Τι διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με την απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας;
Β μέρος
π. Βασίλειος Θερμός
3. Πατέρες και νεότεροι θεολόγοι δείχνουν τον παραλογισμό
Ίσως δεν υπάρχει πιο σοφά περιεκτική διατύπωση για το ζήτημα από εκείνο που
ακούσαμε μόλις χθες στην δεύτερη ευχή της Γονυκλισίας: «δι’ ων (Αποστόλων) παν
γένος ανθρώπων την θεογνωσίαν, ιδία διαλέκτω, εις ακοήν ωτίου δεξάμενοι, φωτί
του Πνεύματος εφωτίσθημεν, και της πλάνης ως εκ σκότους απηλλάγημεν, και τη των
αισθητών και πυρίνων γλωσσών διανομή, και υπερφυεί ενεργεία, την εις σε πίστιν
εμαθητεύθημεν». Πρώτα ακούμε στα αυτιά μας την διδαχή και κατόπιν ο
Παράκλητος μας φωτίζει και μας καθιστά
μαθητές Του (εκτός από τους ελάχιστους εκείνους που γίνονται διδακτοί Θεού
απευθείας). Επιτέλους, ποιος
νομιμοποιείται να αποσυνδέει ακοή και κατανόηση από την μετέπειτα δράση του
Αγίου Πνεύματος; Ποιος τολμά να λησμονεί την συνεργία και να φέρνει σε αντιπαράθεση τα φυσικά και τα υπερφυσικά;
Μετά την Ενανθρώπηση του Χριστού ζούμε στο συναμφότερον! Ασυγχύτως και
αδιαιρέτως!
Το σχόλιο της 30/5 για την οχλαγωγία στον γάμο και στην βάπτιση παρά την απαγγελία των ευχών εις επήκοον, θεωρώ ότι δεν αποτελεί σοβαρό επιχείρημα. Το εκκλησίασμα σε αυτά τα μυστήρια είναι αλειτούργητο και αναλφάβητο, οι δε ψυχολογικές συνθήκες είναι εντελώς ειδικές, ενώ εδώ μας απασχολεί τι πρέπει να γίνεται με τους τακτικά εκκλησιαζόμενους.
Ο αδελφός Θεόδωρος Σ. (σχόλιο 31/5) είναι αξιέπαινος για το φιλέρευνο της
διαθέσεώς του, όμως με την ένστασή του πιστοποιεί τα λεγόμενά μου. Κατ’ αρχήν
δεν αποδίδω εγώ το νόημα της μυσταγωγίας στο μυστικώς, αλλά οι Πατέρες, με θαυμαστή συμφωνία μάλιστα. Ως προς
τον κανόνα, τώρα, έγραφα στο μέρος Α ότι το εσφαλμένο νόημα διήρκεσε «επί
δεκαετίες (μήπως αιώνες;)». Απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι, όταν ο
Άγιος Νικόδημος συλλέγει τους κανόνες και τους σχολιάζει, συγγράφοντας έτσι το Πηδάλιον, είχε ήδη προ πολλού
εγκατασταθή η καταχρηστική αυτή ονομασία. Ο Άγιος, μη ων κληρικός ο ίδιος, αλλά
και πιθανόν χωρίς πρόσβαση σε αρχαία χειρόγραφα ευχολόγια ή σε ορισμένα
πατερικά κείμενα (μερικά θα παραθέσω στο Γ μέρος), απλώς διατηρεί την ορολογία
χωρίς να πολυπραγμονεί περί αυτής, διότι εντελώς άλλος ήταν ο σκοπός των
γραφομένων του. Καταπιάστηκε κυρίως με την βιβλική ερμηνευτική, τα θεολογικά
υπομνήματα σε ύμνους, την πνευματική ζωή, και τους ιερούς κανόνες – όχι όμως με
την λειτουργική. Από πού και ως πού η σιωπή ενός συγγραφέα για κάτι συνιστά
συμφωνία;
Οι καλοί αναγνώστες θα ήταν χρήσιμο να έχουν υπόψη τους πως η θεολογική
ερμηνευτική εγρήγορση στο Βυζάντιο ακολούθησε, όπως είναι φυσικό, και τις
ιστορικές περιπέτειές του. Τα υστεροβυζαντινά χρόνια, περίοδος γενικότερης
παρακμής, συνοδεύονται από παγίωση των
αλλοιώσεων στη Λατρεία, οι οποίες είχαν λάβει χώρα κατά τη μεσοβυζαντινή
περίοδο. Από την εποχή εκείνη κατάγεται και η σύνθεση αργών «Άγιος, Άγιος,
Άγιος Κύριος Σαβαώθ…» για τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, ακριβώς για να
καλύψει την μακρά δεύτερη ευχή της Αναφοράς, την οποία ο Άγιος ούτε καν είχε
διανοηθή να απαγγέλλεται υπό σίγαση! Ακριβώς το μέγα μήκος της δείχνει ότι
ακουγόταν. Γιατί στους προηγούμενους αιώνες δεν έχουμε καμία μαρτυρία για αργό
ύμνο; Καταλαβαίνουμε τώρα πόσο διεστράφησαν κάποτε τα κριτήρια…
Η κατιούσα πορεία συνεχίσθηκε, παρά τις εξάρσεις των Αγίων Γρηγορίου
Παλαμά, Νικολάου Καβάσιλα, και Συμεών Θεσσαλονίκης (τρεις μόνο μεγάλες
θεολογικές προσωπικότητες μετά τον Φώτιο, από τον 9ο έως τον 15ο
αιώνα), για να καταβαραθρωθή μετά την Άλωση, όταν μέσα στο σκοτάδι η Εκκλησία
έδινε αγώνα για την απλή επιβίωση.
