Τι διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με την απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας;
Α μέρος
π. Βασίλειος Θερμός
Υπερνικώντας τον κόπο που απαιτεί η εκ νέου
μορφοποίηση του κειμένου «με το χέρι», εύχομαι και ελπίζω να λειτουργήσουν
εποικοδομητικά στις ψυχές των καλοπροαιρέτων. Όσοι είναι ιδεολογικά
στρατευμένοι, όμως, ή και εθελοτυφλούντες, καθώς και όσοι δεν έχουν συνηθίσει
να χρησιμοποιούν την δική τους διάνοια και επαφίενται στις οδηγίες άλλων,
προφανώς βρίσκονται έξω από τους στόχους αυτών των δημοσιεύσεων.
Αν και περιττό, ας τονίσω ξανά ότι ο αγώνας δεν γίνεται απλώς για να διατηρηθή η αρχαία παράδοση της Εκκλησίας. Είμαι από εκείνους οι οποίοι δυναμικά έχουν απορρίψει την ιδέα της παράδοσης ως απλής χρονικής συνέχειας και ως σεβασμού χωρίς να γνωρίζουμε το γιατί. Όλη ουσία αυτού του μόχθου εντοπίζεται στο νόημα: γιατί να είναι έτσι; Ελπίζω να φανή από τις πηγές η αγωνία των Πατέρων για την εκκλησιολογία και για την κοινή προσευχή. Επίσης είναι αυτονόητο ότι δεν αρκεί η επαναφορά αυτής της τάξης για τον αγιασμό μας. Η Λατρεία, για να αποβή σωστική, χρειάζεται να συνδυάζεται με φόβο Θεού, πίστη, και έργα αγάπης.
1.
Ορολογία
και σκεπτικό.
Δυστυχώς η συντριπτική πλειοψηφία κληρικών και
λαϊκών νομίζουν εσφαλμένα ότι «μυστικώς» σημαίνει να μην ακούγονται τα λόγια.
Δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι, όμως, δεδομένου ότι επί δεκαετίες (μήπως
αιώνες;), κατά «τους χρόνους της αγνοίας», τα ίδια τα Ιερατικά διέπρατταν το
σφάλμα. Έτσι εξοικειώθηκαν όλοι σε αυτό.
Οἱ καταλήξεις τῶν εὐχῶν ὀνομάζονται ἐκφωνήσεις,
όχι επειδή ακούγονται, αλλά ἐπειδή ἐκφέρονται μέ ἐντονώτερη φωνή καί ἐμμελῶς.
Τό περιεχόμενό τους εἶναι πάντοτε δοξολογία προς τόν Τριαδικό Θεό. Μέ ὅσα προηγῆθηκαν
στό κείμενο τῆς εὐχῆς ἐκφράζονται τά ἀνθρώπινα αἰτήματα, ἐνῶ μέ τήν ἐκφώνηση
γίνεται ἐξύμνηση τῆς θείας δόξης καί τοῦ θείου ἐλέους, πού ἀποτελοῦν αἰτία ὅλων
τῶν ἀγαθῶν. Τό γεγονός ὅτι ὅλες οἱ ἐκφωνήσεις, ἐκτός ἀπό τό δοξολογικό,
διαθέτουν καί ἐσχατολογικό περιεχόμενο («καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν
αἰώνων») ἴσως χρειάζεται να μᾶς προβληματίση και γιά ἕναν ἀκόμη λόγο: πῶς εἶναι
θεμιτό νά ἀκούγεται ἀπό τούς πιστούς ἡ μνεία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, τοῦ
μυσταγωγικωτέρου, καί νά μήν ἐπιτρέπεται νά ἀκούγωνται οἱ ἀναφορές στό παρελθόν
καί στό παρόν, οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν στό κύριο σῶμα τῶν εὐχῶν;
Ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης διερωτάται: «Ἂν λέγωνται
μυστικά οἱ εὐχές ἀπό τόν ἱερουργό, πῶς ὁ λαός θά συμβαδίση μέ τίς ἐκφωνήσεις...
