29 Αυγούστου: Μάρκος 6:14-30
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η Ευαγγελική περικοπή της εορτής της Αποτομής της
τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού δεν είναι απλώς η
ιστορική αφήγηση ενός άδικου θανάτου. Είναι θεολογική αποκάλυψη του τρόπου με
τον οποίο συγκρούονται η αλήθεια του Θεού και η αμαρτία του ανθρώπου, η
προφητική παρρησία και η πολιτική δειλία, η μετάνοια και η πώρωση. Ο
Ευαγγελιστής Μάρκος, μέσα από τη δραματική διήγηση του θανάτου του Προδρόμου,
μας δείχνει ότι ο Ιωάννης δεν υπήρξε μόνο ο κήρυκας της ερήμου, αλλά και ο
μάρτυρας της αλήθειας μέχρι αίματος.
Η Εκκλησία τιμά την Αποτομή στις 29 Αυγούστου με αυστηρή νηστεία, διότι η ημέρα αυτή δεν έχει πανηγυρικό χαρακτήρα κοσμικής χαράς, αλλά πνευματικής περισυλλογής. Ο θάνατος του Προδρόμου φανερώνει ότι η αλήθεια του Θεού δεν γίνεται πάντοτε δεκτή με ευγνωμοσύνη· συχνά ελέγχει, ενοχλεί, αποκαλύπτει και προκαλεί τη βίαιη αντίδραση εκείνων που δεν θέλουν να μετανοήσουν.
Η περικοπή αρχίζει με τη φράση: «ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς
Ἡρῴδης· φανερὸν γὰρ ἐγένετο τὸ ὄνομα αὐτοῦ». Το όνομα του Ιησού είχε πλέον
γίνει γνωστό. Τα θαύματα, η διδασκαλία και η εξουσία Του προκαλούσαν απορίες
και διαφορετικές ερμηνείες. Άλλοι έλεγαν ότι είναι ο Ηλίας, άλλοι ότι είναι
ένας από τους προφήτες, ενώ ο Ηρώδης, ταραγμένος από τις τύψεις του, πίστευε
ότι ο Ιωάννης, τον οποίο ο ίδιος είχε αποκεφαλίσει, αναστήθηκε από τους
νεκρούς.
Η αντίδραση του Ηρώδη έχει βαθύ θεολογικό νόημα. Η
αμαρτία δεν εξαφανίζεται όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να τη σκεπάσει. Ο Ηρώδης
είχε σκοτώσει τον Ιωάννη, αλλά δεν είχε σκοτώσει τη φωνή της συνείδησής του. Ο
Πρόδρομος ήταν πλέον νεκρός σωματικά, όμως ο λόγος του συνέχιζε να ελέγχει τον
βασιλιά εσωτερικά. Η φράση «ὃν ἐγὼ ἀπεκεφάλισα Ἰωάννην, οὗτός ἐστιν»
αποκαλύπτει μια ψυχή κυριευμένη από φόβο, ενοχή και πνευματική σύγχυση.
Ο Ηρώδης δεν βλέπει στον Χριστό τον Μεσσία· βλέπει
τον εφιάλτη της ενοχής του. Ενώ οι άλλοι προσπαθούν να ερμηνεύσουν θεολογικά το
πρόσωπο του Ιησού, εκείνος το ερμηνεύει μέσα από το τραύμα της αμαρτίας του.
Αυτό δείχνει ότι η καρδιά που δεν μετανοεί αδυνατεί να γνωρίσει αληθινά τον
Χριστό. Τον βλέπει μέσα από φόβο, όχι μέσα από πίστη.
Ο Ιωάννης δεν φυλακίστηκε επειδή διέπραξε κάποιο
έγκλημα. Φυλακίστηκε επειδή είπε την αλήθεια. Ο Ευαγγελιστής σημειώνει: «ἔλεγε
γὰρ ὁ Ἰωάννης τῷ Ἡρῴδῃ ὅτι οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου». Ο
Πρόδρομος δεν επιτίθεται στον Ηρώδη από προσωπική έχθρα, αλλά μιλά ως προφήτης
του Θεού. Ο λόγος του είναι απλός, σαφής και αδιαπραγμάτευτος: «οὐκ ἔξεστί
σοι».
Ο Ιωάννης υπενθυμίζει ότι ακόμη και ο βασιλιάς
βρίσκεται κάτω από τον νόμο του Θεού. Η εξουσία, ο πλούτος, η κοινωνική θέση
και η πολιτική ισχύς δεν απαλλάσσουν τον άνθρωπο από την ηθική ευθύνη. Ο Ηρώδης
μπορεί να κυβερνά ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί να καταργήσει την εντολή του Θεού.
Ο Πρόδρομος φανερώνει εδώ το αληθινό νόημα της
προφητείας. Ο προφήτης δεν είναι απλώς κάποιος που προλέγει μελλοντικά
γεγονότα. Είναι εκείνος που βλέπει την πραγματικότητα με το φως του Θεού και
καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια. Η φωνή του Ιωάννη είναι συνέχεια της φωνής της
Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και πρόλογος του Ευαγγελίου. Όπως στην έρημο έλεγε
«μετανοεῖτε», έτσι και μπροστά στον Ηρώδη λέει την ίδια αλήθεια με άλλη μορφή:
δεν μπορείς να ζεις σαν να μην υπάρχει ο Θεός.
Η Ηρωδιάδα παρουσιάζεται ως πρόσωπο που δεν
αντέχει τον έλεγχο. Ο Ευαγγελιστής γράφει: «ἡ δὲ Ἡρῳδιὰς ἐνεῖχεν αὐτῷ καὶ ἤθελεν
αὐτὸν ἀποκτεῖναι». Το ρήμα δηλώνει εσωτερική μνησικακία, διαρκή εχθρότητα. Η
Ηρωδιάδα δεν αρκείται στο να σωπάσει ο Ιωάννης· θέλει να εξαφανιστεί. Η
αμαρτία, όταν δεν οδηγείται σε μετάνοια, γίνεται μίσος προς εκείνον που την
αποκαλύπτει.
Εδώ βλέπουμε ένα βαθύ πνευματικό φαινόμενο: ο
άνθρωπος που δεν θέλει να αλλάξει ζωή αρχίζει να πολεμά όχι μόνο την εντολή,
αλλά και τον φορέα της εντολής. Δεν λέει «ας μετανοήσω», αλλά «ας σωπάσει
εκείνος που με ελέγχει». Η Ηρωδιάδα δεν ζητά θεραπεία· ζητά εκδίκηση. Δεν θέλει
να απελευθερωθεί από το πάθος της· θέλει να επιβάλει σιωπή στην αλήθεια.
Η στάση της είναι εικόνα της πώρωσης. Ο Ηρώδης
παρουσιάζεται αδύναμος, διχασμένος, φοβισμένος. Η Ηρωδιάδα παρουσιάζεται πιο
αποφασισμένη στο κακό. Εκείνος ακούει τον Ιωάννη «ἡδέως», εκείνη τον μισεί.
Εκείνος έχει ακόμη ίχνη σεβασμού· εκείνη έχει παραδοθεί στη σκοτεινή επιθυμία
της εξόντωσης.
Η περικοπή είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τον
Ηρώδη. Ο Μάρκος γράφει ότι «ἐφοβεῖτο τὸν Ἰωάννην, εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ
ἅγιον». Ο Ηρώδης αναγνωρίζει την αγιότητα του Ιωάννη. Δεν τον θεωρεί απατεώνα
ούτε επικίνδυνο επαναστάτη. Ξέρει ότι έχει μπροστά του έναν δίκαιο και άγιο
άνθρωπο. Μάλιστα, «ἡδέως αὐτοῦ ἤκουε». Τον άκουγε με ευχαρίστηση.
Αυτό είναι τραγικό. Ο Ηρώδης ακούει, αλλά δεν
υπακούει. Θαυμάζει, αλλά δεν μετανοεί. Σέβεται τον άγιο, αλλά δεν ακολουθεί την
αλήθεια που ο άγιος κηρύσσει. Η θρησκευτική συγκίνηση δεν αρκεί για τη σωτηρία.
Μπορεί κάποιος να ακούει με ενδιαφέρον τον λόγο του Θεού, να συγκινείται από
την αγιότητα, να αναγνωρίζει το δίκαιο, αλλά να παραμένει δεμένος με το πάθος
του.
Ο Ηρώδης είναι εικόνα του ανθρώπου που βρίσκεται
κοντά στη μετάνοια, αλλά δεν περνά το κατώφλι της. Δεν είναι άθεος. Έχει φόβο,
έχει σεβασμό, έχει κάποια εσωτερική αντίληψη του καλού. Όμως του λείπει η
γενναιότητα της αλλαγής. Και επειδή δεν έχει εσωτερική ελευθερία, γίνεται
τελικά δούλος των περιστάσεων, των παθών, των όρκων και της ανθρώπινης γνώμης.
Η αποτομή του Ιωάννη γίνεται μέσα στο πλαίσιο ενός
συμποσίου: γενέθλια, άρχοντες, χιλίαρχοι, πρώτοι της Γαλιλαίας, χορός,
ευχαρίστηση, επίδειξη δύναμης. Όλα φαίνονται λαμπρά εξωτερικά. Όμως κάτω από
την επιφάνεια υπάρχει ηθική αποσύνθεση. Το συμπόσιο του Ηρώδη είναι εικόνα ενός
κόσμου που γιορτάζει χωρίς Θεό.
Η σκηνή είναι έντονα αντιθετική προς το ήθος της
Βασιλείας του Θεού. Στο τραπέζι του Ηρώδη κυριαρχούν η φιλαρέσκεια, η
αλαζονεία, η σωματική επιθυμία, η πολιτική επίδειξη και ο φόβος της κοινωνικής
ατίμωσης. Στο τραπέζι του Χριστού, αντίθετα, κυριαρχούν η ταπείνωση, η
προσφορά, η συγχώρηση και η ζωή. Ο Ηρώδης προσφέρει θάνατο μέσα σε γιορτή· ο
Χριστός προσφέρει ζωή ακόμη και μέσα από τον Σταυρό.
Η υπόσχεση «ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου» δείχνει
την αλαζονική υπερβολή της εξουσίας. Ο Ηρώδης εμφανίζεται ως κύριος των πάντων,
αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι κύριος ούτε του εαυτού του. Μπορεί να
υπόσχεται μισή βασιλεία, αλλά δεν μπορεί να αντισταθεί στην πίεση μιας στιγμής.
Αυτό είναι το παράδοξο της αμαρτίας: υπόσχεται δύναμη, αλλά γεννά δουλεία.
Όταν η κόρη της Ηρωδιάδας ζητά την κεφαλή του
Ιωάννη «ἐπὶ πίνακι», ο Ηρώδης γίνεται «περίλυπος». Η λύπη του όμως δεν γίνεται
μετάνοια. Δεν λέει «αμάρτησα που ορκίστηκα», ούτε «δεν μπορώ να φονεύσω δίκαιο
άνθρωπο». Αντίθετα, ο Ευαγγελιστής εξηγεί: «διὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς
συνανακειμένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι».
Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ισχυρές θεολογικές
διδασκαλίες της περικοπής. Ο Ηρώδης προτιμά να παραβεί την εντολή του Θεού παρά
να φανεί ασυνεπής μπροστά στους καλεσμένους του. Φοβάται περισσότερο τη γνώμη
των ανθρώπων παρά την κρίση του Θεού. Η ψευδής τιμή γίνεται αιτία φόνου. Ο
κακός όρκος δεν δεσμεύει τον άνθρωπο στο κακό· αντίθετα, πρέπει να αθετείται.
Δεν υπάρχει αρετή στην τήρηση μιας υπόσχεσης που οδηγεί σε αδικία.
Η περικοπή μας διδάσκει ότι η ανθρώπινη
αξιοπρέπεια δεν βρίσκεται στο να μένει κανείς πεισματικά σε μια λανθασμένη
απόφαση, αλλά στο να έχει την ταπείνωση να την αναιρεί όταν οδηγεί στην
αμαρτία. Ο Ηρώδης θα μπορούσε να σώσει τον Ιωάννη. Προτίμησε όμως να σώσει την
εικόνα του. Έχασε έτσι και την εικόνα του και την ψυχή του.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι πρόδρομος του
Χριστού όχι μόνο στη γέννηση, στο κήρυγμα και στο βάπτισμα, αλλά και στο Πάθος.
Ο θάνατός του προεικονίζει το Πάθος του Κυρίου. Και οι δύο παραδίδονται από
άδικη εξουσία. Και οι δύο αναγνωρίζονται ως δίκαιοι από εκείνους που τελικά
επιτρέπουν τον θάνατό τους. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει φόβος της κοινής
γνώμης. Ο Ηρώδης φοβάται τους συνδαιτυμόνες· ο Πιλάτος φοβάται τον όχλο.
Ο Ιωάννης πεθαίνει επειδή μαρτυρεί την αλήθεια. Ο
Χριστός, που είναι η ίδια η Αλήθεια, πεθαίνει για τη σωτηρία του κόσμου. Ο
Πρόδρομος δείχνει με τη ζωή και τον θάνατό του προς τον Χριστό. Όπως είπε «ἴδε ὁ
ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», έτσι και με τον μαρτυρικό θάνατό του προαναγγέλλει ότι ο
δρόμος της αλήθειας περνά από τη θυσία.
Η λεπτομέρεια ότι η κεφαλή του Ιωάννη ζητείται και
προσφέρεται «ἐπὶ πίνακι» είναι συγκλονιστική. Το τραπέζι, που κανονικά είναι
τόπος κοινωνίας, γίνεται τόπος θανάτου. Ο δίσκος, που θα μπορούσε να φέρει
τροφή, φέρει το κεφάλι του προφήτη. Η εικόνα αυτή φανερώνει την απόλυτη
διαστροφή των αξιών. Εκεί όπου ο άνθρωπος χωρίς Θεό ζητά απόλαυση, τελικά
παράγει θάνατο.
Θεολογικά, η σκηνή αυτή αποκαλύπτει τι συμβαίνει
όταν η επιθυμία αποσπάται από την αλήθεια. Η ηδονή γίνεται βία. Η διασκέδαση
γίνεται θυσιαστήριο αδικίας. Η εξουσία γίνεται όργανο φόνου. Η γλώσσα της
υπόσχεσης γίνεται εργαλείο καταστροφής. Όλα όσα φαίνονται λαμπρά στο παλάτι του
Ηρώδη είναι εσωτερικά σκοτεινά.
Απέναντι σε αυτό το τραπέζι της φθοράς στέκεται το
Ευχαριστιακό τραπέζι της Εκκλησίας. Εκεί δεν προσφέρεται η κεφαλή ενός δικαίου
ως θέαμα μίσους, αλλά ο ίδιος ο Χριστός προσφέρει τον εαυτό Του «ὑπὲρ τῆς τοῦ
κόσμου ζωῆς». Η Εκκλησία διαβάζει αυτή την περικοπή μέσα στη Θεία Λειτουργία,
για να μας δείξει την άβυσσο που χωρίζει το συμπόσιο της αμαρτίας από το
Μυστήριο της ζωής.
Η περικοπή κλείνει ήσυχα, χωρίς θόρυβο: «καὶ ἀκούσαντες
οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦλθον καὶ ἦραν τὸ πτῶμα αὐτοῦ, καὶ ἔθηκαν αὐτὸ ἐν μνημείῳ».
Μετά τη βία του παλατιού, έρχεται η σιωπηλή ευσέβεια των μαθητών. Παίρνουν το
σώμα του διδασκάλου τους και το τοποθετούν σε μνημείο. Η πράξη τους είναι πράξη
αγάπης, τιμής και πιστότητας.
Η ταφή του Ιωάννη θυμίζει την ταφή του Χριστού.
Όπως ο Ιωσήφ από Αριμαθαίας θα ζητήσει το σώμα του Κυρίου, έτσι και οι μαθητές
του Ιωάννη φροντίζουν το σώμα του Προδρόμου. Η Εκκλησία βλέπει στο σώμα του
αγίου όχι ένα απλό λείψανο, αλλά σώμα που αγιάστηκε από τη χάρη, την άσκηση,
την προφητεία και το μαρτύριο.
Η σιωπή των μαθητών δεν είναι αδυναμία. Είναι
λειτουργική σιωπή, γεμάτη σεβασμό. Δεν εκδικούνται. Δεν ανταποδίδουν βία στη
βία. Παραδίδουν τον δίκαιο στον Θεό. Έτσι προεικονίζεται το ήθος της Εκκλησίας,
που τιμά τους μάρτυρες όχι με μίσος για τους διώκτες, αλλά με δοξολογία προς
τον Θεό.
***
August 29: Mark
6:14–30
The Gospel
passage for the feast of the Beheading of the precious Head of Saint John the
Forerunner and Baptist is not simply the historical account of an unjust death.
It is a theological revelation of the way in which the truth of God and human
sin come into conflict: prophetic boldness and political cowardice, repentance
and hardness of heart. Through the dramatic account of the Forerunner’s death,
the Evangelist Mark shows us that John was both the preacher of the wilderness
and the witness to the truth unto blood.
The Church
honors the Beheading on August 29 with strict fasting, because this day does
not have the festive character of worldly joy, but rather one of spiritual
reflection. The death of the Forerunner reveals that the truth of God is not
always received with gratitude; often it reproves, disturbs, exposes, and
provokes the violent reaction of those who do not wish to repent.
The passage
begins with the phrase: “King Herod heard of it, for His name had become
known.” The name of Jesus had now become widely known. His miracles, His
teaching, and His authority caused questions and different interpretations.
Some said that He was Elijah, others that He was one of the prophets, while
Herod, troubled by his remorse, believed that John, whom he himself had
beheaded, had risen from the dead.
Herod’s
reaction has deep theological meaning. Sin does not disappear when a person
tries to cover it up. Herod had killed John, but he had not killed the voice of
his own conscience. The Forerunner was now physically dead, yet his word
continued to reproach the king inwardly. The phrase, “John, whom I beheaded,
has been raised,” reveals a soul possessed by fear, guilt, and spiritual
confusion.
Herod does not
see the Messiah in Christ; he sees the nightmare of his own guilt. While others
try to interpret the person of Jesus theologically, Herod interprets Him
through the wound of his own sin. This shows that the heart which does not
repent is unable to know Christ truly. It sees Him through fear, not through
faith.
John was not
imprisoned because he had committed a crime. He was imprisoned because he spoke
the truth. The Evangelist notes: “For John had been saying to Herod, ‘It is not
lawful for you to have your brother’s wife.’” The Forerunner does not attack
Herod out of personal hostility, but speaks as a prophet of God. His word is
simple, clear, and non-negotiable: “It is not lawful for you.”
John reminds us
that even the king stands under the law of God. Authority, wealth, social
position, and political power do not free a person from moral responsibility.
Herod may rule over people, but he cannot abolish the commandment of God.
Here the
Forerunner reveals the true meaning of prophecy. The prophet is not simply
someone who foretells future events. He is the one who sees reality in the
light of God and calls the human person to repentance. The voice of John
continues the voice of the Old Testament, while also serving as the prologue to
the Gospel. Just as he said in the wilderness, “Repent,” so also before Herod
he speaks the same truth in another form: you cannot live as though God does
not exist.
Herodias is
presented as a person who cannot bear correction. The Evangelist writes: “And
Herodias had a grudge against him and wanted to kill him.” The verb indicates
inward resentment and lasting hostility. Herodias is not satisfied with
silencing John; she wants him to disappear. Sin, when it does not lead to
repentance, becomes hatred toward the one who exposes it.
Here we see a
deep spiritual phenomenon: the person who does not wish to change his life
begins to fight both the commandment and the bearer of the commandment. He does
not say, “Let me repent,” but rather, “Let the one who reproves me be
silenced.” Herodias does not seek healing; she seeks revenge. She does not want
to be freed from her passion; she wants to impose silence upon the truth.
Her attitude is
an image of hardness of heart. Herod appears weak, divided, and afraid.
Herodias appears more determined in evil. He listens to John “gladly”; she
hates him. He still has traces of reverence; she has surrendered herself to the
dark desire for destruction.
The passage is
especially revealing concerning Herod. Mark writes that “Herod feared John,
knowing that he was a righteous and holy man.” Herod recognizes John’s
holiness. He does not consider him a deceiver or a dangerous rebel. He knows
that before him stands a righteous and holy man. Indeed, “he heard him gladly.”
He listened to him with pleasure.
This is tragic.
Herod listens, but he does not obey. He admires, but he does not repent. He
respects the holy man, but he does not follow the truth that the holy man
proclaims. Religious emotion is not enough for salvation. A person may listen
with interest to the word of God, be moved by holiness, recognize what is
right, and yet remain bound to his passion.
Herod is an
image of the person who is close to repentance, but does not cross its
threshold. He is not an atheist. He has fear, he has reverence, he has some
inner perception of the good. Yet he lacks the courage to change. And because
he has no inner freedom, he finally becomes a slave of circumstances, passions,
oaths, and human opinion.
The beheading
of John takes place within the setting of a banquet: birthday celebrations,
rulers, military officers, leading men of Galilee, dancing, pleasure, and the
display of power. Everything appears splendid outwardly. Yet beneath the
surface there is moral decay. Herod’s banquet is an image of a world that
celebrates without God.
The scene
stands in sharp contrast to the ethos of the Kingdom of God. At Herod’s table
there reign vanity, arrogance, bodily desire, political display, and fear of
public disgrace. At the table of Christ, by contrast, there reign humility,
self-offering, forgiveness, and life. Herod offers death in the midst of a
feast; Christ offers life even through the Cross.
The promise,
“up to half of my kingdom,” shows the arrogant excess of power. Herod appears
to be master of everything, but in reality he is not even master of himself. He
can promise half his kingdom, but he cannot resist the pressure of a single
moment. This is the paradox of sin: it promises power, but gives birth to
slavery.
When the
daughter of Herodias asks for the head of John “on a platter,” Herod becomes
“deeply grieved.” Yet his grief does not become repentance. He does not say, “I
have sinned by swearing this oath,” nor, “I cannot murder a righteous man.”
Instead, the Evangelist explains: “because of his oaths and his guests, he did
not wish to refuse her.”
Here we find
one of the strongest theological teachings of the passage. Herod prefers to
transgress the commandment of God rather than appear inconsistent before his
guests. He fears human opinion more than the judgment of God. False honor
becomes the cause of murder. An evil oath does not bind a person to evil; on
the contrary, it must be broken. There is no virtue in keeping a promise that
leads to injustice.
The passage
teaches us that human dignity is not found in stubbornly remaining with a wrong
decision, but in having the humility to reverse it when it leads to sin. Herod
could have saved John. Instead, he preferred to save his image. In this way he
lost both his image and his soul.
Saint John the
Forerunner is the Forerunner of Christ in His birth, preaching, and baptism,
and also in His Passion. John’s death prefigures the Passion of the Lord. Both
are handed over by unjust authority. Both are recognized as righteous by those
who ultimately allow their death. In both cases there is fear of public
opinion. Herod fears those reclining at table with him; Pilate fears the crowd.
John dies
because he bears witness to the truth. Christ, who is Truth itself, dies for
the salvation of the world. Through his life and death, the Forerunner points
to Christ. Just as he said, “Behold, the Lamb of God,” so also through his
martyrdom he proclaims in advance that the path of truth passes through
sacrifice.
The detail that
John’s head is requested and offered “on a platter” is shocking. The table,
which normally is a place of communion, becomes a place of death. The platter,
which could have carried food, carries the head of the prophet. This image
reveals the complete distortion of values. Where the person without God seeks
pleasure, he ultimately produces death.
Theologically,
this scene reveals what happens when desire is cut off from truth. Pleasure
becomes violence. Entertainment becomes an altar of injustice. Authority
becomes an instrument of murder. The language of promise becomes a tool of
destruction. Everything that appears splendid in Herod’s palace is inwardly
dark.
Opposite this
table of corruption stands the Eucharistic table of the Church. There, the head
of a righteous man is not offered as a spectacle of hatred; rather, Christ
Himself offers Himself “for the life of the world.” The Church reads this
passage within the Divine Liturgy in order to show us the abyss that separates
the banquet of sin from the Mystery of life.
The passage
closes quietly, without noise: “And when his disciples heard of it, they came
and took his body and laid it in a tomb.” After the violence of the palace
comes the silent reverence of the disciples. They take the body of their
teacher and place it in a tomb. Their act is an act of love, honor, and
faithfulness.
The burial of
John recalls the burial of Christ. Just as Joseph of Arimathea would ask for
the body of the Lord, so also the disciples of John care for the body of the
Forerunner. The Church sees in the body of the saint not a mere relic, but a
body sanctified by grace, ascetic struggle, prophecy, and martyrdom.
The silence of
the disciples is not weakness. It is liturgical silence, filled with reverence.
They do not take revenge. They do not return violence for violence. They
entrust the righteous one to God. In this way the ethos of the Church is
prefigured: she honors the martyrs without hatred for their persecutors, but
with doxology to God.

1 σχόλιο:
Πολύ διαφωτιστική η ανάλυση. Ευχαριστώ
Δημοσίευση σχολίου