Πότε η μνήμη γίνεται θέαμα;
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Υπάρχουν στιγμές που ζητούν σιωπή. Όχι επειδή το
απαιτεί κάποιος εξωτερικός κανόνας, αλλά επειδή το υπαγορεύει η ίδια η
ανθρώπινη ευαισθησία. Μια τέτοια στιγμή είναι η είσοδος ενός φέρετρου στον Ναό.
Η ώρα του ύστατου αποχαιρετισμού.
Με αφορμή την κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη, τη
Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026, στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας στη Νίκαια, επανήλθε
ένας προβληματισμός που δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό. Η κηδεία
είχε ανακοινωθεί για τη Δευτέρα, ενώ ο θάνατος του τραγουδιστή είχε γίνει
γνωστός λίγες ημέρες νωρίτερα. Σε εικόνες που σχολιάστηκαν έντονα, αρκετοί
άνθρωποι σήκωσαν τα κινητά τους για να φωτογραφίσουν ή να βιντεοσκοπήσουν την
είσοδο του φέρετρου στον Ναό.
Η αντίδραση πολλών ήταν αρνητική. Και όχι άδικα. Το ερώτημα είναι αν έχουμε ακόμη την ικανότητα να ξεχωρίζουμε ποιες στιγμές πρέπει να τις ζούμε και ποιες να τις καταγράφουμε. Αν υπάρχουν όρια ανάμεσα στη μνήμη και στο θέαμα. Αν η συγκίνηση χρειάζεται πάντα μια οθόνη για να θεωρηθεί αληθινή.
Το κινητό έχει γίνει σχεδόν φυσική προέκταση του
χεριού μας. Βλέπουμε κάτι όμορφο, παράξενο, συγκινητικό ή τραγικό και η πρώτη
μας κίνηση είναι συχνά να το καταγράψουμε. Δεν προλαβαίνουμε να σταθούμε μέσα
στη στιγμή. Δεν προλαβαίνουμε να σιωπήσουμε. Η κάμερα ανοίγει πριν λειτουργήσει
η κρίση. Γεγονότα που απαιτούν λεπτότητα και σεβασμό μετατρέπονται σε υλικό
προς ανάρτηση στα social media.
Βέβαια, η καταγραφή δεν είναι από μόνη της
προβληματική. Οι άνθρωποι πάντοτε ήθελαν να κρατούν αναμνήσεις. Μια φωτογραφία
μπορεί να είναι πράξη αγάπης, μνήμης, συμμετοχής. Ιδίως στην περίπτωση ενός
δημόσιου προσώπου, ενός καλλιτέχνη που συνδέθηκε με τις ζωές πολλών ανθρώπων,
το πένθος δεν περιορίζεται στην οικογένεια. Αγγίζει και το κοινό που τον
αγάπησε μέσα από τα τραγούδια, τις παραστάσεις, τις προσωπικές του στιγμές.
Κάποιοι θα πουν ότι όσοι σήκωσαν το κινητό ήθελαν
να κρατήσουν ένα τελευταίο στιγμιότυπο. Άλλοι ότι επιθυμούσαν να το μοιραστούν
με ανθρώπους που δεν μπορούσαν να βρίσκονται εκεί. Κάποιοι ίσως δεν ενήργησαν
από αδιακρισία, αλλά από αμηχανία, συγκίνηση ή συνήθεια.
Όμως άλλο η μνήμη και άλλο η κατανάλωση της
στιγμής. Άλλο να συμμετέχεις σε ένα πένθος και άλλο να αντιμετωπίζεις την
είσοδο ενός φέρετρου στο Ναό σαν δημόσιο θέαμα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το
πρόβλημα.
Για την Εκκλησία, η κηδεία δεν είναι απλώς μια
κοινωνική τελετή αποχαιρετισμού. Είναι ιερά ακολουθία. Είναι προσευχή της
Εκκλησίας για την ανάπαυση του κεκοιμημένου. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’
εικόνα Θεού. Αυτή η αλήθεια δεν χάνεται με τον θάνατο. Γι’ αυτό και το σώμα του
κεκοιμημένου δεν αντιμετωπίζεται ως ένα απλό βιολογικό υπόλειμμα, αλλά τιμάται
με προσευχή, ευλάβεια και αξιοπρέπεια. Η Εκκλησία στέκεται μπροστά στον νεκρό
άνθρωπο με σοβαρότητα, όχι με περιέργεια. Με προσευχή, όχι με θέαμα. Με ελπίδα
και προσδοκία Αναστάσεως, όχι με κοσμικό θόρυβο.
Ακόμη και η φράση «αιωνία η μνήμη» φανερώνει ότι η
μνήμη, στην εκκλησιαστική εμπειρία, δεν είναι ένα αρχείο στο κινητό ούτε ένα
βίντεο που θα χαθεί μέσα στη ροή των κοινωνικών δικτύων. Είναι η παράκληση να
αναπαύεται ο άνθρωπος μέσα στο έλεος του Θεού και να παραμένει ζωντανός στην
αγάπη όσων τον θυμούνται. Η αληθινή μνήμη δεν χρειάζεται πάντα εικόνα. Συχνά
χρειάζεται καρδιά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δαιμονοποιούμε την
τεχνολογία. Το κινητό μπορεί να γίνει εργαλείο επικοινωνίας, παρηγοριάς,
ενημέρωσης, ακόμη και συμπαράστασης. Μπορεί να φέρει κοντά ανθρώπους που
βρίσκονται μακριά. Μπορεί να διατηρήσει στιγμές που έχουν αξία. Το πρόβλημα δεν
είναι η συσκευή. Το πρόβλημα είναι η απουσία μέτρου.
Η τεχνολογία μάς έδωσε τη δυνατότητα να
καταγράφουμε σχεδόν τα πάντα. Δεν μας δίδαξε όμως από μόνη της τι δεν πρέπει να
καταγράψουμε. Αυτό είναι έργο παιδείας, ήθους και εσωτερικής καλλιέργειας. Δεν
αρκεί να ξέρουμε πώς λειτουργεί η κάμερα. Πρέπει να ξέρουμε και πότε να την
κλείνουμε.
Εκεί δοκιμάζεται ο σημερινός άνθρωπος. Όχι στο αν
μπορεί να χρησιμοποιεί την τεχνολογία, αλλά στο αν μπορεί να τη χρησιμοποιεί με
διάκριση. Στο αν μπορεί να καταλάβει ότι η θλίψη μιας οικογένειας, η ιερότητα
μιας ακολουθίας, η σιωπή μπροστά στον θάνατο, δεν είναι περιεχόμενο προς
διανομή.
Ζούμε σε μια εποχή που μας σπρώχνει να
αποδεικνύουμε διαρκώς ότι ήμασταν κάπου. Ότι είδαμε, ζήσαμε, συγκινηθήκαμε.
Όμως ο σεβασμός δεν χρειάζεται διαδικτυακή απόδειξη. Η πιο αληθινή παρουσία
μπορεί να είναι αθόρυβη. Να σταθείς σε μια κηδεία χωρίς να φωτογραφίσεις. Να
αφήσεις την οικογένεια να πενθήσει χωρίς να αισθάνεται περικυκλωμένη από
φακούς. Να κοιτάξεις με τα μάτια σου και όχι μέσα από την οθόνη.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν επιτρέπεται να
χρησιμοποιούμε κινητά. Το ερώτημα είναι αν γνωρίζουμε πότε δεν πρέπει. Αν
μπορούμε να ξεχωρίζουμε το δημόσιο από το ιερό, τη συμμετοχή από την
αδιακρισία, τη μνήμη από το θέαμα.
***
When Does
Remembrance Become Spectacle?
There are
moments that call for silence. Not because some external rule demands it, but
because our own human sensitivity calls for it. One such moment is when a
coffin is carried into a church. The moment of the final farewell.
The funeral of
Giorgos Mazonakis on Monday, September 14, 2026, at Holy Trinity Church in
Nikaia brought renewed attention to a concern that extends beyond this
particular occasion. The funeral had been announced for Monday, following news
of the singer’s death a few days earlier. Images that drew considerable comment
showed several people raising their phones to photograph or film the coffin
being carried into the church.
Many reacted
negatively. And understandably so. The question is whether we can still
distinguish between moments we should experience and moments we should record.
Whether there are boundaries between remembrance and spectacle. Whether emotion
always needs a screen to be considered genuine.
The mobile
phone has become almost a natural extension of our hand. We see something
beautiful, unusual, moving, or tragic, and our first instinct is often to
record it. We give ourselves no time to be present in the moment. No time to
fall silent. The camera switches on before judgment has a chance to intervene.
Events that call for sensitivity and respect become material to post on social
media.
Of course,
recording something is not inherently wrong. People have always wanted to
preserve memories. A photograph can be an expression of love, remembrance, or
shared sorrow. Especially in the case of a public figure—an artist whose work
became part of so many people’s lives—grief extends beyond the family. It also
touches the public who grew to love him through his songs, his performances,
and the glimpses they had of his personal life.
Some will say
that those who raised their phones wanted to capture one final image. Others
will argue that they wished to share it with people who could not be there.
Some may have acted out of awkwardness, emotion, or habit rather than a desire
to intrude.
But remembrance
is one thing; consuming the moment is another. Sharing in someone’s grief is
different from treating a coffin’s arrival at a church as a public spectacle.
That is precisely where the problem lies.
For the Church,
a funeral is more than a social farewell. It is a sacred service: the Church’s
prayer for the repose of the departed. Every human being is created in the
image of God. Death does not erase that truth. This is why the body of the
departed is not treated as mere biological remains, but is honored with prayer,
reverence, and dignity. The Church stands before the deceased with solemnity,
not curiosity. With prayer, not spectacle. With hope and expectation of the
resurrection, not worldly clamor.
Even the words
“Memory eternal” express a form of remembrance that, in the life of the Church,
is neither a file on a phone nor a video destined to disappear into a social
media feed. They are a prayer that the departed may rest in God’s mercy and
remain alive in the love of those who remember them. True remembrance does not
always need an image. Often, it needs a heart.
This does not
mean we should demonize technology. A mobile phone can be a means of
communication, comfort, information, and support. It can bring together people
separated by distance. It can preserve moments that matter. The problem is not
the device. It is the lack of restraint.
Technology has
given us the ability to record almost everything. But it has not, by itself,
taught us what we should leave unrecorded. That requires education, moral
awareness, and inner growth. Knowing how to operate a camera is not enough. We
must also know when to turn it off.
This is where
we are tested today. Not in whether we can use technology, but in whether we
can use it with discernment. In whether we understand that a family’s sorrow,
the sacredness of a service, and the silence in the presence of death are not
content to be distributed.
We live in an
age that constantly urges us to prove we were there. That we saw, experienced,
and felt something. Yet respect needs no online proof. The most genuine
presence can be a quiet one: attending a funeral without taking photographs;
allowing a family to grieve without feeling surrounded by cameras; looking with
our own eyes rather than through a screen.
Ultimately, the
question is not whether we are allowed to use our phones. It is whether we know
when we should refrain. Whether we can distinguish between what is public and
what is sacred, between participation and intrusion, between remembrance and
spectacle.

1 σχόλιο:
Ψιλά γράμματα....
Δημοσίευση σχολίου