Επί τη ευκαιρία εδώ ας σημειώσω ότι
το Άγιον Όρος γεννήθηκε και ανδρώθηκε από τον 10ο έως τον 16ο
αιώνα, συνεπώς η λειτουργική πρακτική την οποία υιοθέτησε εμπεριείχε ήδη πολλά
προβλήματα, μη αναγνωρίσιμα πλέον την εποχή εκείνη. Οπωσδήποτε θα ευχόμουν να
είχα λίγη από την ευλάβεια πολλών αγιορειτών ιερομονάχων, όμως αν θέλουμε να
μιλήσουμε για εκκλησιολογικό νόημα της Λατρείας το αγιορειτικό τυπικό σε πολλά
δεν συμβαδίζει με αυτό το πνεύμα, όπως θεόπνευστα χαράχθηκε από την αρχαία
Εκκλησία. Έτσι διακρίνεται για πελώρια τέμπλα, κλείσιμο των βημοθύρων μετά τη
Μεγάλη Είσοδο, απόλυτη σιγή κατά την ώρα των ευχών, μνημόσυνα την Κυριακή (περί
αυτού διαμαρτύροντο οι Κολλυβάδες), επί αιώνες αποφυγή Θείας Κοινωνίας την
Κυριακή λόγω καταλύσεως ελαίου το Σάββατο (!) κ.ά. Το Άγιον Όρος αποτελεί
υπόδειγμα ως προς το ήθος της Λατρείας, όχι ως προς την δομή της και τις
συνήθειές της!
Ο καθηγητής κ. Γεώργιος Φίλιας ονομάζει μοναδική εξαίρεση τον 19ο
κανόνα της εν Λαοδικεία συνόδου απέναντι στην ομοφωνία των τότε πηγών.
Αγνοούμε, συμπληρώνει, ποια δομή είχε η Λειτουργία τότε διότι οι γνωστές
Βασιλείου και Χρυσοστόμου είναι μεταγενέστερες.
Ένα ενδιαφέρον περιστατικό του 5ου αιώνα είναι ενδεικτικό. Όταν
η Οσία Μελάνη η νεωτέρα ήταν στα τελευταία της παρακάλεσε τον πνευματικό της
Γερόντιο να τελέσει τη Λειτουργία στο εκκλησάκι που βρισκόταν δίπλα στο κελί
της. Καθώς εκείνος απήγγελλε με χαμηλή φωνή λόγω της θλίψης και συνοχής του, η
οσία δεν άκουγε καλά οπότε του φώναξε: «Πιο δυνατά, να ακούσω την επίκληση»![1]
Τον καθαγιασμό δηλαδή! Αφού είχε χάσει τόσες προηγούμενες ευχές τουλάχιστον να
μη χάσει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Τόσο αυτονόητα τα ζούσαν τότε! Φυσικά
υπάρχει και το περιστατικό με τα παιδιά στο Λειμωνάριον,
τα οποία είχαν μάθει απ’ έξω τις ευχές και παίζοντας αναπαρέστησαν την
Λειτουργία, μέχρις ότου σημείο εξ ουρανού τα εμπόδισε.
*
Οι Πατέρες μας, λοιπόν, όταν έκριναν ότι μια άποψη ή στάση αποτελούσε
παραλογισμό, δεν δίσταζαν να καταφύγουν στον ορθό λόγο, προκειμένου να το καταδείξουν. Χαρακτηριστικά αυτής της
τακτικής αποτελούν τα αντιαιρετικά συγγράμματά τους, με κορυφαίο τον Άγιο
Μάξιμο όταν αντικρούει τον μονοφυσίτη Πύρρο. Πρόκειται για αριστούργημα λογικής
και μεθοδικής σκέψης.
Στο θέμα μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διερωτάται: «Καί γιατί
θαυμάζεις πού ὁ λαός προσεύχεται μαζί μέ τόν ἱερέα, ἀφοῦ καί μαζί μέ τά ἴδια τά
Χερουβίμ καί τίς οὐράνιες δυνάμεις ἀπό κοινοῦ ἀναπέμπει τούς ἱερούς ἐκείνους ὕμνους;».[2]
Έχει το μείζον, δηλαδή, θα του στερήσουμε το έλασσον;
Ένας από τους παραλογισμούς συνίσταται στην ριζική διάκριση (ενίοτε και
αντιπαράθεση) μεταξύ λεγομένων καί νοουμένων, τήν ὁποία κάποιοι ἐπιχειροῦν. Τό
σκεπτικό τους εἶναι περίπου τό ἑξῆς: ἐφ’ ὅσον τά λεγόμενα τῆς Λατρείας δέν ἐξαντλοῦν
τίς θεῖες ἀλήθειες, καί ἀφοῦ ὑπάρχει καί νοερή μέθεξη στά τελούμενα κατά πολύ ἀνώτερη
τῆς αἰσθητῆς μετοχῆς, ἄρα πρέπει νά διαφυλάσσονται κρυφά τά λόγια τῶν εὐχῶν γιά
νά ἐπισημαίνουν τήν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς μεταβάσεως ἀπό τούς πιστούς.
Ἡ νοοτροπία αὐτή δηλώνει κατ’ ἀρχήν θεολογική σύγχυση περί ἀποφατισμοῦ, διότι τόν ἐξισώνει μέ την ἀπλή ἄγνοια. Ὅμως ὁ ἀποφατισμός νοεῖται ἀφοῦ πρῶτα ἔχει κανείς διανύσει ὅλες τίς
δυνατότητες τοῦ καταφατικοῦ λόγου. Ἀλλ’ αὐτό δέν τό ἐπιτρέπει ἡ ἀποσιώπηση
τῶν εὐχῶν ἀφοῦ κρατᾶ τούς πιστούς μακριά ἀπό τά ἱερά σύμβολα τῶν λόγων.
Χρειαζόμαστε τά σύμβολα τῶν λόγων γιά νά ἀναχθοῦμε στά ὑπέρ λόγον. Τά πρῶτα
δέν καταργοῦνται ἀπό τά δεύτερα. Τά ὑπέρ
λόγον δέν βρίσκονται στις εὐχές καθεαυτές, αλλά στο άμετρο πνευματικό τους
βάθος.
Ὅμως ἡ δυνατότητα προόδου καί ἀναγωγῆς δέν καταργεῖ τήν ἀνάγκη σταθερῆς
συμπορεύσεως μέ τά σύμβολα: «Διότι οἱ ἱερές μυητικές διδασκαλίες δέν φθάνουν ὥς
τήν ψιλή μόνον ἐκφώνηση καί ἀκοή, ἀλλά ἀπαιτοῦν νά παρακολουθῇ ὁ νοῦς καί νά
κατανοοῦνται οἱ ὕμνοι».[3]
Να κατανοούνται; Απαγορευμένη φράση για τους αντιρρησίες. Μου θυμίζει την
αγανάκτηση του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν όταν συναντούσε Έλληνες και Ρώσους δήθεν
«μυστικόφιλους», οι οποίοι αναζητούσαν ατμόσφαιρα και, όπως γράφει, «μισούν
κάθε νόημα»!
Φτάσαμε, άραγε, να πιστεύουμε πως η Εὐχαριστία γίνεται Μυστήριο λόγω τῆς ἄγνοιας
και ἐξαφανίζεται μόλις ἀκουστοῦν οἱ εὐχές; Μυστήριο γίνεται λόγω τῆς σκόπιμης ἀποκρύψεώς
του καί ὄχι λόγω τῆς οὐσίας του; Δυστυχῶς ἐδῶ ὑποκρύπτεται προβληματική ἀντίληψη
γιά τήν πνευματική ζωή, ἀφοῦ ὑπονοεῖται πώς ἡ μύηση τοῦ πιστοῦ εἶναι κατά βάσιν
θέμα πνευματικῆς προόδου καί ὄχι ἐκκλησιαστικό γεγονός. Όμως είναι μέλος της
κοινότητας και ολόκληρη η κοινότητα ακούει και απαντά!
Ἐξ ἄλλου οι αντιρρησίες ἀγνοούν τη διάκριση μεταξύ τωρινῶν συμβόλων καί ἐσχατολογικῆς
πληρώσεώς τους. Εἶναι θέμα κατηχήσεως καί προσωπικῆς ποιμαντικῆς ὥστε νά μήν ὑπάρξῃ
ψευδαίσθηση μυήσεως ἀλλά νά ἐμπεδωθῇ πραγματικό βίωμα μυημένου σύμφωνα μέ ὅσα ἐξετέθησαν
μέχρι τώρα. Ἀποτελεῖ ἐντελῶς καινοφανῆ θέση ὁ ἰσχυρισμός ὅτι χρειάζεται ἀποσιώπηση
ἀπό τούς κεχρισμένους πιστούς, μέλη του Σώματος του Χριστού, τῶν λόγων πού ἀναπέμπουν
στόν Θεό προκειμένου να μήν κινδυνεύσουν ἀπό ψευδαίσθηση μυήσεως!
Μήπως ἐδῶ ξαναβρίσκουμε την ἀφαίρεση του Απολλιναρίου; Εκείνος θεωρούσε την
διάνοια αμαρτωλή, γι’ αυτό έπρεπε να μείνει έξω από την διαδικασία αγιασμού.
Καί κατά ποιά λογική ἀρνούμαστε τή διανοητική ἐνέργεια ὅταν ἀποβάλλουμε μόνο
τίς εὐχές καί ὄχι ἄλλα σημεῖα τῆς λειτουργίας; Μήπως θά ἑνωνόμαστε ἀσφαλέστερα
μέ τόν Θεό ἄν λειτουργοῦμε σέ μιά τεχνητή ἀκατανόητη γλώσσα, μιά πού τότε ἡ ἄρνηση
τοῦ λογικοῦ μας θά εἶναι πλήρης;
Ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας τεκμηριώνει ἔμμεσα το σκεπτικό ἀκρόασης τῶν εὐχῶν,
παρά τήν ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἀντίθετη τακτική: «Καί αὐτό πράγματι μποροῦν νά
πετύχουν σ’ ἐμᾶς οἱ προσευχές (εὐχαί),
οἱ ψαλμωδίες καί ὅλα ὅσα ἱερά λέγονται καί γίνονται σ’ αὐτήν. Διότι αὐτά μᾶς ἁγιάζουν
καί μᾶς διαθέτουν, ἀφενός μέν νά δεχθοῦμε ὅπως πρέπει τον ἁγιασμό, ἀφετέρου δέ
νά διατηρήσουμε τόν ἁγιασμό καί νά παραμείνουμε κάτοχοί του... Οἱ προσευχές μᾶς
στρέφουν πρός τόν Θεό καί προξενοῦν την ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας... Ἔτσι λοιπόν ἀπό
τό ἴδιο τό νόημα τῶν λόγων, ὅσων λέγονται καί ὅσων ψάλλονται, ὠφελούμαστε κατά
τήν ἱερουργία».[4]
Ωφελούμαστε!
Ἡ προσπάθεια νά ἀποσιωπηθοῦν οἱ εὐχές ὁδηγεῖ σέ κακοποίηση τή δομή τῆς
Θείας Λειτουργίας δεδομένου ὅτι δέν φτιάχθηκε γι’ αὐτό. Καμμία μέριμνα δέν ὑπάρχει
στό κείμενό της νά ἀποκρυβοῦν τά ἱερατικά λόγια - π.χ. ἡ μικρή φράση «Ἄξιον καί
δίκαιον» προηγείται τῆς πρώτης εὐχῆς τῆς ἀναφορᾶς καί εἶναι ἀδύνατο νά τήν
καλύψη, ἕνα «Ἀμήν» μόνο προηγεῖται τῆς εὐχῆς «Πρόσχες Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...» κ.ἄ.
Εἰδικά ὅταν δέν ὑπάρχη διάκονος ὅλες οἱ εὐχές παραμένουν ἐκτεθειμένες στήν ἀκοή
τῶν πιστῶν, ἐπομένως ἄν θέλη ὁ λειτουργός νά τις καλύψη εἶναι ὑποχρεωμένος νά
τίς διαβάζη πολύ πρίν ἀπό τή θέση τους. Αὐτό ὁδηγεῖ σέ ἀπεξάρθρωση τῆς
λειτουργικῆς δομῆς, δηλαδή τοῦ διαλόγου μέ τόν Θεό, συνεπῶς σέ (ἀθέλητη) ἀσέβεια.
Ο αείμνηστος Ιωάννης Ζηζιούλας παρατηρούσε:
«Οἱ στρεβλώσεις πού μπορεῖ νά ὑποστῇ ἡ Ἐκκλησία ἐπεκτείνονται πολλές φορές
καί στή δομή καί σειρά ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπό τούς
κληρικούς. Ἔχει πλέον ἐπικρατήσει νά ἀναγινώσκωνται μυστικά κατά τήν ὥρα τοῦ
Τρισαγίου ἡ Ἐκτενής καί τά “κατηχούμενα”, τῶν ὁποίων ἡ θέση εἶναι μετά τό Εὐαγγέλιο,
ὡς κατακλεῖδα τοῦ τμήματος τῆς Λειτουργίας, τό ὁποῖο ἐπιτρέπεται καί στούς
κατηχουμένους νά παρακολουθήσουν. Μέ τόν τρόπο αὐτό καταντᾶ σχεδόν κωμικό νά
λένε ψιθυριστά καί μεταξύ τους οἱ λειτουργοί: “οἱ κατηχούμενοι τάς κεφαλάς ὑμῶν
τῷ Κυρίῳ κλίνατε κ.λπ.” (σάν νά εἶναι ἐκεῖνοι οἱ κατηχούμενοι) ἤ νά ψιθυρίζουν
πάλι μεταξύ των τίς αἰτήσεις τῆς Ἐκτενοῦς οἱ ὁποῖες ὅμως καλοῦν ἐμφανῶς τό λαό
νά ἀνταποκριθῇ μέ τό ἐκτενές “Κύριε ἐλέησον”! Ἀλλά ἐκεῖ πού ἔχει κανείς τήν αἴσθηση
ὅτι ἀνατρέπονται τά πάντα, εἶναι ὅταν ἡ εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς, πού ἀρχίζει μέ τό “”Ἄξιον
καί δίκαιον Σέ ὑμνεῖν...” ἔχει ἤδη ἀναγνωσθῇ μυστικῶς ἀπό τόν λειτουργό, πρίν
δώσῃ τήν παραγγελία “εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ” –συνήθως κατά τήν ὥρα τοῦ «Πιστεύω»–
ἤ ὅταν σέ περίπτωση πού λειτουργοῦν περισσότεροι ἱερεῖς, “μοιράζουν” μεταξύ
τους τμήματα τῆς Ἀναφορᾶς τά ὁποῖα ἀναγινώσκουν συγχρόνως! Ἔτσι ἡ συνέχεια καί ἡ
δομή τῆς εὐχαριστιακῆς Ἀναφορᾶς καταστρέφονται, καί γι’ αὐτό ἐπιβάλλεται νά
διορθωθοῦν τέτοιου εἴδους παρεκκλίσεις».[5]
Ο δε πρωτοπόρος Κοζάνης Διονύσιος υπογραμμίζει: «Καταλαβαίνουμε πόσο
ζημιώνεται ἡ θεία Λατρεία καί ἡ κοινή προσευχή τῆς λειτουργικῆς συνάξεως, ὅταν
οἱ πιστοί δέν ἀκούν τίς εὐχές, πού εἶναι κοινές, δηλαδή γιά ὅλη τή σύναξη, ἀλλά
μόνο ἐκφωνήσεις κι ἐκεῖνες ὄχι στή θέση τους... Πρῶτα ὅτι ἡ ἱερή ἀκολουθία, ἐκτός
πού χάνει τή λογική της σειρά καί συνέχεια, ἀλλά χάνει καί τή ζωντάνια της, ἔτσι
ώστε οἱ πιστοί κουράζονται καί νυστάζουν. Ἔπειτα ξεμακραίνουν καί παρατείνονται
ἀδικαιολόγητα τά ψαλτικά μέρη, κι αὐτό εἶναι ἕνας ἄλλος λόγος γιά τόν ὁποῖο οἱ ἱερατικές
εὐχές λέγονται μυστικά».[6]
Ο Τρεμπέλας είχε κάνει ειδική έρευνα:
«Ἀνεθεωρήσαμεν ἐξ ἐπίτηδες περί τούς
τριάκοντα λειτουργικούς κώδικας τῆς Ἐθνικῆς μας βιβλιοθήκης, καθώς καί πάντα τά
ἐν αὐτῇ ἀποκείμενα παλαιά εἰλητάρια. Πάντα δηλαδή τά ἀπό τοῦ 11ου
έως του 16ου αἰῶνος περιλαμβανόμενα χειρόγραφα λειτουργικά. Καί δεν
εὕρομεν σχεδόν οὐδαμοῦ τό μυστικῶς... Μαρτυρεῖται ἀσθενέστατα ὑπό τινων
κωδίκων, ἐνώ ἡ πλειονότης αὐτῶν ἀγνοεῖ τοῦτο ὁλοτελῶς».[7] Μιλά
για υστεροβυζαντινά και μετά την Άλωση χειρόγραφα!
Ἡ ἔρευνα ὅλων τῶν λειτουργικῶν χειρογράφων ἀπό τόν 8ο μέχρι τον 14ο αἰῶνα
από τον Γ. Φίλια κατέδειξε ὅτι «οἱ περιπτώσεις τῶν εὐχῶν χωρίς ἔνδειξη περί τοῦ
τρόπου ἀναγνώσεως, ἀλλά με τήν ἔνδειξη ἐκφωνήσεως τοῦ ἐπιλόγου, δηλώνουν ὅτι ὁ
τρόπος ἀναγνώσεώς τους δέν ἦταν οὔτε ἔκφωνος (δηλαδή μέ ἠχηρή καί μελωδική
φωνή) οὔτε μυστικός (δηλαδή σιωπηλή ἀνάγνωση). Ὁ ἐνδιάμεσος –μεταξύ ἐκφώνου καί
μυστικοῦ– τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στήν πληθύ τῶν μελετηθέντων χειρογράφων εὐχολογίων
εἶναι ὁ “εἰς ἐπήκοον”, δηλαδή ὁ χαμηλόφωνος, ὁ ἀποπνέων τήν ἱερότητα τῶν
λεγομένων καί τῶν τελουμένων... Σέ ὅλες τις περιπτώσεις τό συμπέρασμα εἶναι
σαφές: οἱ εὐχές ἀκούγονται (δηλαδή οὔτε ἐκφωνοῦνται, οὔτε ἀναγινώσκονται μυστικῶς),
ἐκφωνοῦνται ὅμως οἱ ἐπίλογοί τους ὡς δοξολογικές κατακλεῖδες, οἱ ὁποῖες πρέπει
να ἀναγνωσθοῦν μέ “λαμπρῇ φωνῇ” (ὅπως ἐπεξηγοῦν το “ἐκφώνως” ἀρκετά χειρόγραφα
εὐχολόγια)».[8]
Ὁ διωγμός κατά τῶν εὐχῶν ἀποτελεῖ σοβαρή ἐκκλησιαστική κρίση. Οι
περισσότερες λειτουργικές παραφωνίες είναι συμπτώματα εκκλησιολογικής νόσου.
Ένας άλλος πρωτοπόρος γράφει:
«Ἐδῶ καί ἀρκετούς αἰῶνες ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, τον ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὀνόμασε
“γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαόν εἰς περιποίησιν...” (Α΄
Πέτρ. 2: 9), δέν ἔχει ἀκούσει, καί συνεπῶς δέν γνωρίζει, αὐτή τήν αὐθεντική
προσευχή τῶν προσευχῶν, μέ τήν ὁποία ὁλοκληρώνεται τό Μυστήριο καί ἐκπληροῦται ἡ
οὐσία καί ἡ ἴδια ἡ κλήση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλα ὅσα ἀκοῦν οἱ πιστοί εἶναι
μεμονωμένες ἐκφωνήσεις καί ἀποσπασματικές φράσεις, ἡ ἀλληλοσύνδεση τῶν ὁποίων
–μερικές φορές ἀκόμη καί τό ἁπλό νόημά τους– παραμένει ἀκατανόητη, ὅπως στήν ἐκφώνηση “...τόν ἐπινίκιον ὕμνον
ᾄδοντα, βοῶντα, κεκραγότα καί λέγοντα...”. Ἄν σ’ αὐτό προσθέσουμε καί τό
γεγονός πώς σέ πολλές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες αὐτές οἱ εὐχές, ὄχι μόνο εἶναι
“μυστικές”, ἀλλά ἀκόμη περισσότερο διαβάζονται πίσω ἀπό μία κλειστή Ὡραία Πύλη,
μέ τραβηγμένες ἐπιπλέον και τίς κουρτίνες, δέν θά ἦταν τότε ὑπερβολή νά ποῦμε
πώς ἡ εὐχή τῆς Εὐχαριστίας ἔχει, ὅσον ἀφορᾷ ὅλους τούς πρακτικούς σκοπούς της
καί τίς ἐπιδιώξεις της, ἐκπέσει ἀπό τήν ἐκκλησιαστική της χρήση. Ἐπαναλαμβάνω
πώς οἱ λαϊκοί ἁπλᾶ δέν τή γνωρίζουν, οἱ θεολόγοι δέν ἐνδιαφέρονται γι’ αὐτή,
καί ὁ ἱερέας πού ἀναγκάζεται νά διατρέξῃ μέ μιά ματιά τό κείμενο, ὅσο οἱ ψάλτες
ψέλνουν –καί συχνά αὐτό τό ψάλσιμο ἐπιμηκύνεται τόσο πολύ, ὥστε νά ἀποτελεῖ ὁλόκληρο
“κονσέρτο”– δύσκολα μπορεῖ νά συλλάβῃ ὁλοκληρωμένα τήν πληρότητα, τήν ἑνότητα
καί τήν ἀκεραιότητά της... Σ’ αὐτή τήν κατάσταση ἐγώ προσωπικά δεν μπορῶ νά δῶ
παρά μιά βαθειά παρακμή».[9]
Μιά τέτοια λατρεία δέν εἶναι λατρεία λογικῶν προβάτων: «Τῶν μάγων καί ἐπαοιδῶν
καί φαρμακῶν χαρακτηριστικό εἶναι νά μουρμουρίζουν μπροστά στον λαό».[10]
Ἀλλά δυστυχῶς τῆς κρίσεως αὐτῆς ἔχει ὑποτιμηθῇ ἡ σημασία.
Ο παραλογισμός έφθασε σε τέτοιο σημείο ώστε υπάρχει μια ευχή της οποίας
άλλο μέρος απαγγέλλεται και άλλο αποσιωπάται από τον λαό. Διπλή μεταχείριση για
την ίδια ευχή! «Τό συμπέρασμα αὐτό (περί ἀκροάσεως τῆς ἀναφορᾶς), ὅμως, δέν
συνάγεται μόνο ἀπό τήν μελέτη τῆς χειρογράφου εὐχολογιακῆς παραδόσεως, ἀλλά καί
ἀπό τήν ἐπισήμανση τῆς φιλολογικῆς ἑνότητος τοῦ κειμένου, ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀναμνήσεως
ἕως και τό “Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας”... Αὐτή ἡ ἑνότητα ἡ ὁποία ἐπλήγη μέ τίς ἀλλοιώσεις
ἐπί τοῦ κειμένου, καταδεικνύει ὅτι τό ἐν λόγω τμῆμα τῆς ἀναφορᾶς ἀποτελοῦσε ἑνιαῖο
κείμενο, ἡ ἀνάγνωση τοῦ ὁποίου δεν ἦταν δυνατόν νά ἐμφανίζῃ παραλλαγές (εἶναι
δυνατόν τό κείμενο μιᾶς ἀναγινωσκομένης εὐχῆς ἄλλοτε να ἀκούγεται καί ἄλλοτε ὄχι;)».[11]
Προφανώς κληρικοί και ψάλτες έχουν πλήρως λησμονήσει την εσωτερική ενότητα
αυτού του κειμένου…
Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ἡ στέρηση τῶν εὐχῶν στόν λαϊκό
σημαίνει ἐξωεκκλησιασμό! Στά πατερικά κείμενα και στούς ἱερούς κανόνες συναντοῦμε
πλῆθος ἐπιβεβαιώσεων, π.χ. κακίζεται κάποιος πού ἀποχώρησε πρίν ἀπό τήν εὐχή τῶν
πιστῶν.[12]
Ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε, ἡ σημερινή τακτική ἔχει θέσει ὑπό ἐπιτίμιο ὅλους
τούς λαϊκούς! «Πῶς καί γιατί ὅλοι οἱ λαϊκοί μεταμορφώθηκαν σέ ἀφορισμένα
πρόσωπα;» Ἡ σύγχυσή μας δημιουργεῖ ἀριστοκρατία καί μεταθέτει τή διαχωριστική
γραμμή ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.[13]
Τι δράμα! Ενώ η διαχωριστική γραμμή βρισκόταν μεταξύ βαπτισμένων και
αβαπτίστων, δηλαδή στην πόρτα του ναού, τώρα χαράχθηκε μεταξύ κληρικών και
λαϊκών, δηλαδή στο τέμπλο! Ο ορισμός του κληρικαλισμού…
Θα συνεχίσουμε με τους Πατέρες να ανατρέπουν άλλες σύγχρονες παρερμηνείες.


10 σχόλια:
Διευκρινιστικά και σοβαρά τα όσα μας παραθέτει ο ο. Βασίλειος
Όποιος έχει μάτια ας διαβάσει και νου να καταλάβει.
Στο άθρο γράφεται: " η ἔρευνα ὅλων τῶν λειτουργικῶν χειρογράφων ἀπό τόν 8ο μέχρι τον 14ο αἰῶνα από τον Γ. Φίλια κατέδειξε ὅτι «οἱ περιπτώσεις τῶν εὐχῶν χωρίς ἔνδειξη περί τοῦ τρόπου ἀναγνώσεως, ἀλλά με τήν ἔνδειξη ἐκφωνήσεως τοῦ ἐπιλόγου, δηλώνουν ὅτι ὁ τρόπος ἀναγνώσεώς τους δέν ἦταν οὔτε ἔκφωνος (δηλαδή μέ ἠχηρή καί μελωδική φωνή) οὔτε μυστικός (δηλαδή σιωπηλή ἀνάγνωση)" Ποιά είναι η διαφορά απο τη μυστική ανάγνωση από τη σιωπηλή; Ποιός ακούει τη σιωπηλή ανάγνωση;
Να το εξηγησω για τελευταια φορα.
Μυστικως σημερα εννοουν το να μην ακουγονται απο τον λαο. Δηλαδη σιωπηλως: συνωνυμα.
Η τακτικη της πατερικης παραδοσης ειναι η αναγνωση με τροπο που να ακουγεται απ ολο το εκκλησιασμα. Η τριαδολογικη καταληξη λεγεται εμμελως.
Σεβαστέ π. Βασίλειε, την ευχή μας, ευχαριστούμε για την προσπάθεια που κάνετε αλλά έχω την απορία, αν τις ευχές έπρεπε να τις ακούει το εκκλησίασμα, δεν θα έπρεπε να λέγονται σιωπηλώς, ακούγκονταν ν σιωπηλώς απο το εκκλησίασμα σέ μεγάλους ναούς; Αυτο επιβεβαιώνει ότι τις ευχές δεν τις άκουγε το εκκλησίασμα. Ευχαριστώ.
Όπως βλέπουμε στο κείμενο υπάρχουν 13 παραπομπές. Από αυτές μόνον οι 4 παραπέμπουν σε Πατερικά έργα. Είναι οι 2. 3, 4 και 12.
Οι υπόλοιπες εννέα αναφέρονται σε κείμενα κληρικών και λαϊκών.
Και από αυτές που παραπέμπουν σε Πατερικά κείμενα καμμία δεν επιτάσσει ξεκάθαρα και καθοριστικά την ανάγνωση των ευχών εκφώνως.
Ίσως μόνον του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα υπονοεί ότι οι ευχές ακούγονται από το εκκλησίασμα.
Στις άλλες περιπτώσεις συνάγεται από τον συγγραφέα συμπερασματικώς, ότι συμβαίνει αυτό.
Ως τώρα λοιπόν δεν έχει παρουσιαστεί ρητή δήλωση Αγίου για την ανάγνωση των ευχών εκφώνως.
Θα δούμε στη συνέχεια, αν υπάρχει.
Τα βιβλία που παραπέμπει ως βιβλιογραφία τα διάβασες δηλαδή τα έχεις στην βιβλιοθήκη σου; -εγώ όχι- αν την έχεις τότε να εκφράσεις τις αντιρρήσεις σου. Έχω την γνώμη ότι θα παραπέμπουν σε Πατέρες και σε σύγχρονούς κληρικούς Αγίους. Αν και αυτό δεν μου λέει τίποτα, καθένας έχει και τα δικά του. Θυμάμαι ότι σε κάποιο γυναικείο μοναστήρι ένας ευσεβής ολιγογράμματος ιερέας όταν έλεγε «Της Παναγίας…» έβγαινε από το ιερό γονάτιζε στην εικόνα της Παναγίας και εκφωνούσε. Οι μεμονωμένες περιπτώσεις δεν σημαίνουν και κάτι. Σήμερα τα λειτουργικά είναι Βαβέλ.
Ο π. Βασίλειος και άλλοι προσπαθούνε να βάλουν μία τάξη. Μακάρι να το πετύχουν.
Στη συζήτηση για τις λεγόμενες μυστικές ευχές χρειάζεται πρώτα να ξεχωρίσουμε τις λέξεις, γιατί μεγάλο μέρος της παρεξήγησης γεννιέται από το ότι το «εκφώνως» χρησιμοποιείται σαν να είναι το μόνο αντίθετο του «μυστικώς». Άλλο είναι το εκφώνως, άλλο το εις επήκοον, και άλλο το μυστικώς ή χαμηλοφώνως.
Το εκφώνως σημαίνει ότι κάτι λέγεται ως καθαρή δημόσια εκφώνηση, με τρόπο αντίστοιχο προς τις γνωστές λειτουργικές εκφωνήσεις: «Εἰρήνη πᾶσι», «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», «Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα…». Αυτό όμως δεν φαίνεται να είναι το ζητούμενο στο συγκεκριμένο θέμα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, να μετατραπούν όλες οι ευχές σε μεγαλόφωνες ρητορικές εκφωνήσεις.
Το εις επήκοον σημαίνει κάτι διαφορετικό: να λέγεται η ευχή με τρόπο που να μπορεί να ακουστεί από τον λαό. Όχι απαραίτητα δυνατά, όχι θεατρικά, όχι σαν κήρυγμα, αλλά αρκετά ακουστά, ώστε ο πιστός να μπορεί να παρακολουθήσει την προσευχή της Εκκλησίας, να καταλάβει τη σχέση της ευχής με την εκφώνηση και να απαντήσει συνειδητότερα με το «Ἀμήν».
Το μυστικώς, πάλι, δεν σημαίνει πάντοτε απλώς «κρυφά» ή «τόσο σιγά ώστε να μην ακούει κανείς». Συχνά έχει μυσταγωγική σημασία: δηλώνει κάτι που ανήκει στο Μυστήριο, στην ιερή προσευχή της Εκκλησίας, όχι σε κοινό δημόσιο λόγο. Στη μεταγενέστερη όμως λειτουργική πράξη, το «μυστικώς» πολλές φορές ταυτίστηκε πρακτικά με την πολύ χαμηλόφωνη ανάγνωση, που δεν ακούγεται από τον λαό.
Άρα η σωστή διάκριση είναι αυτή:
εκφώνως σημαίνει δημόσια λειτουργική εκφώνηση·
εις επήκοον σημαίνει ακουστά, αλλά όχι αναγκαστικά μεγαλόφωνα·
μυστικώς ή χαμηλοφώνως σημαίνει χαμηλή, ευλαβική ανάγνωση, που μπορεί είτε να ακούγεται είτε να μη ακούγεται, ανάλογα με την πράξη.
Με βάση αυτή τη διάκριση, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν Πατέρες που επιτάσσουν ρητά να λέγονται οι μυστικές ευχές «εκφώνως». Μάλλον δεν είναι αυτό το ακριβές ζητούμενο. Οι Πατέρες ΔΕΝ ασχολήθηκαν κυρίως με τη νεότερη τεχνική αντιπαράθεση «εκφώνως ή μυστικώς». Ασχολήθηκαν περισσότερο με το βαθύτερο θέμα: ότι η Θεία Λειτουργία είναι κοινή προσευχή της Εκκλησίας, ότι ο λαός δεν είναι παθητικός θεατής, ότι απαντά με το «Ἀμήν», ότι συμπροσεύχεται, ότι ο ιερέας εύχεται εκ μέρους του λαού, και ότι τα λεγόμενα και τελούμενα στη Λειτουργία αγιάζουν και μυσταγωγούν τους πιστούς. Έτσι, δεν έχουμε εύκολα μια πατερική φράση που να λέει: «οι μυστικές ευχές να λέγονται εκφώνως». Έχουμε όμως πατερικές και αρχαίες λειτουργικές μαρτυρίες που δείχνουν ότι ο λαός συμμετέχει ακουστικά και προσευχητικά στη Λειτουργία και ότι οι λόγοι της Λειτουργίας δεν είναι αδιάφοροι για αυτόν. (https://ecclesiagreece.gr/greek/holysynod/egyklioi/egkyklios2784.html)
Επομένως, δεν παρουσιάζεται εύκολα ρητή πατερική εντολή υπέρ του «εκφώνως». Όμως αυτό δεν αναιρεί το βασικό επιχείρημα, γιατί το πραγματικό ζήτημα δεν είναι το «εκφώνως» με την έννοια της μεγαλόφωνης εκφώνησης. Το ζητούμενο είναι το εις επήκοον: μια χαμηλόφωνη, ευλαβική, ακουστή μυσταγωγική ανάγνωση των ευχών, χωρίς θεατρικότητα και χωρίς να διαλύεται η λειτουργική ροή.
Με αυτό ακριβώς συνδέονται οι πατερικές μαρτυρίες: όχι με τη μετατροπή των ευχών σε ρητορικές εκφωνήσεις, αλλά με την κοινή προσευχή, τη συνειδητή μετοχή του λαού και τη μυσταγωγική δύναμη των λόγων της Θείας Λειτουργίας.
Συζητούσα με τον εφημέριο της ενορίας μου γνωστό και λόγιο στο πανελλήνιο σχετικά με τον διάλογο αυτό. Μου ανέφερε ότι συμφωνεί με τα όσα διαβάζει από τον π. Βασίλειο τον π. Θεοδοσιο τον κ. Κοταδάκη αλλά δεν τολμάει να το μολογήσει δημόσια για τον φόβο όχι τον ιουδαίων αλλά κάποιων αρχιερέων και των άλλων κληρικών οι οποίοι θα αρχίσουν πολεμική εναντίον του. Όπως μου είπε έχουν την εξουσία και το σύστημα μαζί τους αφού πληρώνουν για να διαφημιστούν σε εκκλησιαστικά site.
«...μυστικά είναι όλα τα λόγια της Θείας Λειτουργίας, απαγγελλόμενα ή ψαλλόμενα είτε από τους κληρικούς είτε από τον λαό.»
Σεβαστέ π. Βασίλειε,
συγχωρέστε με ἀλλά θά ἐπιμείνω στό θέμα τῆς «καταχρηστικῆς» ὅπως γράφετε καθιέρωσης τῆς λέξης «μυστικῶς», πού ἐπεκράτησε σύν τῶ χρόνω νά περιγράφει καί νά προσδιορίζει μόνο τήν διά τῆς «σιωπῆς» ἀπαγγελία ἑνίων ἐκ τῶν ἱερατικῶν εὐχῶν, καθόσον θεωρῶ πώς εἶναι σημαντικό νά ξεδιαλύνονται οἱ τυχόν ἀσάφειες ἔτσι ὥστε νά ἔχουμε κάποιες κοινές παραδοχές γιά τήν περαιτέρω ἀνάπτυξη καί ἐξέταση τοῦ θέματος.
Φυσικά κανείς δέν διαφωνεῖ μέ τήν παραπάνω γενική διατύπωσή σας, ὡστόσο ἐπιτρέψτε μου νά προσεγγίσω τό θέμα μέσα ἀπό τά πενιχρά μέν, διαφωτιστικά δέ, κείμενα πού μᾶς παρέχουν τά πρωτοχριστιανικά χρόνια.
Ἔτσι ἔχουμε τόν ιθ΄Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικεία Συνόδου (363μ.Χ.) ὅπου ὁρίζει πώς:
«...οὕτω τῶν πιστῶν τάς εὐχάς γίνεσθαι τρεῖς, μίαν μέν τήν πρώτην διά σιωπῆς, τήν δέ δευτέραν καί τρίτην, διά προσφωνήσεως πληροῦσθαι·»,
κάνοντας εύδιάκριτη καί κατανοητή τήν ὕπαρξη σημαντικῆς διαφοράς μεταξύ τῶν εὐχῶν, διαχωρίζοντάς τες σέ εὐχές «διά σιωπῆς» ἀπαγγελόμενες καί σέ εὐχές «δια προσφωνήσεως».
Κατόπιν αὐτοῦ, ἄν στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καθιερώθηκε ἡ τῶν «δια σιωπῆς» ἱερατικῶν εὐχῶν ἀπαγγελία νά λέγεται καί νά ἀποκαλεῖται ὡς ἀπαγγελία «μυστικῶς», θεωρῶ πώς δέν ἀλλάζει κάτι ὡς πρός τήν ὑφιστάμενη διαφορά μεταξύ τους.
Αὐτό πού θεωρῶ ἀξιοπρόσεκτο καί πιό σημαντικό εἶναι πώς τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν εὐχῶν πού θέτει ὁ Κανόνας «δια σιωπῆς» καί «διά προσφωνήσεως», σηματοδοτεῖ μέ τόν πιό ξεκάθαρο τρόπο, μιά προϋπάρχουσα καί εἰς τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας διαμορφούμενη Παράδοση, πού θέλει κι ἐπιθυμεῖ κάποιες εὐχές νά ἀπαγγέλονται «διά σιωπῆς» (ὄχι ἀπαραίτητα εἰς ἐπήκοον) καί κάποιες ἄλλες νά ἀπαγγέλονται «διά προσφωνήσεως» (ἀπαραίτητα εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ).
Στό σημεῖο αὐτό ἐνδεχομένως νά προκύψει καί μιά ἀπορία.
Ἡ ἀπαγγελία κάποιων εὐχῶν «διά σιωπῆς» ἤ «μυστικῶς» ὅπως ἐπεκράτησε νά λέγεται, μήπως ἦταν (ἀπαραίτητα) εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ;
Ἡ ἀρνητική ἀπάντηση ἐπ’αὐτοῦ νομίζω πώς τεκμηριώνεται κι ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν παρέμβαση τοῦ Ἰουστινιανοῦ μέ τήν 137η Νεαρά τοῦ ἔτους 565 μ. Χ. ὅπου χαρακτηριστικά διατάσσει:
«κελεύομεν πάντας ἐπισκόπους τε καί πρεσβυτέρους μή κατά τό σεσιωπημένον, ἀλλὰ μετὰ φωνῆς τῷ πιστοτάτῳ λαῷ ἐξακουομένης...»,
κάτι πού ἐμφανῶς μαρτυρεῖ τήν ἐπικρατοῦσα παράδοση περί τῆς «διά σιωπῆς» ἀπαγγελίας κάποιων ἱερατικῶν εὐχῶν, τουλάχιστον ἀπό τοῦ ἔτους 363 μ.Χ. (Σύνοδος ἐν Λαοδικεία) κι ἐντεῦθεν κι ὄχι ἀπαραίτητα εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ.
Ἀκόμη κι ἀπό τό βίο τῆς ὁσίας Μελάνης τῆς Νεωτέρας (+ 439) ἡ σημαντική πληροφορία πού μᾶς παρέχεται εἶναι πώς τίς εὐχές ὁ ἱερέας προφανῶς τίς διάβαζε «διά προσφωνήσεως» ἤτοι εἰς ἐπήκοον καί μόνο τήν εὐχή τῆς ἐπικλήσεως διάβασε «διά σιωπῆς», σιωπηλά, μυστικά, ὁπότε καί ἡ ὁσία, τότε μόνο καί συγκεκριμένα ἐκείνη τή στιγμή, ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία: «Ὕψωσον τήν φωνήν σου, ἵνα ἀκούσω τῆς ἐπικλήσεως» κατά παράβαση βεβαίως τῆς κατά τό ἔθος ἀπαγγελίας της «διά σιωπῆς».
Σεβαστέ π. Βασίλειε,
ἄν μέ τά ἀνωτέρω μποροῦμε νά καταλήξουμε σέ ἕνα ἀσφαλές συμπέρασμα, πώς ὁ χαρακτήρας τῆς ἀπαγγελίας τῶν εὐχῶν εἶναι διττός («διά σιωπῆς» καί «διά προσφωνήσεως», ιθ΄Κανών τῆς ἐν Λαοδικεία τοπικῆς Συνόδου), τότε θεωρῶ πώς ἔχουμε μιά κοινή συνισταμένη ὡς σημεῖο ἀφετηρίας, γιά τήν ἐπέκταση καί περαιτέρω ἀνάλυση τοῦ θέματος τῆς ἀπαγγελίας τῶν εὐχῶν.
Ἄν παρά ταῦτα κάνω λάθος συγχωρέστε με.
Μέ σεβασμό,
Θεόδωρος Σ.
Νομίζω πως υπάρχουν και εφευρίσκονται πολλά "θεωρητικά" επιχειρηματα, ενώ παραθεωρειται το βάρος δύο σημαντικών πρακτικών ζητημάτων.
1. Τα μικρόφωνα. Η συζήτηση για το τρόπο ανάγνωσης των ευχών σχετίζεται με την τεχνική δυνατότητα να ακούγονται οι ευχές και σε ναούς χωρητικότητας άνω των 100 ατόμων, χωρίς να απαιτείται ο ιερέας να είναι ιδιαιτέρως βροντοφωνος και με γερά πνευμονία. Αυτό ήταν αδύνατον για 19 αιώνες. Επίσης η αντίρρηση πολλών και επιμονή για σιωπηλή ανάγνωση σχετίζεται με υπερβολές και κατάχρηση των δυνατοτήτων που μας δίνουν τα μικρόφωνα. Οπότε κόβεται το ρεύμα οι ψάλτες και οι παπάδες στους μεγάλους ναούς αγχώνονται υπερβολικά, ενώ έχουμε "παράδοση" 19 αιώνων λατρείας χωρίς μηχανική υποβοήθηση της φωνής.
2. Η θεία λειτουργία τελείται σε μεγάλους αστικούς ναούς με δυο τρεις ιερείς και ενίοτε με επισκόπους και διακόνους, όμως στην συντριπτική πλειονότητα τελείται από έναν ιερέα. Και αυτό δεν είναι παρακμή (όπως ίσως για τους ψάλτες), αλλά νομίζω εξ υπαρχής η θεία λειτουργία αρκεί να τελείται υπό ενος λειτουργου. Δεν εννοώ ιστορικά, καθώς αρχικά τελούνταν μια θεία λειτουργία σε κάθε τοπική Κοινότητα από τον επίσκοπο με το πρεσβύτεροι και τους διακόνους, αλλά ότι ενωρίτερα, επικράτησε να τελούνται πολλές θείες λειτουργίες από έναν ιερέα.
Νιώθω ότι παραθεωρωντας αυτά τα άστο συχνά εφευρίσκονται επιχειρήματα εκατέρωθεν για να αποδείξουν την ανη την β άποψη, παραθεωρωντας τις τεράστιες αλλαγές που φέρνουν τα δύο αυτά στοιχεία.
Για εμένα το ζήτημα είναι να δούμε πως ΣΗΜΕΡΑ πατώντας στην πλούσια πατερική παράδοση περί του πνεύματος της λατρείας και της συμμετοχής μας σε αυτήν θα τη διαμορφώσουμε ώστε να έχουμε ποιμαντικά οφέλη. Για αυτό και μια κάποια ποικιλομορφία δεν είναι απορριπτέα.
Τέλος ασχολούμενος με τα λειτουργικά ζητήματα 30 περίπου χρόνια και ων ιερέας μόλις 5 μήνες, βλέπω πως σε κάποια ζητήματα αλλιώς τα βλέπεις ως λαϊκός, αλλιώς τα ζεις και εκφράζεται ως ιερέας. Ασφαλώς όχι αντιδιαμετρικά αντίθετα, αλλά υπάρχει διαφορά.
π. Σωτήριος.Πρ.
Δημοσίευση σχολίου