ἀφοῦ ἡ καθεμιά ἀπ’ αὐτές, ἐξηρτημένη ἀπό τίς εὐχές, καθ’ ἑαυτήν δέν συγκροτεῖ
νόημα;... Καί πῶς θά συμπροσευχηθῇ ὁ λαός γι’ αὐτά πού δέν ἀκούει;»[1]
Πολύ εὔλογα ὁ ίδιος ὑποδεικνύει τήν ἀνακολουθία: «Ἄλλωστε οἱ ἐκφωνήσεις εἶναι
μυστικώτερες ἀπό τίς εὐχές. Τί πιό μυστικό ἀπό ἐκεῖνα πού ὁ Κύριος στό μυστικό
δεῖπνο εἶπε καί ἔκανε; Τί πιό ἀπόρρητο ἀπό τά λόγια τῆς ἐπικλήσεως πού πρόφερε ἀναδεικνύοντας
τόν ἄρτο τῆς εὐχαριστίας καί τό ποτήριο τῆς εὐλογίας, τά ὁποῖα στό Εὐαγγέλιο
καί στόν Ἀπόστολο, ἀλλά καί στούς πιστούς ἐκφωνοῦνται μέ λαμπρά καί καθαρή
φωνή;» (ό.π.).
Κατά τήν Λειτουργία ὁ πιστός εἶναι ἤδη στά Ἅγια τῶν
Ἁγίων καί δέν ὑπάρχει κάτι νά τοῦ κρυφθῇ, πέρα ἀπό ἐκεῖνο πού ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ
τοῦ ἐπιφυλάσσει γιά τόν μέλλοντα αἰώνα. Ο Χρυσόστομος παρατηρεί: «Ἔτσι πρέπει
νά βγαίνουμε ἀπό δῶ, σάν ἀπό ἱερά ἄδυτα, σάν νά κατεβαίνουμε ἀπό τούς ἴδιους
τούς οὐρανούς... Σκέψου ποιά μυσταγωγία ἀπολαμβάνεις σύ ὁ μυημένος, μέ ποιούς ἀναπέμπεις
τήν μυστική ἐκείνη ψαλμωδία, μέ ποιούς ἐκφωνεῖς τόν τρισάγιο ὕμνο. Δίδαξε τούς ἔξω
ὅτι ἔψαλες μαζί μέ τά Σεραφίμ, ὅτι ἀνήκεις στήν οὐράνια πολιτεία, ὅτι γράφτηκες
στόν χορό τῶν ἀγγέλων, ὅτι μίλησες μέ τόν Κύριο, ὅτι βρέθηκες μαζί μέ τόν
Χριστό»[2].
Ἐξ ἄλλου εἶναι πράγματι ἡ ἔννοια τοῦ «μυστικῶς» κρυφά, σιωπηλά; Ἄν ἦταν ἔτσι, θά ἔπρεπε ὁ
Μυστικός Δεῖπνος τοῦ Κυρίου νά ὀνομάζεται ἔτσι ἐπειδή ἔλαβε χώρα ὑπό «μυστικές»
συνθῆκες, ἤ ἐπειδή ἔπρεπε να μείνῃ ἄγνωστος, ἤ ἐπειδή τά ἱερά λόγια πού πρόφερε
τότε ὄφειλαν νά μείνουν ἄγνωστα κ.τ.λ. Ἀλλά τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἔγινε· κάθε
πιστός γνώρισε τά γεγονότα αὐτά ἀπό τά εὐαγγέλια, οἱ δέ συστατικοί λόγοι τοῦ
Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας («Λάβετε, φάγετε...», «Πίετε ἐξ αὐτοῦ
πάντες...») διασώθηκαν σέ κάθε Θεία Λειτουργία.
Ὁ Δεῖπνος ὀνομάσθηκε μυστικός ἐπειδή ὑπῆρξε μυσταγωγικός, ἐπειδή μύησε τούς μαθητές
στά ἄχραντα καί ἄρρητα Μυστήρια. Ἡ
σημασία αὐτή διαπερᾶ καί τή χρήση τῆς λέξεως μυστικός στά λειτουργικά κείμενα καί ὑπομνήματα, καθώς καί στόν
πατερικό λόγο: «Ὁ Κύριος ἡμῶν... μυστικῶς πρόκειται εἰς θυσίαν», «μυστική
τράπεζα», «μυστική τροφή», «μυστική θυσία», «μυστική λατρεία», «μυστικαί ἱερουργίαι»,
«μυστικαί δοξολογίαι», «μυστική λειτουργία», «μυστική τῶν ἱερῶν διπτύχων ἀνάρρησις»,
«μυστική διανέμησις» (μετάδοση Θείας Κοινωνίας), «μυστική προσευχή» (τό «Πάτερ ἡμῶν...»),
«μυστική διάνοια», «μυστική ἕνωσις καί πίστις». Σέ οὐδεμία ἀπό αὐτές τίς
παραθέσεις ἐννοεῖται ἡ σημασία «κρυφός, σιωπηλός», ἀλλά «μυσταγωγικός».
Στήν φερώνυμη Μυσταγωγία
τοῦ ἁγίου Μαξίμου συναντοῦμε τήν ἴδια σημασία, ἐνῶ καμμία ἀναφορά δέν γίνεται
σέ μη ακουόμενες εὐχές. Ἀκόμη περισσότερο, στήν πατερική γραμματεία ἡ ἴδια ἔννοια
χρησιμοποιεῖται στά μυητικά Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος, ὅταν γίνεται λόγος γιά «μυστικόν ὕδωρ», «μυστικόν ἔλαιον»,
«μυστικόν χρῖσμα», «μυστικήν σφραγῖδα». Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους οἱ
χριστιανοί εἴμαστε «μυστικός λαός»!
Ἀπό ὅλες αὐτές τίς μαρτυρίες (υπάρχουν για όλες
πατερικές παραπομπές) συμπεραίνουμε πώς ἡ λέξη μυστικός, στήν λειτουργική συνάφεια, δέν σημαίνει κρυφός ἤ κάτι
παρόμοιο (πῶς θά μποροῦσε ἄλλωστε νά συμβιβάζεται ἡ ἔννοια αὐτή μέ τά οὐσιαστικά
μέ τά ὁποῖα συνάπτεται;) ἀλλά μυσταγωγικός,
δηλαδή ὅ,τι ἀναφέρεται στήν μύηση τοῦ πιστοῦ μέσα στή νέα πραγματικότητα τῆς
Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὅπου ἡ ἀλήθεια βρίσκεται πίσω ἀπό τά βλεπόμενα.
Ἰδιαίτερη μνεία ἀξίζει νά κάνουμε δύο ἐνδιαφερόντων
χωρίων. Στό ἕνα ὁ ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος ἀναφέρεται στήν μητέρα του και ἐξαίρει
τήν σεμνότητά της λέγοντας: «Ποτέ δέν ἀκούσθηκε ἡ φωνή της στίς ἱερές συνάξεις καί στούς ἱερούς τόπους, ἐκτός ἀπό τίς ἀναγκαῖες καί
μυστικές ἀναφωνήσεις». Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι καί οἱ λαϊκοί προφέρουν μυστικά
λόγια, δηλαδή μυσταγωγικά, πού δέν εἶναι ἄλλα ἀπό τίς γνωστές ἀντιφωνήσεις τοῦ
λαοῦ κατά τήν Λειτουργία!
Σ’ αὐτή τή συνάφεια τοῦ κειμένου, ὡς ὕμνος στη
σεμνότητά της, βρίσκεται καί ἡ φράση «καί παρ’ ἐκείνης μέγα τό σιωπῇ τιμᾶσθαι
τά ἅγια»[3],
τήν ὁποία παραθέτουν κάποιοι ὡς δῆθεν ἀπόδειξη τῆς μή ἀκροάσεως τῶν εὐχῶν.
Φυσικά ἐδῶ ἐννοεῖται ἡ εὐλάβειά της κατά τήν παρουσία της στό ναό, ὅπως
φαίνεται καί ἀπό τά συμφραζόμενα. (Απορώ και εξίσταμαι πώς λεηλατούν ένα χωρίο
κατά το δοκούν χωρίς να ενδιαφερθούν για την συνάφειά του).
Ἡ ἄλλη ἐνδιαφέρουσα διατύπωση βρίσκεται σε
χειρόγραφο καί περιέχει μία κατά κάποιους ἀντινομία: «Ἐκφωνεῖ μυστικῶς»! Πῶς θά
ἦταν αὐτό δυνατό παρά μόνο ἄν σημαίνῃ ἐκφώνηση σέ ὑψηλό τόνο φωνῆς, ἀλλά μέ κάποια ἱερότητα ὕφους;[4]
Φρονῶ ὅτι παρανοήσαμε τήν ἔννοια τοῦ «μυστικῶς» ἐπειδή
ἀπομακρυνθήκαμε βιωματικά ἀπό το νόημα τῆς μυήσεως. Κατά τούς πρώτους πέντε αἰῶνες,
ὅμως, ἡ αἴσθηση τῆς μυήσεως ἦταν ἰσχυρή στήν Ἐκκλησία, ἐξ οὗ καί ἡ ὑψηλή θέση
τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ κατά τή Λατρεία.
Τέλος, δύο σύγχρονες συμφωνίες. Ο μακαριστός ἀρχιμ.
π. Βασίλειος Γοντικάκης, στη γραμμή του αποστόλου Παύλου, γράφει πως «ἱερουργεῖται
ἀπό ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐπίκλησις (τῆς ἀναφορᾶς καί τοῦ καθαγιασμοῦ)»!
(Εἰσοδικόν, σ. 91). Ο δε αείμνηστος
π. Γεώργιος Μεταλληνός τόνιζε: «Εἶναι ἀνάγκη νά ἐπαναποκτηθῆ τό γνήσιο ἐκκλησιαστικό
φρόνημα, πού βιώνει καί ἐκφράζει τήν συνείδηση τοῦ σώματος καί τῆς ἑνότητάς
του, βάσει τῆς ὁποίας δέν μποροῦν νά ὑπάρξουν "τελοῦντες" καί
(παθητικά) "παρακολουθοῦντες", ἀλλά μόνο συνεπιτελοῦντες-συμπροσευχόμενοι
καί συμπροσφέροντες τήν λατρεία-εὐχαριστία, Κληρικοί καί Λαϊκοί». (Ἐνορία: ὁ Χριστός ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, σ.
22)
2. Τι πραγματικά δίδασκε ο μακαριστός Φουντούλης;
Είναι πράγματι ανεκδιήγητο να επιχειρούμε να
αποδώσουμε στον μεγάλο Φουντούλη πρόθεση απόκρυψης των ευχών της Λειτουργίας.
Συγκεκριμένα:
«Οὔτε ὁ ἱερεύς εὔχεται μόνο γιά τόν ἑαυτό του, ἐκτός
ἀπό τίς εὐχές ἐκεῖνες πού λέγονταν ἀνέκαθεν “μυστικῶς” καί πού ἀφοροῦν στήν
καταξίωσή του νά τελέση τό Μυστήριο (εὐχή τοῦ “καιροῦ”, “Οὐδείς ἄξιος...”, εὐχή
πρό τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ ὕδατος τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καί τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ τῶν
Θεοφανείων), οὔτε καί ὁ λαός ψάλλει μόνο γιά τόν ἑαυτό του. Τά εὐχολογικά καί ὑμνολογικά
κείμενα εἶναι συντεταγμένα κατά κανόνα σέ πληθυντικό ἀριθμό και ἀφοροῦν στό
σύνολο τῆς Ἐκκλησίας, κληρικούς και λαϊκούς. Τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν
Λατρεία δέν εἶναι τεμαχισμένο ἤ ταξικά χωρισμένο»[5].
Αλλού εξηγεί ενδεχόμενες αιτίες: «Εἶναι πολύ
πιθανό ὅτι στό νά λέγωνται οἱ εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας μυστικῶς συνετέλεσαν
τεχνικοί ἤ μᾶλλον πρακτικοί λόγοι. Ἡ Θεία Λειτουργία ἐτελεῖτο στό ἅγιο βῆμα μέ
τόν ἱερέα ἐστραμμένο πρός ἀνατολάς, μέ τά νῶτα δηλαδή πρός τό λαό (παλαιότερα ἔβλεπε
πρός τό λαό), μέ τό τέμπλο πού ἤδη εἶχε ἀρχίσει νά ὑψώνεται, καί μέσα σέ ναούς,
τίς βασιλικές, πού εἶχαν μεγάλες διαστάσεις. Ὑπό τίς συνθῆκες αὐτές ἦταν πολύ
δύσκολη ἡ ἀκρόαση κειμένων πού διαβάζονταν σέ ὕφος ἀναγνώσεως καί ἀπό ἀνθρώπους
πού δέν εἶχαν πάντοτε ἰδιαίτερα φωνητικά προσόντα ἤ ἦσαν γέροντες. Ἀπόδειξη ὅτι
τέτοιοι λόγοι προκάλεσαν τήν μυστικῶς ἀνάγνωση καί ὄχι θεωρητικοί λόγοι, πού ἐκ
τῶν ὑστέρων ἔρχονται νά δικαιώσουν τά γενόμενα, εἶναι ὅτι καί οἱ ὑπό παρόμοιες
συνθῆκες ἀναγινωσκόμενες στό βῆμα εὐχές τοῦ ἑσπερινοῦ καί τοῦ ὄρθρου εἶχαν τήν ἴδια
ἀπόληξη, ἐνῶ ἀντίθετα εὐχές Μυστηρίων, ὅπως τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τοῦ
χρίσματος, τοῦ γάμου, τοῦ εὐχελαίου κ.λπ., πού διαβάζονταν ἐκτός τοῦ βήματος, ἔμειναν
να ἀναγινώσκονται εἰς ἐπήκοον. Καί σ’ αὐτή τή Θεία Λειτουργία ἡ ὀπισθάμβωνος,
πού λέγεται στό μέσον τοῦ ναοῦ εἶναι ἀκουστή, οἱ εὐχές ὅμως τῶν ἀντιφώνων, πού ἔχουν
παρόμοιο περιεχόμενο, διαβάζονται ὅμως μέσα στό βῆμα, λέγονται μυστικῶς.
Κατά τούς νεωτέρους χρόνους (ὅπως φαίνεται ἤδη ἀπό
τούς Κολλυβάδες) ἄρχισε μία τάση ἐπιστροφῆς στήν ἀρχαιοτάτη παράδοση στά
γενικώτερα πλαίσια τῆς ἀναρριπίσεως τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῶν πιστῶν. Ἔτσι οἱ εὐχές
διαβάζονται εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ για νά συμμετέχουν οἱ πιστοί στά λεγόμενα καί
νά κατανοοῦν τά τελούμενα. Ὑπῆρξε, ὅπως ἦταν φυσικό, ζωηρή ἀντίδραση, γιά τόν
πρόσθετο μάλιστα λόγο ὅτι στήν πατρίδα μας τήν πράξη αὐτή προώθησαν οἱ
χριστιανικές κινήσεις»[6].
Γράφει αλλού αποδομώντας την παρανόηση:
«Τόν ὅρο “ἐκφώνως” μποροῦμε νά τόν χαρακτηρίσουμε ὡς
ἕνα εἶδος μουσικοῦ ὅρου, παράλληλο προς τόν ὅρο “ἐκφωνητική ψαλμωδία”, πού
δηλώνει τον τρόπο ἐμμελοῦς ἀναγνώσεως τῶν ἱερῶν κειμένων... Κατά λογική
συνέπεια μεταξύ εὐχῆς καί ἐκφωνήσεως δέν πρέπει νά παρεμβάλλεται τίποτε ἄλλο, ἐφ’
ὅσον συναποτελοῦν κάτι τό ἑνιαῖο... Τά διακονικά πού εἰσήγαν τήν εὐχή καί
διατύπωναν τά αἰτήματα τῶν αἰτήσεων, ἦταν στήν ἀρχή πολύ ἁπλά καί σύντομα...
Βαθμηδόν ὅμως οἱ διακονικές αἰτήσεις ἀναπτύσσονται, ἐνῶ παράλληλα ἀρχίζει νά ἐπικρατῇ
ἡ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν... Διασπάσθηκε ἡ ὀργανική ἑνότητα τῆς εὐχῆς μέ
τήν ἐκφώνησή της. Καί ἡ μέν ἐκφώνηση ὡς ἰσχυρό στοιχεῖο, ἐπειδή λεγόταν δυνατά
καί μελωδικά, κράτησε τήν ἀρχική της θέση. Ἡ εὐχή, ἐπειδή λεγόταν μυστικῶς, ἀτόνησε
καί ἄρχισε νά ζητῇ στέγη ἐδῶ καί ἐκεῖ, ἄν καί αὐτή εἶναι τό οὐσιαστικό καί
κύριο στοιχεῖο τῆς ἱερουργίας»[7]
Τι κατάντημα! Η σπονδυλική στήλη της Λειτουργίας,
οι ευχές, να τελούν υπό διωγμό! Δεν ακούγονται από κανέναν (ενίοτε ούτε από
τους συλλειτουργούντες ιερείς), εκτοπίζονται δε σε όποιο σημείο της Λειτουργίας
«βολεύει» τον λειτουργό. Ω, αν μπορούσαν οι λαϊκοί να συνειδητοποιήσουν την
ασέβεια προς τις λειτουργικές ευχές! Στο παρελθόν κάποιοι τις περνούσαν «με το
μάτι μόνο»…
Κλείνω τα σημερινά με μια προσωπική αναφορά. Όταν
έστειλα το βιβλίο στον Φουντούλη, μου απάντησε με ιδιόχειρο γράμμα το οποίο
έλεγε τα εξής:
«Σεβαστέ καί ἀγαπητέ πάτερ Βασίλειε,
Ἔλαβα τό θαυμάσιο βιβλίο σου ‘Τό ξεχασμένο
Μυστήριο’ καί εὐχαριστῶ ἐκ βάθους καρδίας... Δῶρο γλυκύτερο μέλιτος... Τό
διαβάζω καί ἀπολαμβάνω τη θεολογική πληρότητα τῆς διαπραγματεύσεώς σου, τήν
πατερική καί πνευματική σου γνώση, τήν βιβλιογραφική ἐνημέρωσή σου καί τήν
παρρησία τοῦ λόγου σου. Ἀετός πετόμενος. Λύχνος καιόμενος καί φαίνων. Νά εἶσαι
εὐλογημένος, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καί σοφίας... Συγχαρητήρια καί θερμές εὐχαριστίες».
Γιά τό ἴδιο βιβλίο ο διάδοχός του καθηγητής κ.
Παναγιώτης Σκαλτσῆς έγραψε στό περιοδικό «Θεολογία»:
«Ὡς πρός τήν ἀκρόαση τῶν εὐχῶν ὁ συγγραφέας φέρνει
στό φῶς καινούργια στοιχεῖα ἀπό τήν πατερική παράδοση... Μέ σαφήνεια, σύγχρονο
θεολογικό λόγο καί ἄριστη ἀξιοποίηση τῶν ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν πηγῶν, ὁ
συγγραφέας ἀναδεικνύει τή σημασία πού ἔχει τό Χρῖσμα γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή,
τή Λατρεία καί τήν πνευματικότητα».
Αυτά οι ειδικοί λειτουργιολόγοι. Γέγονα άφρων και ζητώ συγγνώμη, αλλά κάπως πρέπει να σταματήσει η επιδημία της πλάνης και της παρερμηνείας. Θα συνεχίσουμε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου