Επιστροφή για λίγο στην Αθήνα.
Και μαζί με τις βαλίτσες, τα ρούχα και όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που κουβαλάς επιστρέφοντας από λίγες μέρες μακριά, με περίμενε κι ένα δέμα στο ταχυδρομείο.
Πήγα λοιπόν να το παραλάβω, με χαρά και με εκείνη τη διάθεση του τουρίστα που ανακαλύπτει την άδεια πόλη του σαν να τη βλέπει για πρώτη φορά. Μάλλον όμως η επιστροφή στη μεγάλη πόλη και η σκληρότητά της μού κάθισαν αυτή τη φορά κάπως βαριά.
Μπροστά μου στην ουρά στεκόταν ένας ηλικιωμένος
κύριος. Ένας γλυκός παππούς, γύρω στα ογδόντα με ενενήντα. Ευγενικός,
περιποιημένος, περήφανος. Με λευκά μαλλιά και ακουστικά βαρηκοΐας και στα δύο
του αυτιά.
Προσπαθούσε να στείλει ένα δέμα.
Μιλούσε με ευγένεια και σεβασμό. Προσπαθούσε να εξηγήσει τι ήθελε, έδειχνε τα χαρτιά του, επαναλάμβανε ότι είχε στείλει το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά.
Απέναντί του, όμως, συναντούσε έναν τρόπο απότομο. Ψυχρό. Απαξιωτικό. Σχεδόν χωρίς ένα βλέμμα.
Δεν έχει σημασία να σας πω τι ακριβώς προσπαθούσε να στείλει. Σημασία έχει ότι αυτό που ζητούσε ήταν απολύτως λογικό. Και τελικά, με την παρέμβαση μιας άλλης κυρίας που εργαζόταν εκεί, το δέμα του στάλθηκε κανονικά.
Στο τέλος, όταν πήρε τα ρέστα του, ευχαρίστησε την κυρία στο ταμείο.
Όταν πήρε την απόδειξη, την ευχαρίστησε για δεύτερη φορά.
Δεν πήρε πίσω όμως ούτε ένα «παρακαλώ». Ούτε ένα χαμόγελο. Ούτε ένα βλέμμα ευγένειας και σεβασμού.
Ύστερα ήρθε η σειρά μου.
Η ίδια ακριβώς υπάλληλος με εξυπηρέτησε ευγενικά. Κανονικά μάλλον. Όπως θα περίμενε κανείς να εξυπηρετείται ένας άνθρωπος.
Εγώ, όμως, δεν κατάφερα να είμαι το ίδιο. Ήμουν τυπικός. Και μέσα μου το αίμα μου έβραζε γι’ αυτή τη διαφορετική συμπεριφορά.
Και ίσως αυτό να με πείραξε ακόμη περισσότερο. Γιατί ο παππούς που είχε σταθεί πριν από μένα δεν ζητούσε τίποτα περισσότερο από εμένα.
Χρειαζόταν απλώς λίγο περισσότερο χρόνο. Χρειαζόταν να εξυπηρετηθεί.
Χρειαζόταν έναν άνθρωπο απέναντί του που να κάνει αυτό που ούτως ή άλλως ήταν εκεί για να κάνει: να τον βοηθήσει, με διάθεση και σεβασμό…
Δεν ξέρω. Ίσως εγώ να έχω γίνει πιο ευαίσθητος όσο
μεγαλώνω. Ίσως να με έχει επηρεάσει το γεγονός ότι αυτόν τον καιρό γράφω ένα
παραμύθι για μια γιαγιά. Ίσως απλώς να αντιλαμβάνομαι πια τον κόσμο
διαφορετικά. Ίσως και να έχω άδικο…
Απλώς δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι ζούμε σε έναν
κόσμο όπου μπορούμε να μιλάμε έτσι σε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο. Σε έναν παππού
που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μας. Ο παππούς μας. Έναν άνθρωπο που κάποτε
ήταν κι εκείνος νέος, γρήγορος, δυνατός. Και που σήμερα μπορεί να χρειάζεται
απλώς μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω από εμάς.
Και ξέρετε τι σκέφτηκα φεύγοντας και με πλήγωσε;
Ότι εδώ και τόσα χρόνια έχω μπει σε δεκάδες σχολεία. Έχω βρεθεί απέναντι σε
χιλιάδες παιδιά και τους έχω μιλήσει για την αγάπη, τον σεβασμό, την αποδοχή.
Τους έχω πει να βοηθούν εκείνον που δυσκολεύεται. Να στέκονται δίπλα σε εκείνον
που τους έχει ανάγκη. Να προσπαθούν να κάνουν τον κόσμο γύρω τους λίγο πιο
ανθρώπινο.
Και ύστερα έρχεται μια τόσο μικρή, καθημερινή στιγμή και νιώθω σαν να ακυρώνει όλα όσα προσπαθούμε να τους μάθουμε.
Γιατί τελικά τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από αυτά που τους λέμε.
Μαθαίνουν κυρίως από τον κόσμο που τους δείχνουμε!
Κι αν θέλουμε να τους μάθουμε να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι, ίσως πρέπει πρώτα να θυμηθούμε εμείς πώς είναι να είμαστε Άνθρωποι!
Τίποτα άλλο, μόνο αυτό!
Καλημέρα!
Υ.Σ. Στάλθηκε επίσημη καταγγελία προς τα ΕΛΤΑ
αμέσως μόλις βγήκα από το κατάστημα.
Χρήστος Δασκαλάκης
Και μαζί με τις βαλίτσες, τα ρούχα και όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που κουβαλάς επιστρέφοντας από λίγες μέρες μακριά, με περίμενε κι ένα δέμα στο ταχυδρομείο.
Πήγα λοιπόν να το παραλάβω, με χαρά και με εκείνη τη διάθεση του τουρίστα που ανακαλύπτει την άδεια πόλη του σαν να τη βλέπει για πρώτη φορά. Μάλλον όμως η επιστροφή στη μεγάλη πόλη και η σκληρότητά της μού κάθισαν αυτή τη φορά κάπως βαριά.
Προσπαθούσε να στείλει ένα δέμα.
Μιλούσε με ευγένεια και σεβασμό. Προσπαθούσε να εξηγήσει τι ήθελε, έδειχνε τα χαρτιά του, επαναλάμβανε ότι είχε στείλει το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά.
Απέναντί του, όμως, συναντούσε έναν τρόπο απότομο. Ψυχρό. Απαξιωτικό. Σχεδόν χωρίς ένα βλέμμα.
Δεν έχει σημασία να σας πω τι ακριβώς προσπαθούσε να στείλει. Σημασία έχει ότι αυτό που ζητούσε ήταν απολύτως λογικό. Και τελικά, με την παρέμβαση μιας άλλης κυρίας που εργαζόταν εκεί, το δέμα του στάλθηκε κανονικά.
Στο τέλος, όταν πήρε τα ρέστα του, ευχαρίστησε την κυρία στο ταμείο.
Όταν πήρε την απόδειξη, την ευχαρίστησε για δεύτερη φορά.
Δεν πήρε πίσω όμως ούτε ένα «παρακαλώ». Ούτε ένα χαμόγελο. Ούτε ένα βλέμμα ευγένειας και σεβασμού.
Η ίδια ακριβώς υπάλληλος με εξυπηρέτησε ευγενικά. Κανονικά μάλλον. Όπως θα περίμενε κανείς να εξυπηρετείται ένας άνθρωπος.
Εγώ, όμως, δεν κατάφερα να είμαι το ίδιο. Ήμουν τυπικός. Και μέσα μου το αίμα μου έβραζε γι’ αυτή τη διαφορετική συμπεριφορά.
Και ίσως αυτό να με πείραξε ακόμη περισσότερο. Γιατί ο παππούς που είχε σταθεί πριν από μένα δεν ζητούσε τίποτα περισσότερο από εμένα.
Χρειαζόταν απλώς λίγο περισσότερο χρόνο. Χρειαζόταν να εξυπηρετηθεί.
Χρειαζόταν έναν άνθρωπο απέναντί του που να κάνει αυτό που ούτως ή άλλως ήταν εκεί για να κάνει: να τον βοηθήσει, με διάθεση και σεβασμό…
Και ύστερα έρχεται μια τόσο μικρή, καθημερινή στιγμή και νιώθω σαν να ακυρώνει όλα όσα προσπαθούμε να τους μάθουμε.
Γιατί τελικά τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από αυτά που τους λέμε.
Μαθαίνουν κυρίως από τον κόσμο που τους δείχνουμε!
Κι αν θέλουμε να τους μάθουμε να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι, ίσως πρέπει πρώτα να θυμηθούμε εμείς πώς είναι να είμαστε Άνθρωποι!
Χρήστος Δασκαλάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου