Σχίσμα στὸ λαό
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου
Καντιώτου
«Σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι ̓ αὐτόν» (Ἰω.
7,43)
Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες
ἑορτὲς τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Εἶνε σὰν τὰ Χριστούγεννα. Τὰ Χριστούγεννα
γεννήθηκε ὁ Χριστός, σήμερα γεννήθηκε ἡ Ἐκκλησία. Εἰκοσιπέντε Δεκεμβρίου ἑορτάζουμε
τὰ γενέθλια τοῦ Χριστοῦ, Πεντηκοστὴ ἑορτάζουμε τὰ γενέθλια τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ
Χριστὸς σαρκώθηκε ἐκ Πνεύματος ἁγίου, ἡ Ἐκκλησία γεννήθηκε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ.
Γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν θὰ ἔπρεπε σήμερα νὰ
μιλήσουμε. Ἀλλὰ ὑπάρχουν αὐτιὰ ν ̓ἀκούσουν περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιὰ τὰ
μεγαλεῖα τῆς σημερινῆς ἡμέρας; Ἀμφιβάλλω. Εἶνε σὰν νὰ μιλᾷς κινέζικα. Ποιά ἆραγε
εἶνε ἡ αἰτία; Ἡ αἰτία εἶνε βαθειά, ψυχολογική, καὶ βρίσκεται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο
(βλ. Ἰω. 7,37-52· 8,12).
Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα; Ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο θὰ παρουσιαστῇ στὸν κόσμο σὰν ἕνας ποταμὸς καὶ ὅποιος πιστεύει σ ̓ Αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος θὰ δροσίζεται καὶ ὅσοι ἄλλοι τὸν πλησιάζουν. Μεγάλοι πνευματικοὶ ποταμοὶ ἔγιναν οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι καὶ «μελίρρυτοι ποταμοί» ἔγιναν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι, Βασίλειος, Γρηγόριος καὶ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ὅποιος πιστεύει στὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο θὰ κάνῃ τὴν καρδιά του ἕνα δροσερὸ περιβόλι.
Ἀλλ ̓ ἐνῷ μᾶς λέει γιὰ τὰ θαυμαστὰ ἀποτελέσματα ποὺ
θὰ ἔχῃ στὸν κόσμο ἡ κάθοδος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, λέει ὅμως καὶ τὴν αἰτία γιὰ τὴν
ὁποία οἱ ἄνθρωποι δὲν δέχονται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο· λέει γιὰ τὴν ἠθικὴ κατάστασι
τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ.
Δίδασκε ὁ Χριστός, ναί, ἔλεγε μεγαλειώδεις ἀλήθειες.
Μὰ ποιοί τὸν ἄκουγαν; Κάτι ψαρᾶδες, κάτι βοσκοί, κάτι γυναικοῦλες καὶ τ ̓ ἀθῷα
παιδιὰ ποὺ τὸν περικύκλωναν. Αὐτὸς ὁ ἁγνὸς λαὸς τὸν ἄκουγε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα,
κρεμόταν ἀπὸ τὰ χείλη του (Λουκ. 19,48). Αὐτοὶ τὸν ἄκουγαν.
Οἱ ἄλλοι; Ὤ οἱ ἄλλοι! Ποιοί ἄλλοι; Οἱ γραμματεῖς
καὶ φαρισαῖοι, οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ καὶ οἱ ̔Ρωμαῖοι, αὐτοὶ μὲ μειδίαμα
περιφρονήσεως ἀντίκρυζαν τὸν Ἰησοῦ. Δὲν πήγαιναν νὰ τὸν ἀκούσουν καί, ἄν ποτε τὸν
ἄκουγαν, τὸν περιέπαιζαν καὶ τὸν συκοφαντοῦσαν. Ἐνῷ ὁ λαὸς τὸν λάτρευε, αὐτοὶ τὸν
μισοῦσαν.
Λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, ὅτι οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ
ἔκαναν συμβούλιο καὶ πῆραν ἀπόφασι. Διέταξαν ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ ὑπηρέτες τους νὰ
τὸν περικυκλώσουν, νὰ τὸν πιάσουν καὶ νὰ τὸν φέρουν δεμένο μπροστά τους. Οἱ ὑπηρέτες
ἐκτελοῦν τὴ διαταγή. Νάτους καὶ πηγαίνουν ἐκεῖ ποὺ μιλοῦσε ὁ Χριστός. Τὸν ἔπιασαν;
Δὲν τὸν ἔπιασαν. Γιατί; μήπως ὁ Χριστὸς πρόβαλε ἀντίστασι; Μὰ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε
ὅπλα. Εὔκολο ἦταν νὰ τὸν πιάσουν, νὰ τὸν δέσουν καὶ νὰ τοὺς τὸν φέρουν. Δὲν τὸ ἔκαναν.
Γιατί; τί συνέβη; Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο. Ἁπλοϊκὰ παιδιὰ κι αὐτοί, ποὺ ἐκτελοῦσαν
διαταγές, ἀνακατεύτηκαν μὲ τὸ λαὸ καὶ ἄκουγαν. Πρώτη φορὰ ἄκουγαν κι αὐτοὶ
τέτοια λόγια! Δὲν τόλμησαν νὰ τὸν πειράξουν καὶ γύρισαν ἄπρακτοι. Οἱ ἀφέντες τοὺς
περίμεναν. –Γιατί δὲν τὸν φέρατε; ῥωτοῦν. Κι αὐτοὶ οἱ ἁπλοϊκοὶ τί λένε· –Πῶς νὰ
τὸν πιάσουμε; ἀντὶ νὰ τὸν πιάσουμε, μᾶς ἔπιασε ἐκεῖνος στὰ δίχτυα του· «Οὐδέποτε
οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46)· τέτοια λόγια δὲν
ξανακούσαμε. Καὶ τότε ἐκεῖνοι λύσσαξαν· –Δὲν ντρέπεστε; δὲν κοιτᾶτε γύρω σας;
ποιός ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες πίστεψε σ ̓ αὐτόν; μόνο ὁ ὄχλος, ὁ λαουτζίκος, αὐτὸς
μόνο πιστεύει στὸ Χριστό (βλ. ἔ.ἀ. 7,48-49).
Αὐτὰ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα· ὅτι ἐξ αἰτίας τῶν
γραμματέων καὶ φαρισαίων, ποὺ ἔσπερναν μέσα στὸ λαὸ συκοφαντίες καὶ διαβολὲς ἐναντίον
τοῦ ἀθῴου Ναζωραίου, δημιουργήθηκε σχίσμα καὶ χώρισε ὁ κόσμος. Ἅμα παρουσιαστῇ ἡ
ἀλήθεια, αὐτὴ γίνεται κόσκινο· ὅ,τι εἶνε σιτάρι, μένει· ὅ,τι εἶνε ζιζάνιο,
φεύγει. Κοσκινίστηκαν λοιπόν, καὶ ἄλλοι ἦταν μὲ τὸ Χριστὸ καὶ ἄλλοι ἐναντίον
του· ἄλλοι τὸν λάτρευαν καὶ ἄλλοι τὸν μισοῦσαν. Ἡ κοινωνία διαιρέθηκε. Ἔφταιγε ὁ
Χριστός; Ἔφταιγαν αὐτοί, ἡ ἐμπάθεια, ὁ φθόνος, ἡ κακία τους.
Ἀγαπητοί μου· ὅ,τι ἔγινε τότε γίνεται καὶ μέχρι
σήμερα. Καὶ εἶνε μία ἀπόδειξις, ὅτι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶνε αἰώνια. Τὸ λέω
κατηγορηματικά, ὑπεύθυνα, βάσει παραδειγμάτων τῆς ἱστορίας. Ὅποιος σήμερα, ἄντρας
ἢ γυναίκα, θέλει νὰ ζήσῃ σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸς θὰ μισηθῇ ἀπὸ
τὸν κόσμο. Ἐὰν εἶνε ἄντρας εὐσεβής, ἡ μοντέρνα γυναίκα του ἀντὶ νὰ χαρῇ θὰ τοῦ
πῇ· Ἀνόητε, βλάκα… Ἔτσι θὰ τὸν ὀνομάσῃ, γιατὶ αὐτὴ λατρεύει τὰ πάθη, τὰ
κομμωτήρια, τοὺς χορούς, τὶς διασκεδάσεις, τὰ διαβολικὰ πράγματα. Ἐὰν εἶνε
γυναίκα πιστή, τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἄπιστος σύζυγος θὰ τῆς πῇ· Σὲ διώχνω, φύγε, ἐγὼ
θέλω γυναῖκα ἐξελιγμένη… Σκάβει
ὁ ἀνόητος ὁ ἴδιος τὸ λάκκο του. Καὶ ἐὰν εἶνε παιδὶ ἁγνό, μὲ ὄνειρα ὑψηλά, μὲ ἀγάπη
στὸ Χριστὸ ἢ καὶ μὲ πόθο νὰ πάῃ στὸ Ἅγιο Ὄρος νὰ μονάσῃ, ὤ τότε! μάνα, πατέρας,
ὅλη ἡ οἰκογένεια θὰ λυσσάξουν ἐναντίον του καὶ θὰ τοῦ ἐπιτεθοῦν. Ἔτσι δημιουργεῖται
σχίσμα ἐξ αἰτίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἀδελφοί μου, τελειώνω. Σᾶς φέρνω ἕνα παράδειγμα, ὄχι
δικό μου ἀλλὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Λέει ὁ μέγας Βασίλειος, ὅτι τὰ
πουλιὰ μόλις βγῇ ὁ ἥλιος ξυπνοῦν καὶ ἀρχίζουν νὰ ψάλλουν τὸν ὕμνο τους στὸ Θεό.
Καὶ μόλις βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, τὰ βλέπεις νὰ γυρίζουν καὶ νὰ κρύβωνται ὅλα στὶς
φωλιές τους. Ὅλα τὰ πουλιά; Λάθος κάνω. Ὑπάρχουν καὶ μερικὰ πουλιὰ ποὺ ἀντιθέτως,
μόλις βγῇ ὁ ἥλιος αὐτὰ τρυπώνουν στὶς φωλιές τους καὶ ὅταν σκοτεινιάσῃ, ὅταν ἡ
νύχτα ἁπλώσῃ τὰ φτερά της, τότε βγαίνουν· εἶνε τὰ λεγόμενα νυκτόβια πουλιά, οἱ
κουκουβάγιες καὶ οἱ νυχτερίδες. Αὐτὰ ἀγαποῦν τὸ σκοτάδι καὶ μισοῦν τὸ φῶς. Λέει
λοιπὸν ὁ μέγας Βασίλειος· Ὅπως ὑπάρχουν πουλιὰ ποὺ μισοῦν τὸν ἥλιο καὶ ἀγαποῦν
τὸ σκοτάδι, ἔτσι ὑπάρχουν στὸν κόσμο καὶ ἄνθρωποι ποὺ μισοῦν τὴ ζωή, τὴν ἀρετή,
τὸ Θεό. Μισοῦν τὸ φῶς. Ποιό εἶνε τὸ φῶς; Τὸ ἀκοῦμε σήμερα· «Φῶς ὁ Πατήρ, φῶς ὁ
Λόγος, φῶς καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα»· (φῶς εἶνε ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, φῶς ὁ Υἱὸς ὁ
Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ φῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, τὸ ὁποῖο «ἐν γλώσσαις
πυρίναις τοῖς ἀποστόλοις ἐπέμφθη, καὶ δι ̓ αὐτοῦ πᾶς ὁ κόσμος φωταγωγεῖται
Τριάδα σέβειν ἁγίαν», διὰ τῶν πυρίνων γλωσσῶν ὁ κόσμος φωτίζεται νὰ λατρεύῃ τὴν
ἁγία Τριάδα (ἐξαποστ.).
Μισοῦν τὸ φῶς
σήμερα οἱ ἄνθρωποι, μισοῦν τὸν Θεό· καὶ εἶνε πολλοὶ αὐτοί. Νὰ τοὺς καταραστοῦμε;
νὰ ποῦμε κ ̓ ἐμεῖς αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ φαρισαῖοι γιὰ τὸν ὄχλο, «Ἐπικατάρατοί εἰσι»
(ἔ.ἀ.); Εἶμαι χρόνια ἐδῶ· πολλὰ ὑπέφερα, πολὺ ἔκλαψα, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν
Παναγιά, νὰ μὴν πῶ ποτέ κατάρα σὲ κανένα παιδί μου, ὁσοδήποτε καὶ ἂν μὲ ἔχῃ
πικράνει. Ἡ λέξι κατάρα δὲν ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἀρχιερέως. Εὐλογῶ, παρακαλῶ. Τί νὰ κάνουμε γι ̓ αὐτούς;
Δὲν εἶνε λίγοι. Ἀπουσιάζουν οἱ κύριοι αὐτοί, ἀπουσιάζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔπρεπε νὰ
εἶνε πρῶτοι ἐδῶ στὴν ἐκκλησία. Γιατὶ παραπάνω ἀπὸ ἑορτὲς τῆς φράουλας καὶ τῶν
μήλων καὶ τῆς πατάτας καὶ τῶν ἄλλων καρπῶν εἶνε ἡ ἑορτὴ τοῦ Χριστοῦ μας. Δὲν μᾶς
ἔσωσαν οἱ ἑορτὲς τῆς φράουλας, μᾶς ἔσωσε ὁ Χριστός, μᾶς εὐεργέτησε ὁ Χριστός.
Καὶ ἡ φράουλα, καὶ τὰ πεπόνια καὶ οἱ πατάτες εἶνε
τοῦ Θεοῦ δημιουργήματα, ὁ Θεὸς τὰ ἔκανε. Ἂν δὲν βρέξῃ, ἂν δὲν στάξῃ μιὰ σταγόνα
ὁ Χριστός, θὰ δοῦμε ποῦ θὰ πᾶνε οἱ φράουλες καὶ ποῦ θὰ πᾶνε οἱ ντομάτες καὶ ποῦ
θὰ πᾶνε οἱ πατάτες. Ἐπάνω στὴ σελήνη· ἕνα τσαμπὶ σταφύλι δὲν βρίσκεται. Ὦ
ντουνιᾶ ἀχάριστε, ντουνιᾶ ἄθεε, ποὺ δὲν πιστεύεις στὸ Πνεῦμα ἀλλὰ στὴν ὕλη, καὶ
δὲν καταλαβαίνεις, ὅτι πίσω ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ δημιουργήματα εἶνε ὁ Θεός. Ἔλα λοιπὸν
ἐδῶ στὴν ἐκκλησιά, νὰ εὐχαριστήσῃς τὸ Θεό, νὰ πῇς· Θεέ μου, σ ̓ εὐχαριστῶ ποὺ ἔκανες
τὴ φράουλα, σ ̓ εὐχαριστῶ ποὺ ἔκανες τὰ μῆλα, σ ̓ εὐχαριστῶ ποὺ ἔκανες τὰ ὡραῖα
τῆς γῆς. Ἄντε στὴ σελήνη· ἐκεῖ οὔτε μιὰ ὥρα δὲν μπορεῖς νὰ ζήσῃς· δὲν ὑπάρχει οὔτε
νερό, οὔτε φράουλες, οὔτε σταφύλια, τίποτα. Ὦ Θεέ μου, τί ἀχάριστοι εἴμαστε! Τὴ
μπουκιὰ ἔχουμε στὸ στόμα καὶ βλαστημᾶμε τὸ Θεό. Καὶ μᾶς ἀνέχεται! Ἀντὶ ν ̓ ἀνοίξῃ
ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ, ὁ Θεὸς μᾶς ἀνέχεται. Μεγάλος ὁ Θεός, μακρόθυμος ὁ Θεός.
Ἂς προσευχηθοῦμε, ἂς τὸν παρακαλέσουμε νὰ φανῇ ἵλεως,
νὰ συγχωρήσῃ ὅλους ἐμᾶς. Χαίρω καὶ συγχαίρω, διότι ἐσεῖς ὅλοι, παρ ̓ ὅλες τὶς
κοσμικὲς ἑορτές, ἤρθατε ἐδῶ στὸ ναό, γιὰ νὰ ἑορτάσετε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο.
Εὔχομαι, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο νὰ εὐλογῇ τὶς οἰκογένειές
σας, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σας καὶ νὰ ἐπισκέπτεται καὶ ὁλόκληρη τὴν πατρίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου