Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Αποτείχιση σημαίνει πολιορκία - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Αποτείχιση σημαίνει πολιορκία

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Ένα τείχος δεν χτίζεται πάντοτε για να προστατεύσει εκείνον που το υψώνει. Μπορεί να χτίζεται για να αποκλείσει εκείνον που βρίσκεται απέναντι. Στον Θουκυδίδη, η «ἀποτείχισις» της Ποτείδαιας ανήκει ακριβώς σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση: οι Αθηναίοι κατασκευάζουν οχυρωματικά έργα για να αποκόψουν την πόλη, συμπληρώνοντας τον χερσαίο αποκλεισμό με τον στόλο τους. Δεν οχυρώνουν το σπίτι τους· πολιορκούν το σπίτι του άλλου. Σκοπός τους είναι η απομόνωση και η εξάντληση των πολιορκημένων, ώστε να εξαναγκαστούν σε παράδοση.

Η εικόνα αυτή προσφέρει μια αφετηρία προβληματισμού για τη σύγχρονη εκκλησιαστική χρήση της λέξης. Όχι επειδή η αρχαία σημασία καθορίζει υποχρεωτικά τη μεταγενέστερη ούτε επειδή ένα γλωσσικό επιχείρημα μπορεί να υποκαταστήσει την Κανονική εξέταση. Μας επιτρέπει, όμως, να θέσουμε ένα ουσιαστικό ερώτημα: μήπως εκείνος που διακηρύσσει ότι υψώνει τείχος προστασίας της πίστεως χτίζει, στην πράξη, τείχος πολιορκίας της εκκλησιαστικής κοινότητας;

Η απάντηση απαιτεί πρώτα εντιμότητα απέναντι στην Κανονική παράδοση. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου προβλέπει τη διακοπή κοινωνίας πριν από συνοδική κρίση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: όταν ο προϊστάμενος κηρύσσει δημόσια αίρεση ήδη καταδικασμένη από Συνόδους ή Πατέρες. Δεν πρόκειται, επομένως, για μια ανύπαρκτη Κανονική πρόβλεψη. Άλλο, όμως, αυτή η ειδική περίπτωση και άλλο ένα απεριόριστο δικαίωμα κάθε κληρικού να ανακηρύσσει τον επίσκοπό του αιρετικό, επειδή διαφωνεί μαζί του, υποψιάζεται τις προθέσεις του ή ερμηνεύει αυθαίρετα τα λόγια και τις ενέργειές του.

Η επίκληση του Κανόνα χρειάζεται, επιπλέον, να συνοδεύεται από εξέταση του ιστορικού και εκκλησιαστικού πλαισίου μέσα στο οποίο διατυπώθηκε: των προβλημάτων που είχαν ενώπιόν τους οι συνοδικοί Πατέρες, των καταστάσεων που θέλησαν να αντιμετωπίσουν και του σκοπού της συγκεκριμένης ρύθμισης. Το ζητούμενο δεν είναι να περιορίσουμε την ισχύ του στο παρελθόν, αλλά να διακρίνουμε αν η σημερινή περίπτωση ανταποκρίνεται πράγματι στις ουσιώδεις προϋποθέσεις του. Αντιμετωπίζουμε όντως το εκκλησιαστικό πρόβλημα για το οποίο προβλέφθηκε αυτή η δυνατότητα ή μεταφέρουμε αυθαίρετα μια παλαιά διάταξη σε μια διαφορετική κατάσταση; Δεν αρκεί να επικαλούμαστε τον Κανόνα· οφείλουμε να τεκμηριώνουμε γιατί εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να χρησιμοποιούμε το κύρος της Κανονικής παράδοσης για να δικαιώσουμε μια απόφαση που έχουμε ήδη λάβει.

Ο επίσκοπος δεν είναι υπεράνω ελέγχου. Ούτε, όμως, ο κατήγορός του είναι υπεράνω τεκμηρίωσης και ελέγχου. Μια σοβαρή καταγγελία χρειάζεται συγκεκριμένο περιεχόμενο, ακριβή παρουσίαση της επίμαχης διδασκαλίας και κανονική αξιολόγηση. Δεν αρκούν υπαινιγμοί, αποσπασματικές φράσεις και σενάρια που μετατρέπουν την υποψία σε βεβαιότητα. Η προσωπική πεποίθηση, όσο έντονη και αν είναι, δεν αποτελεί από μόνη της εκκλησιαστική απόφαση.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο όριο. Άλλο η τεκμηριωμένη αντίρρηση και άλλο η κατασκευή ενός μόνιμου κατηγορητηρίου. Άλλο η ευθύνη απέναντι στην πίστη και άλλο η απαίτηση να αναγνωριστεί η δική μας φωνή ως η μοναδική αυθεντική φωνή της Ορθοδοξίας. Όταν κάθε διευκρίνιση βαπτίζεται υπεκφυγή, κάθε διαφωνία προδοσία και κάθε έκκληση για συνεννόηση συμβιβασμός, η συζήτηση παύει να αναζητεί την αλήθεια. Απαιτεί απλώς την υποταγή στην ετυμηγορία του καταγγέλλοντος.

Η πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας μάς καλεί να εξετάζουμε και έναν βαθύτερο κίνδυνο: τη σύγχυση του ζήλου για την αλήθεια με την προσκόλληση στο προσωπικό μας θέλημα. Η επιστολή του Ιακώβου αντιπαραθέτει τον πικρό ζήλο και την εγωιστική διάθεση αντιπαλότητας στη σοφία που είναι ειρηνική, επιεικής και γεμάτη αγαθούς καρπούς (Ιακ. 3:13–18). Η επίκληση ενός ιερού σκοπού δεν απαλλάσσει, λοιπόν, ούτε τα κίνητρα ούτε τα μέσα του αγώνα από την πνευματική εξέταση.

Πίσω από μια βαρύγδουπη θεολογική διακήρυξη μπορεί να βρίσκονται προσωπικές απογοητεύσεις, πληγωμένος εγωισμός και ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες. Η αίσθηση ότι κάποιος αδικήθηκε, παραμερίστηκε ή δεν αναγνωρίστηκε όσο πίστευε ότι άξιζε μπορεί να αναζητήσει θεολογικό ένδυμα. Τότε η προσωπική πικρία παρουσιάζεται ως αγωνία για την Ορθοδοξία και η αντιπαράθεση με τον επίσκοπο αναγορεύεται σε αγώνα για τη σωτηρία της Εκκλησίας. Δεν υποστηρίζουμε ότι γνωρίζουμε τι κρύβεται στην συνείδηση κάθε ανθρώπου αλλά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και πραγματικά γεγονότα που έχουν διασωθεί ως παραδείγματα προς αποφυγήν στην μνήμη της Εκκλησίας.

Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να γνωρίζουμε τα κρυφά κίνητρα για να κρίνουμε τις φανερές πράξεις. Όταν ένας κληρικός απαξιώνει συστηματικά τον επίσκοπό του, καταγγέλλει αδιακρίτως όσους εξακολουθούν να κοινωνούν μαζί του και συγκροτεί έναν κύκλο αποκλειστικών «γνησίων», δεν αρκείται στην προσωπική απομάκρυνση. Επιχειρεί να απομακρύνει και άλλους. Το τείχος του δεν είναι πλέον από πέτρες. Χτίζεται με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, πρόκληση φόβου και καχυποψία.

Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η ευθύνη όταν η εμπιστοσύνη των πιστών μετατρέπεται σε μέσο προσωπικής επιρροής. Η περιορισμένη θεολογική γνώση, η ανασφάλεια ή η ειλικρινής αγωνία ενός ανθρώπου για την πίστη του δεν επιτρέπεται να γίνονται εργαλεία στρατολόγησης. Ο πιστός δεν οφείλει να αποδεικνύει την ορθοδοξία του υιοθετώντας όλες τις καταγγελίες ενός κληρικού. Και κανένας κληρικός δεν δικαιούται να υποκαθιστά την ποιμαντική διακονία με την απαίτηση προσωπικής αφοσίωσης.

Εδώ βρίσκεται η κεντρική ένσταση: σε αυτές τις περιπτώσεις, οι λεγόμενοι αποτειχισμένοι δεν είναι τα θύματα αλλά οι επιτιθέμενοι. Η αυτοπαρουσίασή τους ως διωκομένων δεν αναιρεί την επιθετικότητα των πράξεών τους. Ο δήθεν δίκαιος αγώνας, όταν στηρίζεται σε ατεκμηρίωτες κατηγορίες και τρέφεται από τη διαρκή απαξίωση, υπονομεύει εκείνο που διακηρύσσει ότι προστατεύει: την εκκλησιαστική ενότητα και ζωή.

Το πλήγμα δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του επισκόπου. Αγγίζει την κοινότητα που καλείται να διαιρεθεί σε αντίπαλα στρατόπεδα. Η σύνδεση επισκόπου, Ευχαριστίας και εκκλησιαστικής συνάξεως, την οποία διατυπώνει ήδη ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, δεν ανάγει τον επίσκοπο σε αλάθητο πρόσωπο. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η σχέση μαζί του δεν εξαντλείται σε προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες. Γι’ αυτό και η υπεράσπιση της ενότητας δεν σημαίνει συγκάλυψη πραγματικών προβλημάτων· σημαίνει ότι η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να παραδίδεται στην αυθαιρεσία και στην παραταξιακή αντιπαλότητα.

«Αποτείχιση σημαίνει πολιορκία», λοιπόν, όταν η διακηρυγμένη προστασία της πίστεως μετατρέπεται σε πρακτική απομόνωσης, επιβολής, κατασυκοφάντησης και διάσπασης. Όχι επειδή το επιβάλλει η αρχαία σημασία της λέξης, αλλά επειδή το φανερώνουν οι πράξεις. Το τείχος υψώνεται απέναντι στον επίσκοπο, αλλά πληγώνει ολόκληρη την κοινότητα. Και εκείνος που το χτίζει οφείλει να αναρωτηθεί: υπερασπίζεται πράγματι την Εκκλησία ή επιχειρεί να την εξαναγκάσει να χωρέσει στα δικά του μέτρα;

***

Walling Off (Αpoteichisis) Means Laying Siege

A wall is not always built to protect the person who erects it. It may be built to cut off those on the other side. In Thucydides, the “walling off” (apoteichisis) of Potidaea belongs precisely to this second category: the Athenians construct fortifications to isolate the city, supplementing their blockade on land with their fleet. They are not fortifying their own home; they are besieging someone else’s. Their aim is to isolate and exhaust the besieged, forcing them to surrender.

This image offers a starting point for reflecting on the contemporary ecclesiastical use of the word. Not because its ancient meaning necessarily determines its later meaning, nor because a linguistic argument can replace an examination of the canons. It does, however, allow us to ask a fundamental question: might someone who claims to be erecting a wall to protect the faith actually be building a siege wall around the ecclesial community?

An answer requires, first of all, honesty in our treatment of the canonical tradition. Canon 15 of the First–Second Council provides for the severance of communion before a synodal judgment under specific conditions: when the presiding hierarch publicly preaches a heresy already condemned by Councils or Fathers. This is, therefore, a genuine canonical provision. Yet this specific case is one thing; an unrestricted right for every cleric to declare his bishop a heretic simply because he disagrees with him, suspects his intentions, or arbitrarily interprets his words and actions is quite another.

Furthermore, any appeal to the Canon must be accompanied by an examination of the historical and ecclesiastical context in which it was formulated: the problems confronting the conciliar Fathers, the circumstances they sought to address, and the purpose of this particular provision. The point is not to confine its validity to the past, but to discern whether the present case genuinely meets its essential conditions. Are we actually facing the ecclesiastical problem for which this course of action was permitted, or are we arbitrarily transferring an earlier provision to a different situation? It is not enough to invoke the Canon; we must substantiate why it applies to the particular case. Otherwise, we risk using the authority of the canonical tradition to justify a decision we have already made.

The bishop is not beyond scrutiny. Neither, however, is his accuser exempt from scrutiny or from the obligation to substantiate his claims. A serious accusation requires specific grounds, an accurate presentation of the disputed teaching, and an assessment in light of the canons. Insinuations, isolated phrases, and conjectures that turn suspicion into certainty are not enough. Personal conviction, however strong, does not in itself constitute an ecclesiastical judgment.

This is precisely where the crucial distinction lies. A substantiated objection is one thing; the construction of a perpetual indictment is another. Responsibility for the faith is one thing; demanding that our own voice be recognized as the sole authentic voice of Orthodoxy is another. When every clarification is branded an evasion, every disagreement a betrayal, and every appeal for mutual understanding a compromise, the discussion ceases to pursue truth. It simply demands submission to the accuser’s verdict.

The spiritual experience of the Church calls us to examine a deeper danger as well: confusing zeal for the truth with attachment to our own will. The Epistle of James contrasts bitter jealousy and selfish rivalry with wisdom that is peaceable, gentle, and full of good fruits (James 3:13–18). Invoking a sacred purpose, therefore, exempts neither the motives nor the methods of a struggle from spiritual scrutiny.

Behind a grandiose theological declaration may lie personal disappointments, wounded pride, and unfulfilled ambitions. The feeling that one has been wronged, sidelined, or denied the recognition one believes one deserves may seek a theological guise. Personal bitterness is then presented as concern for Orthodoxy, and confrontation with the bishop is elevated into a struggle to save the Church. We do not claim to know what lies hidden in each person’s conscience. Yet neither can we overlook actual events preserved in the Church’s memory as examples of conduct to avoid.

We do not, however, need to know hidden motives in order to judge visible actions. When a cleric systematically disparages his bishop, indiscriminately denounces those who remain in communion with him, and gathers an exclusive circle of the supposedly “genuine” faithful, he is doing more than withdrawing personally. He is attempting to draw others away as well. His wall is no longer made of stone. It is built from derogatory labels, fearmongering, and suspicion.

The responsibility is especially grave when the trust of the faithful is turned into a means of personal influence. A person’s limited theological knowledge, insecurity, or sincere concern for the faith must never become a tool for recruitment. The faithful are under no obligation to prove their orthodoxy by adopting every accusation made by a cleric. Nor is any cleric entitled to replace pastoral ministry with demands for personal allegiance.

Here lies the central objection: in such cases, those who describe themselves as “walled off” are not the victims but the aggressors. Presenting themselves as persecuted does not negate the aggression of their actions. When their supposedly righteous struggle rests on unsubstantiated accusations and feeds on relentless disparagement, it undermines the very thing it claims to protect: the unity and life of the Church.

The damage is not confined to the bishop himself. It reaches the community, which is being pressed to divide into opposing camps. The connection between the bishop, the Eucharist, and the ecclesial assembly, articulated as early as Ignatius of Antioch, does not make the bishop infallible. It does remind us, however, that our relationship with him cannot be reduced to personal likes and dislikes. Defending unity, therefore, does not mean concealing genuine problems; it means that addressing them cannot be left to arbitrary judgment and factional rivalry.

“Walling off (Αpoteichisis) means laying siege,” then, when the professed protection of the faith becomes a practice of isolation, coercion, slander, and division. Not because the ancient meaning of the word dictates this conclusion, but because the actions themselves reveal it. The wall is erected against the bishop, yet it wounds the entire community. And the person building it must ask himself: is he truly defending the Church, or is he trying to force it to conform to his own demands?

 

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Κανένας δεν δίδει σημασία σε αυτή την ομάδα των ανθρώπων οι οποίοι το μοναδικό το οποίο προκαλούν είναι γέλιο διότι είναι ακατάρτιση οι και ανόητοι στο μυαλό. Είναι κάτι σαν τους γέλοτοποιούς της παλιάς εποχής.

Ανώνυμος είπε...

Καλά τα λες δεσπότη μου αλλά σε ποιον τα λες αυτοί δεν έχουν μυαλό είναι πορωμένοι Ταλιμπάν της Ορθοδοξίας οι οποίοι κάνουν κακό σε μία μερίδα ανθρώπων οι οποίοι είναι καλύτερα που έχουν αποκοπή από την μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία διότι μόνο κακό θα μπορούσαν να προξενήσουν μέσα σε αυτή. Τα αιρετικά τους σε τα λένε μεταξύ τους στην σέχτα τους για σαπολαμβάνουνε την μαχητικότητα τους μαχητικότητα η οποία είναι η γυαλαντζή. Οι προτεστάντες μπροστά τους είναι πολύ καλύτεροι. Οι πάστορες των προτεσταντών δεν παίρνουν λεφτά από το κρατικό ταμείο αυτοί πληρώνονται από τις Μητροπόλεις που έχουν αποκοπή για να λένε τις ασυναρτησίες τους

Ανώνυμος είπε...

Δεν βλέπουν τους άλλους που μνημονεύουν τον Επίσκοπό του τόσο εωσφορικό εγωισμό έχουν που πιστεύουν ότι αυτοί κρατάνε την αλήθεια;

Ανώνυμος είπε...

Νομίζω ότι ο συλλογισμός του άρθρου δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα.
Πώς είναι δυνατόν οι ελάχιστοι να πολιορκήσουν τους πολλούς ;
Η φωτογραφία το δείχνει καθαρά.
Ενας κληρικός μόνος του κτίζει τείχος και μέσα είναι δεκάδες. Μπορεί να υπάρξει τέτοια πολιορκία ;
Η ρεαλιστική θεώρηση είναι, ότι τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει στενή εγγύτητα Ορθοδόξων κληρικών με Ετερόδοξους, πράγμα που ανησυχεί ευαίσθητους ανθρώπους και προσπαθούν να διαμαρτυρηθούν με εκκλησιαστικούς τρόπους, όπως περιγράφονται στους Ιερούς Κανόνες.
Αν παύσει η υπερβολική εγγύτητα, θα παύσει και η διαμαρτυρία.
Το φαινόμενο είναι αναστρέψιμο, μόλις παύσει να ενεργεί το αίτιο.