Ο Μητροπολίτης Κυθήρων Σεραφείμ, η απόφαση
της Ιεραρχίας του 2019 και το όριο της προσωπικής διαφωνίας μέσα σε μια
συνοδική Εκκλησία
Του Α. Φιλαλήθη
Η νέα δήλωση του Μητροπολίτη Κυθήρων και
Αντικυθήρων Σεραφείμ ότι «δεν αναγνωρίζει» τον Μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο δεν
είναι απλώς μία ακόμη προσωπική τοποθέτηση για το Ουκρανικό. Θέτει ένα βαθύτερο
εκκλησιολογικό και θεσμικό ερώτημα: μπορεί ένα μέλος της Ιεραρχίας να διατηρεί
επί χρόνια δημόσια ένα δικό του καθεστώς «αναγνώρισης» και «μη αναγνώρισης»,
όταν η Εκκλησία στην οποία ανήκει έχει ήδη αποφανθεί συνοδικώς, ο Προκαθήμενός
της μνημονεύει τον Επιφάνιο στα Δίπτυχα και έχει συλλειτουργήσει μαζί του;
1. Η νέα δήλωση: όχι απλώς διαφωνία, αλλά
δημόσια άρνηση της εκκλησιαστικής πράξης
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2026 δημοσιοποιήθηκε νέα συνέντευξη του Μητροπολίτη Κυθήρων και Αντικυθήρων Σεραφείμ, στην οποία επανέφερε δύο γνωστές θέσεις του: πρώτον, ότι κατά την έκτακτη Ιεραρχία της 12ης Οκτωβρίου 2019 δεν πραγματοποιήθηκε κανονική ψηφοφορία για το Ουκρανικό· και, δεύτερον, ότι δεν αποδέχεται τον Μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο ως κανονικό ιεράρχη. Η φράση του ήταν απολύτως σαφής: «Και αυτόν τον Επιφάνιο δεν τον αναγνωρίζω. Δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι είναι ο κανονικός».[1][2]
Η συγκεκριμένη δήλωση δεν έρχεται σε κενό. Τον
Φεβρουάριο του 2026 ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει το Ουκρανικό «κανονικό έγκλημα»,
είχε μιλήσει για «αχειροτόνητους» και «σχισματικούς» και είχε δηλώσει ότι ο
ίδιος δεν μνημονεύει τον Επιφάνιο, δεν αποδέχεται την ένταξή του στα Δίπτυχα
και δεν επιθυμεί να συλλειτουργεί με όσους έχουν συλλειτουργήσει μαζί του.[3]
Άρα δεν έχουμε μια στιγμιαία έκφραση επιφυλάξεως, αλλά μια επίμονη και δημόσια
προσωπική γραμμή που διατηρείται επτά χρόνια μετά τη συνοδική πράξη της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Ένας
Μητροπολίτης ασφαλώς έχει δικαίωμα να εκθέσει μέσα στη Σύνοδο τη θεολογική,
κανονική ή ιστορική του κρίση, να μειοψηφήσει, να ζητήσει νέα συζήτηση και να
τεκμηριώσει τις αντιρρήσεις του. Άλλο όμως η συνοδική διαφωνία και άλλο η
μόνιμη δημόσια διατύπωση ενός προσωπικού καθεστώτος εκκλησιαστικής αναγνώρισης
απέναντι σε εκείνο που εφαρμόζει η ίδια η Εκκλησία του. Η φράση «εγώ δεν τον
αναγνωρίζω», όταν εκφέρεται από εν ενεργεία Μητροπολίτη, δεν λειτουργεί θεσμικά
ως απλή ακαδημαϊκή γνώμη· αποκτά χαρακτήρα δημόσιας εκκλησιαστικής στάσης. Και
ο καθορισμός της εξωτερικής εκκλησιαστικής κοινωνίας της Εκκλησίας της Ελλάδος
δεν ανήκει στην ατομική αρμοδιότητα ενός επαρχιούχου Μητροπολίτη.
2. Το 2019 η Ιεραρχία απάντησε ήδη — και
απάντησε ειδικά στον ίδιο
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της σημερινής
συζήτησης είναι ότι ο ισχυρισμός πως «δεν ελήφθη απόφαση» δεν εμφανίζεται τώρα
για πρώτη φορά. Ο Μητροπολίτης Κυθήρων και Αντικυθήρων κ. Σεραφείμ τον είχε
προβάλει αμέσως μετά την έκτακτη σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας τον
Οκτώβριο του 2019. Και η ίδια η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος
τοποθετήθηκε τότε επισήμως και ονομαστικώς, με δελτίο Τύπου της 15ης Οκτωβρίου
2019, το οποίο εκδόθηκε ρητώς «με αφορμή Ανακοίνωση του Σεβασμιωτάτου
Μητροπολίτου Κυθήρων κ. Σεραφείμ».[4]
Το επίσημο συνοδικό κείμενο είναι απολύτως
συγκεκριμένο. Αναφέρει ότι στη συζήτηση έλαβαν μέρος 33 Αρχιερείς, ότι τα
συμπεράσματα του Αρχιεπισκόπου αναγνώσθηκαν ενώπιον του σώματος, ότι έγιναν επ’
αυτών διορθώσεις από τους Ιεράρχες και ότι το τελικό κείμενο «απετέλεσε απόφαση
της Ιεραρχίας». Η Ιερά Σύνοδος προσθέτει μάλιστα ότι «οποιαδήποτε άλλη απόπειρα
ερμηνείας» των γεγονότων «δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα».[4]
Στο ίδιο επίσημο τεύχος καταγράφεται και το
περιεχόμενο της συνοδικής αποφάσεως: η Ιεραρχία αποδέχθηκε την προηγούμενη
απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και την εισήγηση του Αρχιεπισκόπου
Ιερωνύμου, αναγνωρίζοντας το κανονικό δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου να παραχωρεί το Αυτοκέφαλο και το
προνόμιο του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος να χειρισθεί περαιτέρω το
ζήτημα της αναγνωρίσεως της Εκκλησίας της Ουκρανίας.[4]
Από θεσμικής επομένως πλευράς, το ζήτημα είναι
σαφές: η Εκκλησία της Ελλάδος θεωρεί ότι η Ιεραρχία της έλαβε απόφαση το 2019
και έκτοτε ενεργεί βάσει αυτής. Ο Μητροπολίτης Κυθήρων δικαιούται ασφαλώς να
έχει εκφράσει τη διαφωνία του ως μέλος του συνοδικού σώματος και να θεωρεί ότι
η διαδικασία έπρεπε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Δεν μπορεί όμως η προσωπική
αυτή εκτίμηση να παρουσιάζεται ως εάν ακύρωνε από μόνη της την επίσημη θέση και
πράξη του αρμοδίου συνοδικού οργάνου.
Άλλο η καταγεγραμμένη μειοψηφία ή η διαδικαστική
ένσταση ενός Ιεράρχη και άλλο η άρνηση της θεσμικής πραγματικότητας που η ίδια
η Εκκλησία του έχει επισήμως διακηρύξει και εφαρμόζει.
3. Τι πράγματι αποδεικνύει το άρθρο 19 του
Κανονισμού — και τι δεν αποδεικνύει
Ο Μητροπολίτης Κυθήρων στηρίζει ένα μέρος της
επιχειρηματολογίας του στον τότε ισχύοντα Κανονισμό 1/1977 «Περί εργασιών της
Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας». Το άρθρο 19 ορίζει ότι, όταν μετά το πέρας της
συζητήσεως υπάρχει ανάγκη λήψεως αποφάσεως, ο Πρόεδρος διατυπώνει την πρόταση ή
τις προτάσεις «επί των οποίων καλείται έκαστος των Συνέδρων να ψηφίση».[5]
Η διάταξη αυτή ασφαλώς υπάρχει και πρέπει να
λαμβάνεται υπόψη. Δεν αποδεικνύει όμως, από μόνη της, ούτε ότι κατά τη
συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 2019 παραβιάσθηκε ο Κανονισμός ούτε ότι η απόφαση
της Ιεραρχίας είναι ανυπόστατη. Το δεύτερο συμπέρασμα δεν περιέχεται στο άρθρο
19· αποτελεί ερμηνεία την οποία προβάλλει ο ίδιος ο κ. Σεραφείμ.
Για να μπορούσε να διατυπωθεί ως αντικειμενικό
γεγονός ότι δεν ελήφθη εγκύρως απόφαση, θα έπρεπε να αποδειχθεί, με βάση τα
επίσημα Πρακτικά και το σύνολο της εφαρμοστέας συνοδικής διαδικασίας, ότι
συνέβη συγκεκριμένη παράβαση τέτοιας φύσεως ώστε να καθιστά ανυπόστατη ή άκυρη
τη συνοδική πράξη. Η επίκληση του άρθρου 19, χωρίς περαιτέρω τεκμηρίωση από τα
επίσημα Πρακτικά και το σύνολο της εφαρμοστέας διαδικασίας, δεν αρκεί από μόνη
της για ένα τόσο βαρύ θεσμικό συμπέρασμα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ουσιαστικότερο
πρόβλημα της σημερινής στάσεως του Μητροπολίτη Κυθήρων.
Ένας Ιεράρχης μπορεί, μέσα στη Σύνοδο, να
διαφωνήσει. Μπορεί να ζητήσει ψηφοφορία, να καταγράψει αντίθετη γνώμη, να
υποστηρίξει ότι κάποια διαδικασία δεν εφαρμόσθηκε όπως ο ίδιος θεωρεί ορθό και
να επιδιώξει, με τα προβλεπόμενα εκκλησιαστικά μέσα, την επανεξέταση ενός
ζητήματος. Αυτό αποτελεί μέρος της συνοδικής λειτουργίας.
Είναι όμως εντελώς διαφορετικό πράγμα η επί χρόνια
δημόσια διακήρυξη ότι μια συνοδική απόφαση, την οποία το ίδιο το αρμόδιο σώμα
θεωρεί ότι έλαβε και βάσει της οποίας ενεργεί, ουσιαστικά δεν δεσμεύει τον
ίδιο.
Διότι τότε δεν βρισκόμαστε πλέον μόνο μπροστά σε
μια διαφωνία για τον τρόπο εφαρμογής ενός άρθρου του Κανονισμού. Βρισκόμαστε
μπροστά σε ένα βαθύτερο εκκλησιολογικό ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί ένα
μεμονωμένο μέλος της Ιεραρχίας να αντιπαραθέτει τη δική του προσωπική κρίση στη
θεσμική βούληση του συνοδικού σώματος στο οποίο ανήκει;
Εάν η απάντηση είναι ότι κάθε Μητροπολίτης μπορεί,
μετά τη λήξη μιας συνοδικής διαδικασίας, να θεωρεί κατά βούληση ανύπαρκτες τις
αποφάσεις με τις οποίες διαφωνεί, τότε η έννοια της συνοδικότητας αδειάζει από
το πραγματικό της περιεχόμενο. Η Σύνοδος παύει να είναι σώμα που αποφασίζει και
μετατρέπεται σε άθροισμα αυτοτελών ατομικών κρίσεων, από τις οποίες ο καθένας
επιλέγει ποιες συνοδικές αποφάσεις τον δεσμεύουν και ποιες όχι.
Αυτό όμως δεν είναι συνοδικότητα. Είναι η αναίρεσή
της.
4. Ποιος έχει την αρμοδιότητα για την
εκκλησιαστική κοινωνία και τις σχέσεις με τις άλλες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες;
Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο
ν. 590/1977, δίνει στο ζήτημα αυτό μια απάντηση που δύσκολα επιδέχεται
παρερμηνεία. Το άρθρο 3 ορίζει ότι «Ανωτάτη Εκκλησιαστική Αρχή της Εκκλησίας
της Ελλάδος» είναι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας.[6] Και το άρθρο 4 αναθέτει
ρητώς στην Ιεραρχία τη μέριμνα για την «Εκκλησιαστικήν κοινωνίαν» με το
Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα λοιπά Πατριαρχεία και τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.[6]
Αντιθέτως, το άρθρο 29 περιγράφει τον κάθε εν
ενεργεία Μητροπολίτη ως εκκλησιαστική αρχή της δικής του Μητροπόλεως και ορίζει
ότι ασκεί την εξουσία του «εντός της περιφερείας της Μητροπόλεώς» του.[6] Αυτό
δεν μειώνει καθόλου την επισκοπική αξία ή ευθύνη. Αποτυπώνει όμως τη συνοδική
διάρθρωση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας: ο κάθε επίσκοπος ποιμαίνει την επαρχία
του, ενώ τα ζητήματα που αφορούν την εξωτερική εκκλησιαστική κοινωνία της
Εκκλησίας ως συνόλου ανήκουν στο συνοδικό σώμα.
Γι’ αυτό ο όρος «αντιποίηση αρχής» ίσως δεν είναι
εδώ ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός και δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί. Το
ουσιώδες είναι απλούστερο: ένας Μητροπολίτης δεν διαθέτει αυτοτελή θεσμική
αρμοδιότητα να καταρτίζει προσωπικό κατάλογο αναγνωριζόμενων και μη
αναγνωριζόμενων Προκαθημένων διαφορετικό από εκείνον της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας
στην οποία ανήκει. Και, το βασικότερο, δεν μπορεί να μεταβάλλει μόνος του την
εξωτερική εκκλησιαστική θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος.
5. Τι λέει — και τι δεν λέει — η
αρχιερατική διαβεβαίωση
Χρειάζεται ακρίβεια και στο ζήτημα της
διαβεβαιώσεως που δίδει ένας νέος Μητροπολίτης. Ο ν. 590/1977 ορίζει στο άρθρο
26 §2 ότι ο νέος Μητροπολίτης δίδει τη διαβεβαίωση του άρθρου 16 §1,
προσαρμοσμένη στα αρχιερατικά του καθήκοντα. Εκεί δηλώνει ότι θα εκπληρώνει τα
καθήκοντά του, τηρώντας απαρασάλευτα τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς
Κανόνες και τις ιερές Παραδόσεις, και ότι υπακούει στο Σύνταγμα και στους
νόμους του Κράτους.[6]
Η διατύπωση αυτή δεν περιέχει μια ξεχωριστή φράση
του τύπου «θα υπακούω σε κάθε απόφαση της Ιεράς Συνόδου». Η θεσμική όμως
δέσμευση του Μητροπολίτη από το συνοδικό πολίτευμα δεν εξαρτάται από μια τέτοια
φράση: προκύπτει από ολόκληρη τη δομή του Καταστατικού Χάρτη, που ορίζει την
Ιεραρχία ως ανώτατη εκκλησιαστική αρχή, της αναθέτει την εκκλησιαστική κοινωνία
με τις άλλες Εκκλησίες και της παρέχει ανώτατη εποπτεία και έλεγχο επί των
πράξεων των Αρχιερέων.[6]
Και σε κανονικό επίπεδο, ο 34ος Αποστολικός
Κανόνας εκφράζει ακριβώς αυτή την αμοιβαιότητα: οι επίσκοποι δεν ενεργούν σε
ζητήματα που υπερβαίνουν την επαρχία τους χωρίς τον πρώτο, αλλά ούτε ο πρώτος
χωρίς τη γνώμη των υπολοίπων. Το ζητούμενο είναι η συνοδικότητα, όχι ένας
«παπισμός» του Προκαθημένου, αλλά ούτε και μια ομοσπονδία ιδιωτικών επισκοπικών
εξωτερικών πολιτικών.[7]
6. Η ένσταση για τη χειροτονία του
Επιφανίου και το γεγονός που δεν μπορεί να παρακάμπτεται
Ο Μητροπολίτης Κυθήρων συνδέει την απόρριψη του
Επιφανίου με τη χειροτονία του από τον Φιλάρετο Ντενισένκο σε περίοδο κατά την
οποία ο τελευταίος είχε καθαιρεθεί από τη Ρωσική Εκκλησία. Αυτή είναι μια
υπαρκτή κανονική διαφωνία που έχει τροφοδοτήσει μεγάλη διορθόδοξη συζήτηση και
δεν χρειάζεται να υποβαθμιστεί σε σύνθημα.
Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο μεταγενέστερο γεγονός που
πρέπει να περιλαμβάνεται σε κάθε σοβαρή παρουσίαση: στις 11 Οκτωβρίου 2018 η
Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακοίνωσε ότι, κατόπιν
εκκλήτων προσφυγών, αποκατέστησε τον Φιλάρετο Ντενισένκο και τον Μακάριο
Μαλέτιτς, καθώς και όλους όσοι εκείνοι είχαν χειροτονήσει, στον αρχιερατικό ή
ιερατικό τους βαθμό, και τους πιστούς τους σε εκκλησιαστική κοινωνία.[8]
Οι δύο αρμόδιες Συνοδικές Επιτροπές της Εκκλησίας
της Ελλάδος είχαν ήδη γνωμοδοτήσει το 2019 ότι, από κανονικής και νομικής
απόψεως, «ουδέν το κωλύον» την αναγνώριση του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της
Ουκρανίας και την «απόλυτον εναρμόνισιν και συμφώνησιν» της Εκκλησίας της
Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η Ιεραρχία ακολούθως αποδέχθηκε την
προηγούμενη απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και την εισήγηση του
Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου.[4] Άρα ο κ. Σεραφείμ δεν αντιπαρατίθεται απλώς με μια
προσωπική γνώμη του Αρχιεπισκόπου. Αντιπαρατίθεται με τη θεσμική κρίση και
πράξη των αρμοδίων οργάνων της δικής του Εκκλησίας.
7. Ιερώνυμος και Επιφάνιος: το ερώτημα που
πλέον δεν μπορεί να αποφεύγεται
Στις 10 Νοεμβρίου 2019 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και
πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος μνημόνευσε για πρώτη φορά τον Μητροπολίτη Κιέβου
Επιφάνιο στα Δίπτυχα στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, πράξη που κατέγραψε
δημοσίως την αναγνώριση της Εκκλησίας της Ουκρανίας από την Εκκλησία της
Ελλάδος.[9] Στις 4 Σεπτεμβρίου 2022 ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος συλλειτούργησε
στη Θάσο με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον Μητροπολίτη Κιέβου
Επιφάνιο. Το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο περιέγραψε εκείνο το συλλείτουργο
ως έκφραση της μεταξύ τους «μυστηριακής κοινωνίας και ενότητας».[10]
Εδώ η δημόσια θέση του Μητροπολίτη Κυθήρων συναντά
ένα αναπόφευκτο λογικό και εκκλησιολογικό όριο. Τον Φεβρουάριο του 2026 δήλωσε
ότι δεν επικοινωνεί και δεν θέλει να συλλειτουργεί «με εκείνους που έχουν
συλλειτουργήσει» με τον Επιφάνιο.[3] Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος είναι
αναμφισβήτητα ένας από εκείνους που έχουν συλλειτουργήσει μαζί του.
Γι’ αυτό ο κ. Σεραφείμ οφείλει, με τον ίδιο βαθμό
σαφήνειας με τον οποίο λέει «δεν αναγνωρίζω τον Επιφάνιο», να απαντήσει σε
μερικά απολύτως συγκεκριμένα ερωτήματα:
8. Τέσσερα ερωτήματα που ζητούν καθαρή
απάντηση
- Θεωρεί
τον Μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο εκτός κανονικής εκκλησιαστικής κοινωνίας,
και αν ναι, με ποια εκκλησιαστική απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος
θεμελιώνει αυτή την κρίση;
- Θεωρεί
κανονικό ιεράρχη τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο, ο οποίος μνημονεύει τον
Επιφάνιο στα Δίπτυχα και έχει συλλειτουργήσει μαζί του;
- Η δήλωσή
του ότι δεν θέλει να συλλειτουργεί με όσους έχουν συλλειτουργήσει με τον
Επιφάνιο περιλαμβάνει και τον ίδιο τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας της
Ελλάδος; Αν ναι, τι σημαίνει αυτό για τη δική του θέση μέσα στο συνοδικό
σώμα; Αν όχι, πώς συμβιβάζεται η εξαίρεση με την κανονική κατηγορία που ο
ίδιος διατυπώνει;
- Τελικά
αναγνωρίζει ως δεσμευτική για την εξωτερική εκκλησιαστική κοινωνία της
Εκκλησίας της Ελλάδος την απόφαση της Ιεραρχίας και την πράξη του
Προκαθημένου της, ή θεωρεί ότι κάθε Μητροπολίτης μπορεί να εφαρμόζει
προσωπικό κατάλογο εκκλησιαστικής κοινωνίας;
9. «Ο κοινωνών ακοινωνήτω…»: το επιχείρημα
πρέπει να χρησιμοποιείται με ακρίβεια
Στη συζήτηση συχνά επικαλείται κανείς τον β΄
Κανόνα της Συνόδου της Αντιοχείας, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται να
κοινωνεί κανείς με «ακοινωνήτους» και, για κληρικούς που κοινωνούν με αυτούς,
προβλέπεται επίσης ακοινωνησία.[11] Η αρχή είναι σοβαρή. Ακριβώς γι’ αυτό δεν
πρέπει να μετατρέπεται σε ρητορικό αυτόματο μηχανισμό.
Ο Κανόνας προϋποθέτει ότι κάποιος είναι ήδη
εκκλησιαστικώς ακοινώνητος. Στην προκειμένη περίπτωση, η Εκκλησία της Ελλάδος
δεν αντιμετωπίζει τον Επιφάνιο ως ακοινώνητο· τον έχει εντάξει στην
εκκλησιαστική της κοινωνία, ο Προκαθήμενός της τον μνημονεύει και έχει
συλλειτουργήσει μαζί του. Συνεπώς, δεν είναι θεμιτό να ανακηρύξει ένας ιδιώτης
αρθρογράφος —ούτε ένας μεμονωμένος Μητροπολίτης με προσωπική δήλωση— τον
Μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο ή τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο «ακοινώνητους».
Υπάρχει όμως ένα εύλογο επιχείρημα εκ των
συνεπειών: εάν ο κ. Σεραφείμ εννοεί κυριολεκτικά ότι ο Επιφάνιος είναι
«σχισματικός», «αχειροτόνητος» και εκτός κανονικής εκκλησιαστικής κοινωνίας,
τότε ο ίδιος πρέπει να εξηγήσει ποιες συνέπειες αποδίδει σε εκείνους που
βρίσκονται σε πλήρη ευχαριστιακή κοινωνία μαζί του — πρωτίστως στον Προκαθήμενο
της δικής του Εκκλησίας. Αν δεν αποδίδει τέτοιες συνέπειες, οφείλει να εξηγήσει
πώς συμβιβάζει αυτή τη στάση με την απόλυτη κανονική ορολογία που χρησιμοποιεί.
10. Η προσωπική διαφωνία είναι σεβαστή· το
«προσωπικό Δίπτυχο» δεν είναι εκκλησιολογία
Δεν ζητεί κανείς από έναν επίσκοπο να απαρνηθεί τη
συνείδησή του. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι στρατώνας, ούτε η συνοδικότητα
ταυτίζεται με την απαγόρευση κάθε διαφωνίας. Οι επίσκοποι οφείλουν να μιλούν
μέσα στη Σύνοδο, να ελέγχουν, να επιχειρηματολογούν και, όταν θεωρούν ότι κάτι
είναι λανθασμένο, να το καταθέτουν με παρρησία.
Αλλά η συνοδικότητα παύει να έχει νόημα εάν κάθε
επίσκοπος, μετά την ολοκλήρωση της συνοδικής διαδικασίας, διατηρεί επ’ αόριστον
ένα παράλληλο σύστημα αναγνωρίσεων, μνημονεύσεων και λειτουργικής κοινωνίας.
Τότε δεν έχουμε συνοδική Εκκλησία, αλλά άθροισμα ανεξάρτητων εκκλησιαστικών
εξωτερικών πολιτικών.
Ο 34ος Αποστολικός Κανόνας δεν επιτρέπει ούτε
αυταρχισμό του πρώτου ούτε αυτονόμηση των επιμέρους επισκόπων. Η έννοιά του
είναι η ομόνοια μέσα στη συνοδική τάξη.[7] Αυτό είναι ακριβώς που διακυβεύεται
εδώ. Ο κ. Σεραφείμ μπορεί να λέει εντός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της
Ελλάδος: «διαφωνώ με την απόφαση του 2019», «ζητώ επανεξέταση», «θεωρώ κανονικά
εσφαλμένη την πατριαρχική πράξη». Δεν είναι όμως θεσμικά το ίδιο να λέει: «δεν
αναγνωρίζω» εκείνον που η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνωρίζει.
11. Ήρθε η ώρα για καθαρή θεσμική απάντηση
από την Εκκλησία της Ελλάδος
Η μακρόχρονη ανοχή δεν φαίνεται να έχει οδηγήσει
σε εκτόνωση. Αντιθέτως, η ίδια δημόσια αντιπαράθεση επανέρχεται, με βαρείς
χαρακτηρισμούς και με διατυπώσεις που δημιουργούν στους πιστούς την εντύπωση
ότι μέσα στην ίδια Αυτοκέφαλη Εκκλησία υπάρχουν δύο παράλληλες εκκλησιολογικές
γραμμές: εκείνη της Ιεραρχίας και του Προκαθημένου και εκείνη μεμονωμένων
Ιεραρχών που δηλώνουν ότι δεν αποδέχονται τα Δίπτυχα που εφαρμόζει η Εκκλησία
τους.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ως Πρόεδρος της Ιεραρχίας,
και τα αρμόδια συνοδικά όργανα έχουν λόγο να θέσουν ένα καθαρό θεσμικό όριο.
Όχι με προσωπικές επιθέσεις και όχι με διοικητικό φίμωτρο της θεολογικής
συζήτησης. Αλλά με σαφή επαναβεβαίωση του τι αποφάσισε η Εκκλησία της Ελλάδος,
ποια είναι σήμερα η εκκλησιαστική της κοινωνία και ποια διάκριση οφείλει να
τηρεί κάθε μέλος της Ιεραρχίας μεταξύ προσωπικής κανονικής διαφωνίας και
επίσημης εκκλησιαστικής πράξης.
Ο Καταστατικός Χάρτης αναθέτει στην ίδια την
Ιεραρχία όχι μόνο την ευθύνη για την εκκλησιαστική κοινωνία αλλά και την
«ανωτάτην εποπτείαν και τον έλεγχον» επί των πράξεων των Αρχιερέων.[6] Εάν,
λοιπόν, η δημόσια άρνηση της κοινής εκκλησιαστικής γραμμής συνεχίζεται, είναι
θεμιτό και αναγκαίο να εξετασθεί με κανονική διαδικασία από τα αρμόδια συνοδικά
όργανα.
12. Αν η συνείδηση καθιστά αδύνατη την
κοινή εκκλησιαστική πράξη, χρειάζεται θεσμική συνέπεια
Υπάρχει και ένα τελευταίο, δύσκολο αλλά
αναπόφευκτο σημείο. Αν ένας Μητροπολίτης θεωρεί πράγματι ότι η Αυτοκέφαλη
Εκκλησία στην οποία ανήκει βρίσκεται σε ευχαριστιακή κοινωνία με
«αχειροτόνητους» ή «σχισματικούς», και αν θεωρεί ότι δεν μπορεί να συλλειτουργεί
με όσους έχουν κοινωνήσει μαζί τους, τότε το ζήτημα δεν είναι πια μια απλή
επιμέρους διαφωνία. Αγγίζει την ίδια τη δυνατότητα να ασκεί κανείς το
λειτούργημά του μέσα στο συγκεκριμένο συνοδικό σώμα χωρίς διαρκή εσωτερική
αντίφαση.
Κανένας νόμος δεν επιβάλλει αυτόματα παραίτηση
επειδή ένας Μητροπολίτης διαφωνεί. Ο ίδιος Καταστατικός Χάρτης, όμως, προβλέπει
ρητώς ότι Μητροπολίτης μπορεί να παραιτηθεί και «δια πάντα άλλον σοβαρόν
λόγον», με την προβλεπόμενη συνοδική διαδικασία.[6] Επομένως, αν η συνείδηση
κάποιου φθάνει στο σημείο να θεωρεί την επίσημη εκκλησιαστική κοινωνία της
Εκκλησίας του κανονικά απαράδεκτη, η θεσμικά συνεπής στάση είναι να αναζητήσει
λύση μέσα από τα κανονικά όργανα και, εφόσον θεωρεί αδύνατη τη συνέχιση της ενεργού
διοικήσεως, να αναλάβει ο ίδιος τις προσωπικές συνέπειες της πεποιθήσεώς του.
Η αποχώρηση από ενεργό διοίκηση ή, εφόσον το
επιθυμεί κάποιος, η εγκαταβίωση σε μονή είναι ελεύθερες προσωπικές και
πνευματικές επιλογές. Δεν είναι ποινή που μπορεί να επιβάλει ένας αρθρογράφος.
Εκείνο όμως που δύσκολα συμβιβάζεται θεσμικά είναι η επ’ αόριστον παραμονή σε
ένα συνοδικό σώμα με ταυτόχρονη δημόσια παρουσίαση της επίσημης εκκλησιαστικής
πράξης της Εκκλησίας στην οποία ανήκει ως αντικανονικής ή ανυπόστατης.
Επίλογος: η Σύνοδος δεν είναι διακοσμητικό
όργανο
Το Ουκρανικό είναι δύσκολο και πολυεπίπεδο ζήτημα,
αλλά η συνοδική Εκκλησία δεν μπορεί να λειτουργήσει εάν κάθε μειοψηφία θεωρεί
ότι η διαφωνία της αρκεί για να συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρξε ποτέ συνοδική
απόφαση.
Ο Μητροπολίτης Κυθήρων έχει κάθε δικαίωμα να
ζητήσει νέα συνοδική συζήτηση και να καταθέσει πλήρη κανονική
επιχειρηματολογία. Δεν έχει, όμως, θεσμική αρμοδιότητα να δημιουργεί δικό του
καθεστώς αναγνώρισης για έναν Προκαθήμενο που η Εκκλησία του μνημονεύει στα
Δίπτυχα και με τον οποίο ο δικός του Αρχιεπίσκοπος έχει συλλειτουργήσει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο κ. Σεραφείμ
«δικαιούται να έχει άποψη». Βεβαίως και δικαιούται. Το ερώτημα είναι αν ένα
μέλος της Ιεραρχίας μπορεί επ’ αόριστον να συμπεριφέρεται δημόσια σαν να έχει
δικά του Δίπτυχα. Και σε αυτό, εάν η έννοια της συνοδικότητας σημαίνει
οτιδήποτε, η απάντηση δεν μπορεί να είναι αμφίσημη.
Οι παρακάτω σύνδεσμοι είναι ενεργοί. Προτεραιότητα δόθηκε σε πρωτογενείς θεσμικές πηγές (Εκκλησία της Ελλάδος, Καταστατικός Χάρτης, Οικουμενικό Πατριαρχείο) και, για τις πρόσφατες δηλώσεις, σε δημοσιεύματα που παραθέτουν ή μεταγράφουν το σχετικό υλικό.
[1] ORTHODOXIA INFO, 25.9.2026 — «Ο Κυθήρων Σεραφείμ δεν αναγνωρίζει τον Επιφάνιο ως κανονικό Μητροπολίτη Κιέβου»
[2] Βήμα Ορθοδοξίας, 25.9.2026 — «Κυθήρων Σεραφείμ για το Ουκρανικό: “Δεν αναγνωρίζω τον Επιφάνιο ως κανονικό Μητροπολίτη Κιέβου”»
[3] Analogion.gr, 14.2.2026 — πλήρης μεταγραφή συνέντευξης: «“Κανονικό έγκλημα” το Ουκρανικό»
[4] Εκκλησία της Ελλάδος, επίσημο περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», Οκτώβριος 2019, σσ. 852-855 — έκτακτη Ι.Σ.Ι. και Δελτίο Τύπου 15.10.2019
[5] Κανονισμός Ιεράς Συνόδου 1/1977, άρθρο 19 — διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Ι.Σ.Ι.
[6] Ν. 590/1977 — Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ιδίως άρθρα 3, 4, 16, 26, 29 και 34
[7] Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος — παρουσίαση του 34ου Αποστολικού Κανόνα και της συνοδικής αρχής
[8] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ανακοινωθέν Αγίας και Ιεράς Συνόδου, 11.10.2018 — αποκατάσταση Φιλαρέτου και Μακαρίου και ανανέωση αποφάσεως για Αυτοκεφαλία
[9] Η Καθημερινή, 10.11.2019 — πρώτη μνημόνευση του Μητροπολίτη Κιέβου Επιφανίου από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο στα Δίπτυχα
[10] Οικουμενικό Πατριαρχείο, 4.9.2022 — συλλείτουργο Βαρθολομαίου, Ιερωνύμου και Επιφανίου στη Θάσο
[11] Αποστολική Διακονία — παραπομπή στον β΄ Κανόνα Αντιοχείας και στο «μη εξείναι κοινωνείν τοις ακοινωνήτοις»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου