός μεν στη στελέχωση της ιεραρχίας των
μονοφυσιτών της Συρίας και της Αιγύπτου, αφ᾽ ετέρου δε στην ανεξάρτητη
εκκλησιαστική τους ανάπτυξη.
Με τη συνοδεία πολλών ζηλωτών μοναχών περιόδευσε
ολόκληρη τη Συρία και τη Μεσοποταμία για να χειροτονήσει κληρικούς στις
μονοφυσιτικές κοινότητες, να στηρίξει τους μοναχούς και να διδάξει τον λαό. Σε
μία δεκαετία είχε στελεχώσει όλες σχεδόν τις μονοφυσιτικές ενορίες της Ανατολής
με κληρικούς. Το 560 χειροτόνησε μονοφυσίτη πατριάρχη Αντιοχείας, ο οποίος
εγκαταστάθηκε σε μοναστήρι μεταξύ Χαλεπίου και Ιεραπόλεως.
Η παράδοση του αποδίδει τη χειροτονία του
υπερβολικού αριθμού των 80 χιλιάδων κληρικών, 27 επισκόπων και 2 πατριαρχών
Αντιοχείας. Η εκκλησιαστική απόσχιση των μονοφυσιτών είχε ήδη συντελεσθεί και
ήταν έργο ενός ζηλωτή μοναχού.
Μετά τον θάνατο του πρώτου μονοφυσίτη πατριάρχη
Αντιοχείας ο Ιάκωβος χειροτόνησε και τον διάδοχό του, ενώ ενδιαφέρθηκε και για
την οργάνωση των μονοφυσιτών της Αιγύπτου. Επισκέφθηκε την Αλεξάνδρεια και
συνεργάσθηκε με τον αντιχαλκηδόνιο επίσκοπο Πέτρο για την ενότητα των
μονοφυσιτών της Συρίας και της Αιγύπτου. Δέκα έτη μετά τον θάνατο του Θεοδοσίου
Α᾽ (566) εγκαθιδρύθηκε και ο πατριάρχης των μονοφυσιτών της Αιγύπτου, ο οποίος
διέμενε επίσης σε μοναστήρι της περιοχής της Αλεξανδρείας. Οι μονοφυσίτες της
Συρίας ονομάσθηκαν Ιακωβίτες από τον αναδιοργανωτή τους Ιάκωβο Βαραδαίο, ενώ οι
μονοφυσίτες της Αιγύπτου ονομάσθηκαν Κόπτες ( = Αιγύπτιοι). Στη λατρεία τους
καθιέρωσαν οι μεν Ιακωβίτες τη συριακή, οι δε Κόπτες την κοπτική γλώσσα.
***
After the Fifth
Ecumenical Council (5 May–21 June 553), the bankruptcy of Justinian’s policy of
union and Theodora’s fervent support for the Monophysites led to the formation
of independent, organized anti-Chalcedonian communities.
Professor
Vlasios Feidas, in his Ecclesiastical History, describes the events:
The decisions
of the Fifth Ecumenical Council did indeed safeguard the faith of the Church,
but they did not satisfy Justinian’s aspirations for unity. The condemnation of
the “Three Chapters” and the clarification of the “two-nature” terminology of
the Council of Chalcedon, together with the simultaneous imposition of its
Definition, did not satisfy the moderate Monophysites, who now persistently
sought an autonomous structuring of their ecclesiastical body.
Imperial policy
in Egypt and Syria had, after 536, neutralized the presence of the Monophysites
in the hierarchy of the sees of Alexandria and Antioch. The Severian Patriarch
of Alexandria, Theodosius I (535–566), had been isolated since 536 at Derka in the
region of Constantinople, and he coordinated the struggles of the Monophysites
with Theodora’s continual support.
Nevertheless,
the Acephali had truly become “headless,” since they had no bishops and,
consequently, no clergy for the liturgical needs of the anti-Chalcedonians.
They did, however, have zealous monks who were always looking for new
solutions. During this period, the anti-Chalcedonians were dominated by the
zealous monk Jacob Baradaeus, or Zanzalos ( = “rag-wearer”), who remained near
Theodosius and the other Severian bishops at Derka. He originated from Osrhoene
in Mesopotamia and was a committed anti-Chalcedonian.
When Arethas
(Harith), ruler of the Monophysite Ghassanid Arabs of eastern Syria, ruled out
accepting the Definition of the Fourth Ecumenical Council during his
discussions with Justinian in Constantinople and received the emperor’s
approval for the ordination by Patriarch Theodosius of two bishops for his
people, new prospects were truly established for addressing the internal crisis
of anti-Chalcedonianism. One of the two ordained bishops was Jacob Baradaeus
(543–578), who devoted a full 35 years both to staffing the hierarchy of the
Monophysites of Syria and Egypt and to their independent ecclesiastical
development.
Accompanied by
many zealous monks, he traveled throughout Syria and Mesopotamia to ordain
clergy for Monophysite communities, to support the monks, and to instruct the
people. Within a decade he had provided clergy for nearly all Monophysite
parishes of the East. In 560 he ordained a Monophysite Patriarch of Antioch,
who took up residence in a monastery between Aleppo and Hierapolis.
Tradition
attributes to him the ordination of the extraordinarily large number of 80,000
clergy, 27 bishops, and 2 Patriarchs of Antioch. The ecclesiastical secession
of the Monophysites had already taken place, and it was the work of a zealous
monk.
After the death
of the first Monophysite Patriarch of Antioch, Jacob also ordained his
successor, and he also took an interest in the organization of the Monophysites
of Egypt. He visited Alexandria and collaborated with the anti-Chalcedonian
bishop Peter for the unity of the Monophysites of Syria and Egypt. Ten years
after the death of Theodosius I (566), the Patriarch of the Monophysites of
Egypt was also installed, who likewise resided in a monastery in the region of
Alexandria. The Monophysites of Syria were called Jacobites after their
reorganizer Jacob Baradaeus, while the Monophysites of Egypt were called Copts
( = Egyptians). In their worship, the Jacobites established Syriac, while the
Copts established the Coptic language.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου