Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Το «ἑνὸς ἐστι χρεία» και ο πειρασμός της αυτονόμησης του ποιμαντικού έργου - π. Χριστοφόρου Χρόνη

 

Το «ἑνὸς ἐστι χρεία» 
και ο πειρασμός της αυτονόμησης του ποιμαντικού έργου
 
Πρωτοπρεσβυτέρου Χριστοφόρου Χρόνη
Επικ. Καθηγητή Θεολογικής Σχολής-
Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ

1


         Στην ευαγγελική περικοπή της αποδόσεως της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο Χριστός εισέρχεται σε ένα σπίτι της Βηθανίας, όπου τον υποδέχονται δύο αδελφές, η Μάρθα και η Μαρία. Η σκηνή είναι σύντομη, όμως η θεολογική της πυκνότητα είναι μεγάλη. Η Μάρθα ανοίγει την πόρτα στον Κύριο και αμέσως επιδίδεται στη φροντίδα της φιλοξενίας. Η Μαρία κάθεται στα πόδια Του και ακούει τον λόγο Του. Όταν η Μάρθα διαμαρτύρεται για την αδράνεια της αδελφής της, ο Κύριος απαντά: «Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία.»[1] Η φράση αυτή, παρά την ερμηνευτική της δυσκολία, αποκαλύπτει το κέντρο βάρους ολόκληρης της πνευματικής ζωής. Δεν θα υπερβάλλαμε αν υποστηρίζαμε ότι ολόκληρος ο Χριστιανισμός καταλήγει τελικά σε ένα και μόνο πράγμα, στο να ρωτάει κανείς τι θέλει ο Χριστός και να το πράττει.[2] Το «ένα» γίνεται κατανοητό αμέσως, σχεδόν διαισθητικά. Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στην καθημερινή του τήρηση, τις ώρες εκείνες που υποχρεώσεις, φροντίδες και έγνοιες, διεκδικώντας η καθεμιά τη σειρά της, συνωστίζονται γύρω από την προσοχή μας.

       Από το ιερό κείμενο φαίνεται ότι η ψυχή της Μάρθας είναι μοιρασμένη. Ανήκει στον Χριστό, ανήκει όμως και στα «πολλά», και γι’ αυτό βρίσκεται σε μόνιμη ανησυχία. Γι’ αυτό και ο Χριστός αποκαλεί την Μάρθα δύο φορές με το όνομά της «Μάρθα, Μάρθα», που στην ουσία σημαίνει «καημένη Μάρθα...». Η διακονία της Μάρθας παραμένει αγαθή καθεαυτήν. Το πρόβλημα εντοπίζεται στη σειρά προτεραιότητας που δίνει η Μάρθα στα πράγματα γύρω της, μια σειρά που αφήνει τον ίδιο τον Χριστό στο περιθώριο της προσοχής της.

        Αντίθετα με τη Μάρθα, η αδερφή της η Μαρία κάθεται και ακούει. Η στάση της αποτελεί την πληρέστερη μορφή προσοχής. Δεν υπολογίζει, δεν μοιράζει την ενέργειά της ανάμεσα στα «πολλά» και στο «ένα». Επιλέγει, κατά τη διατύπωση του Ευαγγελίου, «τὴν ἀγαθὴν μερίδα», εκείνη που δεν αφαιρείται. Η προσφορά της ξεπερνά την υπηρεσία. Δίνει τον εαυτό της, με μια εμπιστοσύνη που θα μπορούσε να ονομαστεί «άλμα πίστεως».[3] Ο Χριστός βρίσκεται «καθ’ οδόν» προς την Ιερουσαλήμ, προς τον σταυρό. Η οδός αυτή υπερβαίνει τη γεωγραφική μετακίνηση. Σημαίνει να συνοδεύει κανείς τον Χριστό ως τον θάνατο του παλαιού εαυτού.     Κάθε προσπάθεια πνευματικού κατορθώματος, κάθε ιδέα ότι η αιώνια ζωή κερδίζεται με τη δική μας δράση, οφείλει να πεθάνει σε αυτή την οδό. Η Μαρία, καθισμένη στα πόδια του Κυρίου, βρίσκεται ήδη επάνω σε αυτή την οδό, γιατί έχει καταλάβει πως η οδός συνιστά σχέση και όχι έργο. Εκείνο που ζητά πράγματι ο Κύριος είναι η ολική παράδοση του εαυτού μας σε Εκείνον, ώστε, αφήνοντας κατά μέρος τη φρενήρη θρησκευτική δραστηριότητα που στηρίζεται στις δικές μας δυνάμεις, να ενεργεί ο Ίδιος μέσα μας.[4]

        Η Μάρθα βέβαια δεν παραμένει δέσμια της μέριμνάς της. Σε αντίθεση με τον αμετανόητο Ιούδα, η Μάρθα αργότερα άκουσε και έμαθε. Την βλέπουμε αργότερα στο περιστατικό της ανάστασης του αδελφού της Λαζάρου να ομολογεί στον Χριστό, «γνωρίζω ότι θα αναστηθεί ο αδελφός μου»,[5] μια ομολογία πίστης που δείχνει πόσο έχει ωριμάσει η σχέση της μαζί Του. Η νουθεσία που δέχτηκε στο σπίτι της από τον Χριστό την αφύπνισε την κατάλληλη στιγμή. Αυτό αποτελεί παρηγοριά για κάθε άνθρωπο που αναγνωρίζει στον εαυτό του τη διάθεση της Μάρθας, γιατί δείχνει ότι η πορεία από τη μέριμνα προς την πίστη παραμένει πάντοτε ανοιχτή.

Η θεολογική σημασία του «ἑνὸς ἐστι χρεία» εκτείνεται πέρα από την προσωπική ευσέβεια. Αφορά τη δομή ολόκληρης της χριστιανικής ζωής, ατομικής και εκκλησιαστικής. Όταν η διακονία και η φιλανθρωπία αποσυνδέονται από την προσωπική σχέση με τον Χριστό, μετατρέπονται σε μέριμνα χωρίς κέντρο. Πολλαπλασιάζονται οι δραστηριότητες. Η πηγή, όμως, στερεύει. Η Εκκλησία γνωρίζει καλά αυτόν τον πειρασμό, ιδίως σε εποχές όπου η αποτελεσματικότητα και η οργάνωση θεωρούνται σημάδια πνευματικής ζωντάνιας.

2

        Στην ποιμαντική πράξη συναντούμε συνεχώς ανθρώπους με τη διάθεση της Μάρθας, αφοσιωμένους σε έργα αγάπης και σε διακονίες της ενορίας, οι οποίοι αισθάνονται μια εσωτερική ξηρασία. Ο Κύριος δεν ζητά από τη Μάρθα να σταματήσει τη φιλοξενία της. Της ζητά να θυμηθεί γιατί την προσφέρει. Η διακονία που πηγάζει από τη σχέση με τον Χριστό γεννά ειρήνη ακόμη και μέσα στον κόπο. Η διακονία που Τον υποκαθιστά γεννά άγχος, ακόμη και όταν ο σκοπός της φαίνεται ιερός. Ο πνευματικός πατέρας καλείται συχνά να βοηθήσει τον πιστό να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ζωής του από το «πολλά» στο «ένα». Αυτό δεν σημαίνει απραξία. Η προσευχή, η μελέτη του λόγου του Θεού και η σιωπηλή παραμονή ενώπιον του Χριστού, όπως τη ζει η Μαρία, αποτελούν την προϋπόθεση για κάθε γνήσια διακονία προς τον πλησίον. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, η προσφορά στον πλησίον κινδυνεύει να γίνει μία ακόμη μορφή αυτοδικαίωσης, όσο ευγενής και αν φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων.

        Η ίδια αλήθεια αφορά και την ενοριακή ζωή στο σύνολό της. Μια ενορία μπορεί να διαθέτει πλούσιο πρόγραμμα φιλανθρωπίας, κατηχητικά σχολεία, ομιλίες και εκδηλώσεις, χωρίς αυτό να εγγυάται πνευματική καρποφορία. Μπορεί να υπάρχει πνευματική υπερδραστηριότητα χωρίς όμως πνευματικό βάθος. Η καρποφορία εξαρτάται από το αν όλα αυτά τα έργα εκπηγάζουν από τη μυστηριακή και προσευχητική σχέση με τον Χριστό ή αν λειτουργούν παράλληλα με αυτήν, ως ξεχωριστό τομέα δραστηριότητας. Ο ιερέας που παρασύρεται στη λογική της Μάρθας, στη λογική της συνεχούς παραγωγής έργου, κινδυνεύει να χάσει την ίδια την πηγή από την οποία αντλεί το νόημα της διακονίας του. Η υπενθύμιση του Κυρίου προς τη Μάρθα ισχύει εξίσου για τον σημερινό ποιμένα, ο οποίος καλείται να φροντίζει πρώτα τη δική του παραμονή στα πόδια του Χριστού, πριν καλέσει άλλους να Τον ακολουθήσουν.

        Ο κίνδυνος που κρύβεται πίσω από την καλή ποιμαντική δραστηριότητα ξεπερνά την απλή κόπωση ή την έλλειψη χρόνου, συνιστώντας στην πραγματικότητα μία σιωπηλή μετατόπιση του κέντρου. Το ίδιο το έργο της διακονίας, φέροντας ιερή προέλευση, μπορεί ανεπαίσθητα να καταλάβει στην καρδιά του ποιμένα τη θέση που ανήκει αποκλειστικά στον Χριστό.[6] Η αφοσίωση στο πρόγραμμα, στην επιτυχία των εκδηλώσεων, στον αριθμό των ενοριτών που εξυπηρετούνται, αρχίζει τότε να λειτουργεί ως πηγή νοήματος αυτόνομη, ανεξάρτητη από την προσευχητική σχέση από την οποία γεννήθηκε. Η διακονία γίνεται έτσι είδωλο, παύοντας να παραπέμπει πέρα από τον εαυτό της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι καθεαυτήν κακή. Η υπενθύμιση του Κυρίου προς τη Μάρθα διαφυλάσσει ακριβώς αυτήν τη διάκριση, ζητώντας η διακονία να παραμείνει δεύτερη σε σχέση με το πρόσωπό Του, όχι λιγότερη ως ποσότητα. Ο ποιμένας που το ξεχνά αυτό αρχίζει να υπηρετεί την ίδια τη διακονία του σαν να ήταν αυτή το ζητούμενο, ενώ το μόνο πραγματικά αναγκαίο παραμένει το πρόσωπο του Χριστού, στο οποίο και η διακονία οφείλει να οδηγεί.

        Πέρα από κάθε αρετή ανάμεσα σε άλλες, πέρα από κάθε τεχνική πνευματικής ζωής, το «ἑνὸς δέ ἐστι χρεία» ταυτίζεται με το ίδιο το πρόσωπο του Χριστού. Η αγιότητα ελκύει την καρδιά μόνο καθώς αντανακλά την ομορφιά Εκείνου, δανειζόμενη ολόκληρη τη λάμψη της από Αυτόν. Η επιλογή της Μαρίας υπερβαίνει μία απλή στάση ζωής, εγκολπώνοντας ένα πρόσωπο, και σε αυτή ακριβώς την επιλογή βρίσκει «τὴν ἀγαθὴν μερίδα» που δεν της αφαιρείται. Η συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή, καλώντας μας να επιστρέψουμε όπως η Μαρία, μας οδηγεί στα πόδια Εκείνου που παραμένει το μόνο πράγματι αναγκαίο.



[1] Λουκ. 10, 41-42.
[2] Peter Kreeft, Jesus Shock, Beacon Publishing, Erlanger Kentucky 2012, σ. 31.
[3] στο ίδιο σ. 69.
[4] Michael Wilcock, The Message of Luke (The Bible Speaks Today Series), InterVarsity Press, epub edition, σ. 87.
[5] Ιω. 11,24.
[6] John Piper, Brothers, we are not Professionals, B&H Publishing Group, Nashville, Tennessee 2013, epub edition, σ. 52-54.

Δεν υπάρχουν σχόλια: