Άκουσα σήμερα μια κουβέντα που είχε πει ο άνθρωπος που έφυγε ξαφνικά
από αυτή τη ζωή:
«Η πίστη και η πίστα με έσωσε».
Και τον πόνεσα.
Δεν τον γνώριζα τον άνθρωπο και δεν ξέρω την καρδιά του. Την καρδιά του ανθρώπου μόνο ο Θεός τη γνωρίζει. Μπορεί εκεί που εμείς βλέπουμε σκοτάδι, ο Θεός να βλέπει ένα μικρό καντηλάκι που ακόμη καίει. Και μπορεί εκεί που εμείς βλέπουμε ευσέβεια, ο Θεός να βλέπει μεγάλο εγωισμό. Γι’ αυτό άνθρωπο δεν κρίνουμε.
Την κουβέντα όμως μπορούμε να την κοιτάξουμε.
Η πίστη και η πίστα.
Δυο λέξεις που μοιάζουν τόσο πολύ και μπορεί να δείχνουν δύο δρόμους που πηγαίνουν σε αντίθετες κατευθύνσεις.
Γιατί, παιδί μου, δεν είναι εύκολο να δώσεις την καρδιά σου και στον Χριστό και στον κόσμο. Δεν λέω ότι ο τραγουδιστής δεν μπορεί να πιστεύει. Ούτε ότι η τέχνη είναι αμαρτία. Αυτά είναι ανοησίες. Μπορεί ένας άνθρωπος που τραγουδά τη νύχτα να έχει περισσότερη μετάνοια από εμένα που κάθομαι στο κελί μου.
Και τον πόνεσα.
Δεν τον γνώριζα τον άνθρωπο και δεν ξέρω την καρδιά του. Την καρδιά του ανθρώπου μόνο ο Θεός τη γνωρίζει. Μπορεί εκεί που εμείς βλέπουμε σκοτάδι, ο Θεός να βλέπει ένα μικρό καντηλάκι που ακόμη καίει. Και μπορεί εκεί που εμείς βλέπουμε ευσέβεια, ο Θεός να βλέπει μεγάλο εγωισμό. Γι’ αυτό άνθρωπο δεν κρίνουμε.
Την κουβέντα όμως μπορούμε να την κοιτάξουμε.
Η πίστη και η πίστα.
Δυο λέξεις που μοιάζουν τόσο πολύ και μπορεί να δείχνουν δύο δρόμους που πηγαίνουν σε αντίθετες κατευθύνσεις.
Γιατί, παιδί μου, δεν είναι εύκολο να δώσεις την καρδιά σου και στον Χριστό και στον κόσμο. Δεν λέω ότι ο τραγουδιστής δεν μπορεί να πιστεύει. Ούτε ότι η τέχνη είναι αμαρτία. Αυτά είναι ανοησίες. Μπορεί ένας άνθρωπος που τραγουδά τη νύχτα να έχει περισσότερη μετάνοια από εμένα που κάθομαι στο κελί μου.
Άλλο όμως το τραγούδι και άλλο το φρόνημα μιας
ζωής.
Όταν μια ολόκληρη ζωή στηρίζεται στο να σε κοιτάζουν, να σε χειροκροτούν, να σε επιθυμούν, να είσαι πρώτος, να γεμίζει ο χώρος για σένα, να ανάβουν τα φώτα επάνω σου, τότε θέλει πολλή προσοχή.
Γιατί ο Χριστός κινείται από την άλλη μεριά.
Ο κόσμος σου λέει: «Να σε βλέπουν».
Ο Χριστός: «Κρύψου».
Ο κόσμος: «Να σε χειροκροτούν».
Ο Χριστός: «Ταπεινώσου».
Ο κόσμος: «Να σε επιθυμούν».
Ο Χριστός: «Αγάπησε».
Ο κόσμος: «Γίνε κάποιος».
Και ο Χριστός σου λέει:
«Γίνε δικός Μου».
Ε, πώς να μη σχιστεί η καρδιά όταν την τραβούν δύο αφεντικά;
Αυτό είναι το δράμα του ανθρώπου. Όχι ενός τραγουδιστή. Όλων μας.
Γιατί κι εμείς μπορεί να μην ανεβαίνουμε σε πίστα, αλλά έχουμε φτιάξει μικρές πίστες παντού. Στη δουλειά μας, στο σπίτι μας, στην Εκκλησία, ακόμη και στην πνευματική ζωή. Θέλουμε να μας βλέπουν, να μας αναγνωρίζουν, να μας λένε καλούς, σπουδαίους, πνευματικούς.
Και ύστερα λέμε ότι αγαπάμε τον Χριστό.
Καλά, τον Χριστό πότε θα Τον αφήσουμε να μας αδειάσει;
Γιατί ο Χριστός δεν προστίθεται στη ζωή μας όπως προσθέτουμε ακόμη ένα πράγμα. Δεν λες «έχω τη δουλειά μου, έχω τη δόξα μου, έχω τις απολαύσεις μου, έχω και τον Χριστό».
Ο Χριστός δεν ζητά μια θέση στη ζωή μας. Ζητά την καρδιά.
Όχι ένα δωμάτιο της καρδιάς.
Όλη.
Και εκεί αρχίζει ο πόνος.
Γιατί μπορεί ένας άνθρωπος να πιστεύει πραγματικά στον Θεό και συγχρόνως να αγαπά έναν τρόπο ζωής που τον τραβά μακριά Του. Να κάνει τον σταυρό του και ύστερα να επιστρέφει σε έναν κόσμο όπου ο έρωτας γίνεται κατοχή, το σώμα εμπόρευμα, η εγκατάλειψη εκδίκηση, η μέθη παρηγοριά και η απελπισία τραγούδι.
Δεν λέω ότι κάθε τραγούδι είναι έτσι.
Λέω ότι ο κόσμος μπορεί να κάνει ακόμη και την πληγή θέαμα.
Και τότε συμβαίνει κάτι φοβερό. Ο άνθρωπος ζητά από τον Θεό να θεραπεύσει εκείνο που ο ίδιος εξακολουθεί να τρέφει.
Ε, πώς να αναπαυθεί;
Είναι σαν να έχεις μια πληγή και με το ένα χέρι να βάζεις φάρμακο και με το άλλο να την ξύνεις.
Και μετά να λες:
«Γιατί δεν κλείνει;»
Πώς να κλείσει, ευλογημένε μου;
Αυτό είναι το κοσμικό φρόνημα. Δεν είναι ότι φόρεσες ωραία ρούχα ή ότι τραγούδησες ή ότι γέλασες. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι να μάθει η καρδιά να ζητά από τον κόσμο εκείνο που μόνο ο Θεός μπορεί να της δώσει.
Να ζητά αγάπη από το χειροκρότημα.
Αξία από τη δημοσιότητα.
Παρηγοριά από την ηδονή.
Αθανασία από τη φήμη.
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη απάτη.
Γιατί κάποια ώρα τα φώτα σβήνουν.
Ο κόσμος που πριν από λίγο φώναζε το όνομά σου πηγαίνει σπίτι του. Η αίθουσα αδειάζει. Οι μουσικοί μαζεύουν τα όργανα. Οι άνθρωποι φεύγουν. Το χειροκρότημα σταματά.
Και μένεις μόνος.
Εκεί φαίνεται ποιος σε κρατούσε πραγματικά.
Γι’ αυτό αυτή η φράση, «η πίστη και η πίστα με έσωσε», μου προκαλεί πόνο.
Η πίστα μπορεί να σε κράτησε όρθιο. Μπορεί να σου έδωσε εργασία, δημιουργία, ανθρώπους, χαρά, έναν λόγο να σηκώνεσαι το πρωί. Δεν τα περιφρονούμε αυτά.
Αλλά μη μπερδεύουμε τις λέξεις.
Σωτηρία είναι άλλο πράγμα.
Σωτηρία δεν είναι απλώς να αντέξεις τη ζωή.
Σωτηρία είναι να ενωθείς με τον Χριστό.
Και εκεί δεν χωρούν δύο σωτήρες.
Ο κόσμος μπορεί να σε παρηγορήσει. Μπορεί να σε διασκεδάσει, να σε δοξάσει, να φωνάξει το όνομά σου, ακόμη και να σε αγαπήσει με τον τρόπο του.
Ένα πράγμα δεν μπορεί.
Δεν μπορεί να κατέβει μαζί σου στον τάφο.
Ο Χριστός κατέβηκε.
Αυτό είναι το φοβερό μυστήριο του Χριστιανισμού. Εκεί όπου τελειώνουν οι ανθρώπινες δυνατότητες, εκεί όπου σταματά το χειροκρότημα, η ομορφιά, η φωνή, το σώμα, η επιτυχία, η αποτυχία, ακόμη και η αναπνοή, Εκείνος έχει ήδη κατεβεί.
Γι’ αυτό δεν θα πω για τον άνθρωπο που έφυγε ούτε «σώθηκε» ούτε «χάθηκε».
Ποιος είμαι εγώ να το πω;
Μπορεί ένα δάκρυ που κανείς δεν είδε, ένα «Χριστέ μου» που ειπώθηκε μόνο μέσα στην καρδιά, μια στιγμή αληθινής συντριβής να έχει ενώπιον του Θεού μεγαλύτερο βάρος από ολόκληρη τη δική μου τακτοποιημένη ευσέβεια.
Αλλά για εμάς που μείναμε, η κουβέντα αυτή είναι ένα μεγάλο μάθημα.
Γιατί κάποια ημέρα θα σβήσει και η δική μας πίστα.
Όποια κι αν είναι.
Το γραφείο μας. Η έδρα μας. Η επιχείρησή μας. Η θέση μας. Η ομορφιά μας. Το όνομά μας. Ακόμη και η μικρή πνευματική εικόνα που φτιάξαμε για τον εαυτό μας.
Όλα θα σβήσουν.
Και τότε δεν θα μείνει αυτό που φαινόμασταν.
Θα μείνει αυτό που αγαπήσαμε.
Γι’ αυτό σήμερα δεν θέλω να κρίνω εκείνον.
Θέλω να φοβηθώ για εμένα.
Γιατί για εκείνον η πίστα έσβησε.
Για εμένα ακόμη παίζει η μουσική.
Και αυτή είναι η επικίνδυνη ώρα.
Νομίζεις ότι έχεις καιρό.
Νομίζεις ότι μπορείς να κρατήσεις λίγο τον κόσμο, λίγο τον Χριστό, λίγο το θέλημά σου, λίγο τη μετάνοια, και κάποτε αργότερα θα τα τακτοποιήσεις.
Μα η καρδιά, παιδί μου, δεν έχει δύο θρόνους.
Κάποιος κάθεται επάνω.
Και όλη η πνευματική ζωή είναι να καταλάβεις ποιος.
Τώρα λοιπόν έσβησε η πίστα.
Και έμεινε η πίστη.
Και εμείς ας μη ρωτήσουμε τι βρήκε εκείνος μπροστά του. Αυτό ανήκει στο έλεος και στην κρίση του Θεού.
Ας ρωτήσουμε κάτι δυσκολότερο:
Όταν σβήσουν τα δικά μας φώτα, τι θα μείνει από εμάς;
μ. Θεόκτιστος ο Κρής
Όταν μια ολόκληρη ζωή στηρίζεται στο να σε κοιτάζουν, να σε χειροκροτούν, να σε επιθυμούν, να είσαι πρώτος, να γεμίζει ο χώρος για σένα, να ανάβουν τα φώτα επάνω σου, τότε θέλει πολλή προσοχή.
Γιατί ο Χριστός κινείται από την άλλη μεριά.
Ο κόσμος σου λέει: «Να σε βλέπουν».
Ο Χριστός: «Κρύψου».
Ο κόσμος: «Να σε χειροκροτούν».
Ο Χριστός: «Ταπεινώσου».
Ο κόσμος: «Να σε επιθυμούν».
Ο Χριστός: «Αγάπησε».
Ο κόσμος: «Γίνε κάποιος».
Και ο Χριστός σου λέει:
«Γίνε δικός Μου».
Ε, πώς να μη σχιστεί η καρδιά όταν την τραβούν δύο αφεντικά;
Αυτό είναι το δράμα του ανθρώπου. Όχι ενός τραγουδιστή. Όλων μας.
Γιατί κι εμείς μπορεί να μην ανεβαίνουμε σε πίστα, αλλά έχουμε φτιάξει μικρές πίστες παντού. Στη δουλειά μας, στο σπίτι μας, στην Εκκλησία, ακόμη και στην πνευματική ζωή. Θέλουμε να μας βλέπουν, να μας αναγνωρίζουν, να μας λένε καλούς, σπουδαίους, πνευματικούς.
Και ύστερα λέμε ότι αγαπάμε τον Χριστό.
Καλά, τον Χριστό πότε θα Τον αφήσουμε να μας αδειάσει;
Γιατί ο Χριστός δεν προστίθεται στη ζωή μας όπως προσθέτουμε ακόμη ένα πράγμα. Δεν λες «έχω τη δουλειά μου, έχω τη δόξα μου, έχω τις απολαύσεις μου, έχω και τον Χριστό».
Ο Χριστός δεν ζητά μια θέση στη ζωή μας. Ζητά την καρδιά.
Όχι ένα δωμάτιο της καρδιάς.
Όλη.
Και εκεί αρχίζει ο πόνος.
Γιατί μπορεί ένας άνθρωπος να πιστεύει πραγματικά στον Θεό και συγχρόνως να αγαπά έναν τρόπο ζωής που τον τραβά μακριά Του. Να κάνει τον σταυρό του και ύστερα να επιστρέφει σε έναν κόσμο όπου ο έρωτας γίνεται κατοχή, το σώμα εμπόρευμα, η εγκατάλειψη εκδίκηση, η μέθη παρηγοριά και η απελπισία τραγούδι.
Δεν λέω ότι κάθε τραγούδι είναι έτσι.
Λέω ότι ο κόσμος μπορεί να κάνει ακόμη και την πληγή θέαμα.
Και τότε συμβαίνει κάτι φοβερό. Ο άνθρωπος ζητά από τον Θεό να θεραπεύσει εκείνο που ο ίδιος εξακολουθεί να τρέφει.
Ε, πώς να αναπαυθεί;
Είναι σαν να έχεις μια πληγή και με το ένα χέρι να βάζεις φάρμακο και με το άλλο να την ξύνεις.
Και μετά να λες:
«Γιατί δεν κλείνει;»
Πώς να κλείσει, ευλογημένε μου;
Αυτό είναι το κοσμικό φρόνημα. Δεν είναι ότι φόρεσες ωραία ρούχα ή ότι τραγούδησες ή ότι γέλασες. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι να μάθει η καρδιά να ζητά από τον κόσμο εκείνο που μόνο ο Θεός μπορεί να της δώσει.
Να ζητά αγάπη από το χειροκρότημα.
Αξία από τη δημοσιότητα.
Παρηγοριά από την ηδονή.
Αθανασία από τη φήμη.
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη απάτη.
Γιατί κάποια ώρα τα φώτα σβήνουν.
Ο κόσμος που πριν από λίγο φώναζε το όνομά σου πηγαίνει σπίτι του. Η αίθουσα αδειάζει. Οι μουσικοί μαζεύουν τα όργανα. Οι άνθρωποι φεύγουν. Το χειροκρότημα σταματά.
Και μένεις μόνος.
Εκεί φαίνεται ποιος σε κρατούσε πραγματικά.
Γι’ αυτό αυτή η φράση, «η πίστη και η πίστα με έσωσε», μου προκαλεί πόνο.
Η πίστα μπορεί να σε κράτησε όρθιο. Μπορεί να σου έδωσε εργασία, δημιουργία, ανθρώπους, χαρά, έναν λόγο να σηκώνεσαι το πρωί. Δεν τα περιφρονούμε αυτά.
Αλλά μη μπερδεύουμε τις λέξεις.
Σωτηρία είναι άλλο πράγμα.
Σωτηρία δεν είναι απλώς να αντέξεις τη ζωή.
Σωτηρία είναι να ενωθείς με τον Χριστό.
Και εκεί δεν χωρούν δύο σωτήρες.
Ο κόσμος μπορεί να σε παρηγορήσει. Μπορεί να σε διασκεδάσει, να σε δοξάσει, να φωνάξει το όνομά σου, ακόμη και να σε αγαπήσει με τον τρόπο του.
Ένα πράγμα δεν μπορεί.
Δεν μπορεί να κατέβει μαζί σου στον τάφο.
Ο Χριστός κατέβηκε.
Αυτό είναι το φοβερό μυστήριο του Χριστιανισμού. Εκεί όπου τελειώνουν οι ανθρώπινες δυνατότητες, εκεί όπου σταματά το χειροκρότημα, η ομορφιά, η φωνή, το σώμα, η επιτυχία, η αποτυχία, ακόμη και η αναπνοή, Εκείνος έχει ήδη κατεβεί.
Γι’ αυτό δεν θα πω για τον άνθρωπο που έφυγε ούτε «σώθηκε» ούτε «χάθηκε».
Ποιος είμαι εγώ να το πω;
Μπορεί ένα δάκρυ που κανείς δεν είδε, ένα «Χριστέ μου» που ειπώθηκε μόνο μέσα στην καρδιά, μια στιγμή αληθινής συντριβής να έχει ενώπιον του Θεού μεγαλύτερο βάρος από ολόκληρη τη δική μου τακτοποιημένη ευσέβεια.
Αλλά για εμάς που μείναμε, η κουβέντα αυτή είναι ένα μεγάλο μάθημα.
Γιατί κάποια ημέρα θα σβήσει και η δική μας πίστα.
Όποια κι αν είναι.
Το γραφείο μας. Η έδρα μας. Η επιχείρησή μας. Η θέση μας. Η ομορφιά μας. Το όνομά μας. Ακόμη και η μικρή πνευματική εικόνα που φτιάξαμε για τον εαυτό μας.
Όλα θα σβήσουν.
Και τότε δεν θα μείνει αυτό που φαινόμασταν.
Θα μείνει αυτό που αγαπήσαμε.
Γι’ αυτό σήμερα δεν θέλω να κρίνω εκείνον.
Θέλω να φοβηθώ για εμένα.
Γιατί για εκείνον η πίστα έσβησε.
Για εμένα ακόμη παίζει η μουσική.
Και αυτή είναι η επικίνδυνη ώρα.
Νομίζεις ότι έχεις καιρό.
Νομίζεις ότι μπορείς να κρατήσεις λίγο τον κόσμο, λίγο τον Χριστό, λίγο το θέλημά σου, λίγο τη μετάνοια, και κάποτε αργότερα θα τα τακτοποιήσεις.
Μα η καρδιά, παιδί μου, δεν έχει δύο θρόνους.
Κάποιος κάθεται επάνω.
Και όλη η πνευματική ζωή είναι να καταλάβεις ποιος.
Τώρα λοιπόν έσβησε η πίστα.
Και έμεινε η πίστη.
Και εμείς ας μη ρωτήσουμε τι βρήκε εκείνος μπροστά του. Αυτό ανήκει στο έλεος και στην κρίση του Θεού.
Ας ρωτήσουμε κάτι δυσκολότερο:
Όταν σβήσουν τα δικά μας φώτα, τι θα μείνει από εμάς;
μ. Θεόκτιστος ο Κρής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου