Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας: ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ - ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ


ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας:

ΤΡΙΛΟΓΙΑ  ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ  ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

     Πρώτη φορά από το 1958 που καταπιάνομαι με παρουσίαση βιβλίου, δυσκολεύομαι ν’ αρχίσω γραπτό για την Ιεραποστολική Τριλογία, του Μακαριότατου Αρχιεπίσκοπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστασίου. Πολυτάλαντο πρόσωπο και χαρισματικό, βαρύ το όνομα, αυτού που έκανε επικαιρότητα την Ορθόδοξη Ιεραποστολή, αφιερώνοντας ασκητικά όλη τη ζωή του στη μαρτυρία Σταυρού και Ανάστασης Χριστού σε όσους την αγνοούσαν, ή από την περίπτωση της Αλβανίας, σε όσους αναγκάστηκαν να την κρύψουν στα κατάβαθα της ψυχής. Αναφέρομαι στα βιβλία: 1. «ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ στα ίχνη του Χριστού»-1η έκδοση 2007, 2η έκδοση 2009, προλογίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ Βαρθολομαίος-Θεολογικές Μελέτες και Ομιλίες», ένα αληθινό «Άσμα Ασμάτων», για τη φλόγα του ιεραποστολικού έρωτα, που αναπηδά από κάθε λέξη ή φράση αναφοράς στις θεολογικές βάσεις και αφετηρίες της Ιεραποστολής. 2. «‘ΕΩΣ ΕΣΧΑΤΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ’»-1η έκδοση 2009, προλογίζει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος ο 2ος -Ιστορικά Ιεραποστολικά Μελετήματα», κάτι σαν «Ραψωδία Ιεραποστολική», των σταθερών αναστάσιμων βηματισμών της Εκκλησίας στην οικουμένη από εποχή σε εποχή. 
3. «ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ»-1η έκδοση 2010, προλογίζει ο Πατριάρχης και Πάπας Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεόδωρος-άρθρα, μελέτες, απολογισμοί, οδοιπορικά», ένα απαλό, «Te Deum laudamus”-«Ιεραποστολικό Ύμνο στο Θεό», από την ορθόδοξη ιχνηλασία και την πλούσια συγκομιδή στην Αφρική. Όλα σελίδες 1240, και, από τις εκδόσεις της «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος».

      Και τα τρία σε άλλη γραμμή, σε άλλη γραφή, όχι ψυχρή ακαδημαϊκή καταγραφή, και τυπική παραπομπή. Αύρα απαλή, «δρόσος Αερμών», σταλάγματα βιωμάτων ασκητικής εντός του κόσμου τούτου ζωής, στην όλη κατάθεση, στην ευρεία Αγιογραφική παράθεση, στην εκτενή προσφυγή σε εμπειρία και σοφία Πατερική. Με πολικό αστέρα παντού και ελπιδοφόρο οδηγό, την εσχατολογική προοπτική. Με βλέμμα στραμμένο σε ορίζοντα ανοιχτό, με αγάπη περισσώς τρυφερή, σε όσο «κατ’ εικόνα Θεού» έχει απομείνει στους «εκτός της Πίστεως και ανά πάσας τας ηπείρους του πλανήτου ημών θεοπλάστους  αδελφούς». Συνάμα, σε ευθεία αναζήτησης διόδων ‘παρεμβολής’ Χριστού στη σημερινή κοσμογονία και ανασύνταξη των πάντων, την και απαρχή της ηλεκτρονικής εποχής !
      Όπως θα φανεί ευδιάκριτα στα ενδεικτικά αποσπάσματα, που ακολουθούν την επιβλητική στην αρχαιοπρεπή της έκφραση, συνάμα και γλαφυρή στη ροή του λόγου, τιμητική, ουσιαστικά για όλη την τριλογία, προλογική επιστολή του Παναγιώτατου

Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, επισημαίνοντος μεταξύ άλλων: «Πολύπτυχος και καλλίκαρπος είναι αναμφισβητήτως η προσφορά της Υμετέρας χαρισματικής και φίλης ημίν Μακαριότητος εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ιδία μετά την ένδυσιν της ιερατικής και αρχιερατικής αξίας, την οποίαν Αύτη αρχήθεν είδεν και εβίωσεν ως έργον χριστοειδούς και θυσιαστικής διακονίας. Όθεν, δεν θα ευρεθώμεν εκτός πραγματικότητος τονίζοντες τον πρωταρχικόν ρόλον τον οποίον διεδραμάτισεν η Υμετέρα Μακαριότης εις την αναγέννησιν και επανενεργοποίησιν εν τοις χρόνοις ημών της ιεραποστολικής πρακτικής και διακονίας, ως αναγκαιοτάτου έργου και χρεωστικής εκφράσεως της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας προς τους εκτός της Πίστεως και ανά πάσας τας ηπείρους του πλανήτου ημών θεοπλάστους  αδελφούς» !  Πιο ειδικά:

Βιβλίο 1ο-«ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ». Περιλαμβάνει δεκαπέντε «Θεολογικές Μελέτες και Ομιλίες», που εισηγήθηκε σε διεθνή ιεραποστολικά συνέδρια ή δημοσίευσε σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, με αναφορά του πού και πότε κάθε μιας. Πρώτη, ως θεμελιακή ορίζουσα όλων η: «’Γενηθήτω το θέλημά σου’: Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού». Που, παρουσίασε ως πρόεδρος στο Παγκόσμιο Ιεραποστολικό Συνέδριο του 1989, στο Σαν Αντόνιο του Τέξας, ενώπιον 722 αντιπροσώπων από 106 χώρες, ανάμεσα τους 100 ορθόδοξοι, όπου έθεσε πρώτη φορά το πρόβλημα του αθεϊστικού ολοκληρωτισμού στην Αλβανία, την Ορθόδοξη Εκκλησία της οποίας λαμπρός οιακοστρόφος, θα ευλογείτο να αναλάβει δυο χρόνια μετά.
      Ιεραποστολή, τονίζει, είναι η ανταπόκριση στο θέλημα του Θεού για «εγκαθίδρυση της Βασιλείας Του-«πανταχού της γης … φυτευθήναι την αλήθειαν», Ιωάννης Χρυσόστομος-αποσκοπεί σε ριζικότερη αλλαγή-«την ουρανοποίησιν της γης», Ωριγένης-και πραγματοποιείται με θεανθρώπινη συνεργασία». Έχει πάντα, «Τριαδική σχέση και αναφορά», στα δε όρια αυτής ο Χριστός, Θεός συνάμα και άνθρωπος, «δεν είναι μόνο Σωτήρας των ψυχών, αλλά ολόκληρης της ανθρώπινης πραγματικότητας, ολόκληρης της υλικοπνευματικής κτίσεως». Η Ιεραποστολή κομίζει «το ριζοσπαστικά και αιώνια νέο: Αγάπη. Και ανατρέπει τις καθιερωμένες μορφές εξουσίας, σοφίας», αποκαλύπτοντας ότι, «το ζωτικό κέντρο του παντός είναι η ΑΓΑΠΗ». Με την οποία, «στενά συνδεδεμένα βρίσκονται η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η απελευθέρωση και η αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων». Γιατί, «ο Ιησούς δεν μίλησε με αόριστη και φιλοσοφική γλώσσα για τα μεγάλα και ιερά αυτά, τα αποκάλυψε εν δυνάμει με σημεία και λόγο σαφή, κυρίως με τη ζωή Του». Και, έχει τεράστια σημασία «ότι συνταυτίστηκε με τους ταπεινούς …τους καταφρονεμένους, τους φτωχούς, τους ξένους, τους πονεμένους όλης της οικουμένης», όπερ και, «παραμένει γραμμή καθοριστική για την Εκκλησία σε όλους τους αιώνες».     
     Το ενδιαφέρον είναι ότι, αυτά τα έκανε από «το παράδοξο της ταπεινώσεως και της σταυρικής θυσίας», που σημαίνει: «Η Ιεραποστολή θα είναι πάντοτε η διακονία … διακονία κινδύνων, δοκιμασιών, ταπεινώσεων. Και μόνο όσοι είναι έτοιμοι να αποδεχτούν-με γενναιότητα και εμπιστοσύνη στο Χριστό-θυσία, πόνο, αμφισβήτηση, απόρριψη για χάρη Του, μπορούν να αντέξουν». Αλλιώς διατρέχουμε τον κίνδυνο, «να λησμονήσουμε στην πράξη το σταυρό, και να διαμορφώσουμε έναν ανώδυνο, βολεμένο τύπο χριστιανού, που θέλει το σταυρό σαν παράσημο, και που συχνά προτιμά να σταυρώνει τους άλλους, αντί να σταυρώνεται ο ίδιος» !!

     Τώρα, με δεδομένο ότι, ο Χριστός δεν επέτρεψε στους μαθητές πριν τη Σταύρωση και την Ανάστασή Του να πορευτούν στην οικουμένη, δείχνει πως η Ιεραποστολή οφείλει να εμπνέει την αίσθηση ότι κινείται σε γραμμή, «όλα στο φως της Αναστάσεως και της εσχατολογικής προοπτικής». Γιατί ουσιαστικά, «εκείνο που λαχταρούν οι αδελφοί μας στις απομονωμένες  γωνιές της Αφρικής… ή στις παρυφές των μεγάλων πόλεων μέσα στην αποκαρδίωση και τη μοναξιά τους, δεν είναι αόριστα παρηγορητικά λόγια ή λίγα υλικά αγαθά ή πολιτιστικά ψίχουλα. Ποθούν, μυστικά ή συνειδητά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελπίδα, την υπέρβαση του θανάτου. Αναζητούν τελικά τον ζώντα Χριστό…»
     Και «εκ βαθέων», το δυναμικό θεμέλιο της Ιεραποστολής. «Ο σκληρός εσωτερικός
αγώνας καθάρσεως και αγιασμού είναι η προϋπόθεση και η μυστική δύναμη της ιεραποστολής». Ο διάκονός της τελεί σε κοινωνία με το «μυστήριο αγάπης του Τριαδικού Θεού». Αυτό, τον ανοίγει σε ένα «αγιασμένο μεθύσι αγάπης» με επίκεντρο «το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας,-που παραμένει το κατ’ εξοχήν ιεραποστολικό γεγονός»-και σε έναν «αγιοπνευματικό ενθουσιασμό ... εντελώς ξένο προς την πνευματική υπεροψία και αυτάρκεια». Εφόδια θεμελιακά για ένα έργο «που αναφέρεται σε όλη την οικουμένη, σε όλο τον κόσμο», μάλιστα, αυτόν «της σημερινής κρίσιμης ιστορικής καμπής, κατά την οποία διαμορφώνεται ένας νέος παγκόσμιος πολιτισμός, ο ηλεκτρονικός… ένας νέος τύπος ανθρώπου» ! Που όμως, και όταν είναι «εκτός της χριστιανικής πίστεως», γιατί δεν τη γνώρισε ή και γιατί την πάγωσε στην ψυχή του, «δεν παύει να κινείται μέσα στη μυστική ακτινοβολία της δόξης του Θεού». Και, με δεδομένο ότι ο Χριστός «κινήθηκε και ανάμεσα σε ανθρώπους άλλης πίστεως … το υπόδειγμά του παραμένει καθοριστικό: Ευεργετική διακονία και ειλικρινής σεβασμός για ό, τι πολύτιμο διατηρεί κάθε άνθρωπος από το «κατ’ εικόνα Θεού» !
    Αυτά δείχνουν καθαρά ότι: Στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή, «καλούμεθα …να υπερβούμε τις προκαταλήψεις και τους δισταγμούς, και να συναντήσουμε τους συγχρόνους μας στην περιοχή των πιεστικών προβλημάτων τους, με ειλικρινή σεβασμό προς την ιδιοτυπία κάθε λαού και πολιτισμού, προς την ελευθερία και αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπινου προσώπου». Και αυτά με τη σειρά τους δε σημαίνουν πως τα έξωθεν και έσωθεν εμπόδια δεν είναι λίγα, το αντίθετο, όπως διαβάζουμε στην εισήγηση, «Θεολογία, Ιεραποστολή και Ποιμαντική»-Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας, Αθήνα, 1976. «Τα πλήθη τα οποία από μακρού ανήκουν σε άλλα θρησκευτικά συστήματα, που έχουν διαποτίσει τον πολιτισμό και τη συνείδησή τους… Το στρώμα των μαζών, οι οποίες απορρίπτουν γενικά τις θρησκευτικές εμπειρίες ως κάτι το περιττό, το άχρηστο ή επιβλαβές… Το σώμα των κατ’ εξοχήν φορέων του μηνύματος, ο κλήρος, παρουσιάζεται πνευματικά φιλάσθενο … πολλοί κληρικοί … άλλα κηρύττουν και άλλα ζουν… Στη σύγχρονη Θεολογία είναι αισθητή μια πνευματική ατονία… Οι διοικητικές δομές αποδεικνύονται ανεπαρκείς και απρόσφορές … Γενικότερα διαπιστώνεται μια νάρκωση του εκκλησιαστικού πληρώματος, που έχει ως αποτέλεσμα την αδράνεια και παθητικότητα».
    Παρά ταύτα-«Διάλογοι και Ιεραποστολή»-με δεδομένο ότι, «κατά τη συνάντησή του με τους Αθηναίους στον Άρειο Πάγο, ο Απ. Παύλος προχωρεί σε μια άμεση μαρτυρία». Επίσης ότι, «το μεγαλύτερο μέρος της πατερικής θεολογίας είναι καρπός ενός άμεσου ή έμμεσου διαλόγου με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, με τα θρησκευτικά ρεύματα όσο και τα καθαρώς φιλοσοφικά, άλλοτε σε αντίθεση, και άλλοτε σε σύνθεση». Οι δε, «Βυζαντινοί επεδίωξαν τον διάλογο με τους μουσουλμάνους, χωρίς όμως να υπάρχει πάντοτε η ανάλογη ανταπόκριση». Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι, «σήμερα στην απέραντη μεγαλούπολη που καλείται γη, μέσα σε μια νέα πολιτιστική, θρησκευτική, και ιδεολογική ζύμωση, ο διάλογος παρουσιάζεται ως νέα δυνατότητα και πρόκληση… ο καθένας και η κάθε παράδοση οφείλουν να προσφέρουν ό, τι καλύτερο έχουν κληρονομήσει από το παρελθόν».. Ήγουν, ορθώς «η Ορθοδοξία… με εμπιστοσύνη στην αυτοσυνειδησία και την ταυτότητά της είναι… ανοιχτή στο διάλογο», διά-χριστιανικό και διά-θρησκειακό. Γιατί της δίνεται η ευκαιρία να δώσει, αλλά και να πάρει εμπειρία λίαν επωφελή για τη συγκαιρινή της αποστολή, και βέβαια, για την αρτιότερη ανάπτυξη του Ιεραποστολικού έργου της.
     Κλείνω την αναφορά μου στο 1ο βιβλίο με το κείμενο 15, «ομιλία που εκφωνήθηκε γαλλικά κατά τον εορτασμό της 75ης επετείου της διά-χριστιανικής θεολογικής κινήσεως ‘Πίστις και Τάξις’»-Λωζάνη, 2002-το οποίο θέτει θαυμάσια «αντί επιλόγου» το δυναμικό τρίπτυχο που μπορεί να εμπνέει, εμψυχώνει και αναζωογονεί τους πάντες και τα πάντα στην Ιεραποστολή. Γιατί, τα «τελευταία συγκλονιστικά λόγια, τα οποία ο αναστάς Χριστός απευθύνει στους μαθητές του»-«Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί της γης», «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», «Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί»-«συνιστούν αδιάσπαστη οργανική ενότητα … αλληλοσυνδέονται, όπως στο σώμα μας τα τρία συστήματα, μυϊκό, κυκλοφορικό, και νευρικό».
      Πράγμα που με τη σειρά του δείχνει ότι: 1. «Η ουσία των όσων έκτοτε συμβαίνουν είναι διαφορετική από εκείνο που φαίνεται. Η αληθινή εξουσία δε βρίσκεται πλέον στα χέρια του αυτοκράτορα… Η πορεία του κόσμου, δεν εξαρτάται από τη γνώση που συσσωρεύεται από τους ευφυείς και τους σοφούς της γης… Έχει δοθεί από τον Παντοδύναμο και Παντοκράτορα Πατέρα, το Θεό της αγάπης, στον Υιό, που ενσάρκωσε την αγάπη στην ακρότατη μορφή της,

με την αποδοχή του σταυρού»2. «Το πρώτο όραμα παγκοσμιότητος καθόρισε ο αναστάς Χριστός. Αυτή όμως η παγκοσμιότητα δεν έχει σχέση με τη σημερινή παγκοσμιοποίηση της οικονομίας της αγοράς … (στην οποία) εμφωλεύει ο κίνδυνος ο άνθρωπος να γυρίσει στη ζούγκλα ενός αδιάφορου ηθικά ανταγωνισμού και, ενώ ζητεί να γίνει υπεράνθρωπος, να καταντήσει τελικά υπάνθρωπος… Η αποστολή των μαθητών προς ‘πάντα τα έθνη’ αποβλέπει στην παγκοσμιότητα της αγάπης… Σκοπός της ευχαριστιακής κοινότητος…είναι η δημιουργία κοινωνίας αλληλεγγύης, μιας κοινωνίας ελευθέρων, αγαπωμένων προσώπων». 3. «Εγώ, ο Λόγος, η σοφία του Πατρός, η αρχή και το τέλος, το Α και το Ω. Είμαι μαζί σας, και στις ημέρες τις ανέφελες, όπου όλα εξελίσσονται ομαλά, και στις ημέρες τις θολές, όπου η ομίχλη της αβεβαιότητος τις σκεπάζει, και στις ημέρες της αμφιβολίας σας μέσα στην τρικυμία… Η συνείδηση της παρουσίας του Αγαπημένου, ο οποίος είναι το πλήρωμα της αγάπης… μας γεμίζει με σταθερή αγαλλίαση και ήρεμο φως». Αυτά δεν αποτελούν ένα κάποιο ιδεολόγημα, «κάτι εγκεφαλικό, που συντελείται στη νοητική σφαίρα. Αλλά μια ακτινοβολία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος… που βιώνεται την ώρα της προσευχής, του στοχασμού του λόγου του Θεού, αλλά κυρίως την ώρα της λατρείας» !

     Και θα θεωρήσω ως άριστο επιστέγασμα του όλου βιβλίου και, συνακόλουθη επαλήθευση, ιδιαίτερα του τρίτου σημείου του τρίπτυχου, πράγμα που έχει τεράστια σημασία για το σταυρικό έργο της Ιεραποστολής, τη συνοπτική έκθεση του έσχατου κινδύνου τύφλωσης που διέτρεξε στην Ουγκάντα, και του πώς, «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι…ερύσατο αυτόν ο Κύριος». «Τον πήγαινε», θα έλεγε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, και μάλιστα «εκ κοιλίας μητρός», θα πρόσθετε ο ίδιος-Αναστάσιος-αφού όπως είχε αποκαλύψει παλιά σε τηλεοπτική εκπομπή, είναι καρπός χριστιανικής υπέρβασης βεβαιωμένου ιατρικά θανάσιμου κινδύνου που διέτρεχε η μητέρα του, αν δε διέκοπτε την κύησή του, αυτοπαράδοσής της στην αγάπη του Θεού ! 

Βιβλίο 2ο-«‘ΕΩΣ ΕΣΧΑΤΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ’»- Μετά την τηλεγραφική, αλλά πλήρη σύσταση του Αγίου Αλβανίας-«συνέδεσε τη ζωή του από τη νεανική του ηλικία, με τη μαρτυρία του χριστιανικού μηνύματος τόσον εντός, όσον κυρίως εκτός των ελλαδικών συνόρων»-ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος Β΄, στο «εκ βαθέων» του τιμητικού προλόγου του, επισημαίνει: «Ο ανά χείρας τόμος είναι ένα δώρο σε όλους εμάς, είναι μια ενίσχυση σε όσους έχουμε νωπή την εντολή του Χριστού: ‘πορευθέντες’... αλλά είναι και ένας κόλαφος για όσους από εμάς εξαντλούμε το ενδιαφέρον μας για τον κόσμο στα στενά ελλαδικά όρια». Και, αφού μου επιτρέψει ο Μακαριώτατος να περιλάβω στο διπλό ‘όσους’ όλο το φάσμα των κληρικών, των μοναχών, των λαϊκών θεολόγων, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας επαγγελματικής διαδρομής, να βγω μαζί του στη συνέχεια: «Πρόκληση και πρόσκληση να εξέλθουμε από την πνευματική μας αυτάρκεια, γιατί όχι και από το κοινωνικό ή και εθνικό μας Ελντοράντο, και να κοιτάξουμε τον ξένο, τον έτερο, τον άλλο» ! Καθώς, υποσυνείδητα ή και συνειδητά, παραπλήσιο «εκ βαθέων» προκαλεί το βιβλίο, από αυτό του τον τίτλο, την εντολή του Χριστού, «έως εσχάτου της γης» ! Πολύ περισσότερο από το ευδιάκριτα αφυπνιστικό «επίμετρο»-«Αδιαφορία για την Ιεραποστολή, σημαίνει άρνηση της Ορθοδοξίας»-που καταθέτει ως καταστάλαγμα της δια βίου ιεραποστολικής διακονίας του, ως μαρτυρεί ακόμα και μια απλή ανάγνωση των οκτώ «ιστορικών ιεραποστολικών μελετημάτων», που κατανέμει σε δύο μέρη, «Βυζαντινή εποχή», «Νεώτεροι χρόνοι».     
    Πρώτη μελέτη, δημοσιευμένη στο περιοδικό «Εκκλησία» το 1966, και εδώ ως θεμελιακή ορίζουσα, όπως επισημαίνει ο τίτλος. «Κύριλλος και Μεθόδιος: Δείκτες πορείας». Σ’ αυτή θα επιμείνει κυρίως στην έξαρση «της συναίσθησης του ευρύτερου εκκλησιαστικού και ιστορικού χρέους» των δυο Αγίων Ιεραποστόλων, προσέξτε, σε μια λίαν ταραχώδη εποχή-9ος αιώνας. Στη «συγκρότηση και τις πνευματικές προϋποθέσεις», ήγουν, στην πρότερη πνευματική προετοιμασία, και τη συνακόλουθη κοινωνική καταξίωση και διεθνή ακτινοβολία τους. Στη «νηφαλιότητα και το σύστημα», που έδρασαν, καθώς έθεσαν ως βασική ιεραποστολική αρχή, το «σεβασμό στην οντότητα του λαού»-«Οι δυο Έλληνες ιεραπόστολοι αγάπησαν ανυπόκριτα το σλαβικό λαό…και έκαναν το παν να τον βοηθήσουν να εισέλθει το συντομότερο στην προηγμένη χριστιανική κοινωνία, αναπτύσσοντας την ιδιαίτερη προσωπικότητά του». Στην «άρση σταυρού»-«πλήθος δυσκολιών και σκευωριών τους πίκραναν από τα πρώτα έτη»-και στην «μετέπειτα καρποφορία»-«Αν θα ήθελε, λοιπόν, κανείς να εξετάσει τους καρπούς της εργασίας» τους, θα βρισκόταν μπρος στο «αξιοπρόσεκτο ‘παράδοξο’. Το έργο των δυο Θεσσαλονικέων αδελφών, που κατέρρευσε εξωτερικώς, έφερε αργότερα τα σοβαρότερα στην ιστορία της χριστιανικής ιεραποστολής αποτελέσματα».
     Στα επόμενα 2-4 ιστορικά μελετήματα του 1ου μέρους-«Μοναχοί και Ιεραποστολή κατά τον 4ο αιώνα», «Ιεραποστολικό έργο των Βυζαντινών», και «Ιεραποστολική δράση των Εκκλησιών της Ανατολής στην Κεντρική και Ανατολική Ασία», κατά τους μέσους χρόνους-εκπλήσσει η ενδελεχής, έγκυρη και μέχρι αξιόλογων λεπτών στοιχείων θερμή εξιστόρηση και αναφορά, δεν ξέρω όμως αν πιο πολύ, η πλούσια ξένη βιβλιογραφία ! Και στα 5-8 του

2ου-«Η Ορθοδοξία στην Κίνα», «Ο όρθρος της Ορθοδοξίας στην Ιαπωνία»,  «Η Ορθοδοξία στη χώρα του ανατέλλοντος Ηλίου», (οι επόμενες ώρες μετά τον όρθρο), και, «Η Ορθοδοξία στη χώρα του ‘Ήλιου του Μεσονυκτίου’»-(Αλάσκα)-αφού «Εισαγωγικά» μας πληροφορήσει ότι, «μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την ιεραποστολική προσπάθεια συνέχισαν οι Ρώσοι», θα προχωρήσει σε αντίστοιχη ενδελεχή, έγκυρη, και εδώ θερμή αναφορά και εξιστόρηση ενδιαφερόντων σημείων, των πλείστων εντελώς άγνωστων ευρύτερα, εκπλήττοντάς μας με την ακαταπόνητη εργατικότητα και συνακόλουθη προσεκτική προσφυγή σε «βασικές πληροφορίες»-Κίνα-σε σπουδαία ξένη «Βιβλιογραφία»-Ιαπωνία. Ενώ στο, «Η Ορθοδοξία στη χώρα του ‘Ήλιου του Μεσονυκτίου», θα επισυνάψει ένα «Σύντομο οδοιπορικό στην Ορθόδοξη Αλάσκα», για το οποίο με ευδιάκριτη συγκινησιακή φόρτιση θα πει: «Μετά από τη μελέτη και καταγραφή της ιστορίας της εκεί ορθόδοξης ιεραποστολής, υπήρξε ένα προσκύνημα και μια συγκλονιστική εμπειρία». Όντως ! Άλλωστε, φαίνεται στο σχετικό φωτογραφικό υλικό.

    Στο «Επίμετρο», με το οποίο κλείνει το βιβλίο, και, δεδομένης της ομολογίας του Αρχιεπίσκοπου Ιερώνυμου-«ένας κόλαφος για όσους από εμάς εξαντλούμε το ενδιαφέρον μας για τον κόσμο στα στενά ελλαδικά όρια»-πάλι θα πω, με κάθε δίκιο λέει τα πράγματα με το όνομά τους, απερίφραστα, ως και ιερεμιακά, αφοπλίζοντας μας από το πρώτο κιόλας γραπτό: «Αδιαφορία για την Ιεραποστολή σημαίνει άρνηση της Ορθοδοξίας», όπου τονίζει. «Η αποστολικότητα και οικουμενικότητα αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της ορθόδοξης εκκλησιολογίας… Το θέμα της παγκόσμιας ιεραποστολής… είναι … άμεση συνέπεια κεντρικού άρθρου του Πιστεύω … Χωρίς αυτή τη συνέπεια η Ορθοδοξία … καθίσταται προβληματική» !(Α) «Πώς είναι δυνατόν να σκεπτόμαστε, να ψάλλουμε, να ζούμε τόσο έντονα την Ανάσταση, και να παραμένουμε νωθροί στην κλήση της οικουμενικής ιεραποστολής;»(Β). «Πολύς λόγος γίνεται τα τελευταία χρόνια για την ‘ορθόδοξη πνευματικότητα’ που πρέπει με κάθε θυσία να διατηρηθεί στον ελληνικό χώρο». Αλήθεια όμως, ο Χριστός. «αδιαφορεί για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν, ‘ως ελπίδα μη έχοντες και άθεοι εν τω κόσμω’; Τι είδους ορθόδοξη πνευματικότητα μπορεί να ανθίσει χωρίς αυτό τον πόνο»;(Γ) Εδώ τολμά εγχειρητική τομή εποχής ! Τότε που γράφονταν αυτά-1968-κορυφωνόταν η προβολή ως και μυθοποίηση ασκητικών και μοναστικών προτεραιοτήτων. Γι αυτό το θέμα είχε καταθέσει προφητικά την αγωνία του-1962-στο θαυμάσιο κήρυγμα: «Το ρίγος της Προηγιασμένης», λέγοντας: «Τόσο δύσκολο όμως είναι να αντιληφθούμε ότι, μια ‘πνευματικότητα’ από την οποία απουσιάζει το οικουμενικό στοιχείο, ο πόνος και ο αγώνας για τη σωτηρία του ‘σύμπαντος κόσμου’ είναι ανάπηρη πνευματικότητα»; Βλέπετε, το μοντέλο Μ. Βασιλείου-Ιωάννη Χρυσόστομου ότι, το ασκητικό ή μοναστικό πεδίο να αποτελεί εντατικό φροντιστήριο πνευματικότητας, κι από κει να ακολουθεί έξοδος σε χριστιανική κοινωνική παρουσία-Μ. Βασίλειος-κοινωνική και ιεραποστολική, το δεύτερο και ως εξόριστος-Ιωάννης Χρυσόστομος-είναι Σταυρός βαρύς, και όχι ελαφρύ «σταυρικό υποκατάστατο» !
     Και, βέβαια, δεν υποκύπτω στον πειρασμό να προσθέσω ότι, το Ησυχαστικό μοντέλο, που κατοχυρώνεται και προβάλλεται ως το κατ’ εξοχήν ορθόδοξο, είναι για πολλούς καλό αραξοβόλι ! Γιατί, στο γραπτό: «Διαφορά αντιλήψεων»-1961-γραπτό, ανύσταχτη προσευχή αγωνίας, με το οποίο βάζει τελεία και παύλα στο βιβλίο, το λέει, θαρρώ, ευδιάκριτα, με τη λεπτότητα και γλυκύτητα του τρόπου του, αμφότερα καρπό της αγάπης που τον διακρίνει. «Χριστέ μου, Σε βλέπω και πάλι να βγαίνεις … σ’ ολόκληρο τον κόσμο των ανθρώπων να σπείρεις το λόγο Σου…Για όλους πονάς, γιατί όλοι είναι δικοί Σου. Κι οι μαύροι, κι οι κίτρινοι, και οι λευκοί είν’ αδελφοί Σου… Αλλά, έχω δίκιο, Κύριε, αν πω, ότι τα μάτια Σου μου φαίνονται υγρά; … Δεν βλέπεις, λες, όσους θα ’πρεπε εργάτες κοντά Σου; Συγχώρησέ μας, Κύριε. Είναι, βλέπεις ‘η διαφορά αντιλήψεων’. Αυτή η διαφορά εξηγεί ίσως αρκετά την ανεξήγητη αδιαφορία μας» !!   
Βιβλίο 3ο- «ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ»-Εδώ δεν «φαίνονται υγρά» τα μάτια του Χριστού ! Ακτίνες χαράς ! Εκκλησίες υπαίθριες, κάτω από ένα δέντρο, αχυροκαλύβες ή παραπήγματα, και αντάξιες «της ευπρέπειας του οίκου Του», και ύμνος που αναπέμπεται Τριαδικός. Ένας Επίσκοπος-και άλλοι κληρικοί και λαϊκοί-ιχνηλατεί την Αγάπη Του στην αφρικανική σαβάνα ή «στη Λαϊκίπια-Κένυα-σ’ ένα υψίπεδο 2000 μ. κοντά στον Ισημερινό», σε ψυχές που την πρόσμεναν αιώνες. «Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», ύμνος ευχαριστίας και δοξολογίας, «φαιδρώ τω προσώπω» από «τους κατακαημένους μαύρους Του». Αυτή τη φορά δεν ήρθαν «χριστιανοί» για δουλεία και εκμετάλλευση, ήρθαν άλλοι, και τους έμαθαν να ομολογούν και να επαναλαμβάνουν στους Θωμάδες εποχής: «Εωράκαμεν τον Κύριον» ! Κι από κοντά, η Αυτού Θειοτάτη Μακαριότητα, ο Πάπας και
Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεόδωρος Β΄, να κάνει τις απαραίτητες συστάσεις. «Πρωτεργάτης ακάματος, ο πολιός αδελφός Μακαριώτατος… Αλβανίας κ. Αναστάσιος, ο οποίος ανάλωσε τον εαυτό του στον αγώνα της Αφρικής». Και μέσα του να προσθέτει: «Ήμουνα κι εγώ επί ένα διάστημα φοιτητής του ‘στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, όπου έκανε θερμή αναφορά και πρόσκληση για την αναζωπύρωση του ορθόδοξου ιεραποστολικού φρονήματος’.. Και δεν έμεινα στην ακρόαση μόνο. Ήρθα» !      
      Σ’ αυτόν τον εκ 478 σελίδων τόμο, ως Καθηγητής της Θρησκειολογίας θα εξηγήσει αρχικά τα της Αφρικανικής θρησκευτικότητας. Και από χαρακτηριστικές φωτογραφίες θα δείξει, σε τι έδαφος πήγε να καλλιεργήσει ως ιεραπόστολος. Σε ανθρώπους που αποζητούσαν τη λύτρωση, ζώντας «τους μεν χρόνους της αγνοίας», που ευτυχώς «υπερείδεν ο Θεός», όντως, «εν χώρα και σκιά θανάτου» ! Και μετά, θα παρουσιάσει ενδεικτικά και διακριτικά, ποιο εκκλησιαστικό, πολιτιστικό, κοινωνικό έργο επιτέλεσε στην Ουγκάντα, Κένυα και Τανζανία κατά τις περιόδους,  !964-1967, 1981-1986, τη δεύτερη και ως «Τοποτηρητής» της Ι. Μητροπόλεως Ειρηνουπόλεως για να σβήσει φωτιά που άναψε εκεί-και1987-1990, της ιεραποστολικής του εξόρμησης και παρουσίας.
     Θα έλεγα όμως ότι, πέρα από όσα αναφέρει πως ευλόγησε ο Θεός να επιτελέσει, που μπορεί να διαβάσει κανείς και να θαυμάσει, έκτακτο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σελίδες αναφοράς του στην εκπληκτική ροή και διάδοση που επιτυγχάνει στην Αφρική το Ισλάμ. Σ’ αυτές μεταξύ άλλων επισημαίνει: «Το σημαντικότερο όμως όπλο για την εξάπλωση του Ισλάμ, το δίδουν οι ασυνέπειες των λεγομένων χριστιανικών λαών, τις οποίες φροντίζουν με ιδιαίτερη επιμονή να εκμεταλλεύονται οι μουσουλμάνοι κήρυκες, ιδιαιτέρως εκείνες που θίγουν το εθνικιστικό αίσθημα των αφυπνιζομένων λαών-όπως π.χ. τις φυλετικές διακρίσεις και την οικονομική εκμετάλλευση… Σε μερικά δε μέρη, όπως στη Νιγηρία, και τη Σιέρα Λεόνε της Δυτικής Αφρικής η εξάπλωσή του είναι ραγδαία. Κατά τη δεκαετία του 1950, σχεδόν 10.000.000 Αφρικανοί προσηλυτίσθηκαν στον Ισλαμισμό. Υπολογίζεται ότι, σε έναν ιθαγενή που προσέρχεται στη χριστιανική πίστη, αντιστοιχούν δέκα άλλοι που γίνονται μουσουλμάνοι. Λέγεται ότι, ομάδες χριστιανών στο Βελγικό Κογκό και την Ταγκανίκα προσεχώρησαν στο Ισλάμ. Καθώς δε δείχνουν τα πράγματα, ‘οι Μαύροι της Κεντρικής Αφρικής ιδιαιτέρως, όταν αφεθούν να κερδηθούν από τη μουσουλμανική προπαγάνδα, είναι σχεδόν χαμένοι για το Χριστιανισμό, πιο σύνθετο στην πίστη του, και πιο απαιτητικό στις εντολές του για την ηθική ζωή’»-σ.70-71.
      Σημειώστε ότι, αυτά γράφονται το έτος 1961. Και, αφού λάβετε υπόψη την όχι μικρή δραστηριότητα που αναπτύσσουν και τα ανατολικά θρησκεύματα και οι σχετικές φιλοσοφίες πια, αλλά και τις όχι μικρές επιτυχίες που έχουν στο χριστιανικό κόσμο-Δύσης, και λιγότερο ίσως, Ανατολής. Ότι στα πενήντα χρόνια που στο μεταξύ έχουν διαρρεύσει, ο λεγόμενος χριστιανικός κόσμος σε Δύση, μη γελιόμαστε, όχι λιγότερο και Ανατολή, έχει ξεκόψει από τη χριστιανική πίστη, με ότι αυτό συνεπάγεται και σε κατάρρευση ηθική. Ότι η Κρατική εξουσία βρίσκεται στην αντίπερα όχθη, από κείνην που επί αιώνες υποστήριζε ανοιχτά το Χριστιανισμό, καθώς πολιτικές και οικονομικές ελίτ που σήμερα την ελέγχουν, δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τη χριστιανική πίστη και ζωή. Τέλος ότι, με την αθρόα μετανάστευση ή λαθρομετανάστευση, αυτοί και αυτά είναι εντός των από καιρό ερειπωμένων τειχών των λεγομένων, αλλά τυπικά μόνο όντων χριστιανικών λαών, καθίστε άπρακτοι να περιμένετε νέα αυγή από τις βυζαντινές γραφικότητες, και τα αλαλάζοντα κύμβαλα που τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι σε πρώτο πλάνο, και παίζουν πρώτο χαρτί !! 
    Με τα τελευταία, και να ήθελα να ενσπείρω απαισιοδοξία, δεν το μπορώ. Γιατί το βλέμμα μου πέφτει κι εδώ στο, «αντί επιλόγου», «Αφρικανική Ορθοδοξία», όπου αυτά που διαβάζω, κρίνετε κι εσείς, μοιάζουν να είναι προφητικά. Διό και προτείνω να αναγνωστούν σε αργό ρυθμό, ευχόμενος να ριζοβολήσουν δημιουργικά σε ψυχές ανοιχτές στην Αγάπη του Θεού. «Η … Ορθόδοξη Εκκλησία που αναπτύσσεται στις αφρικανικές φυλές έχει ένα διπλό ρόλο να παίξει στο κρίσιμο αυτό πέρασμα από τον εικοστό στον εικοστό πρώτο αιώνα. Πρώτον, να μεταφέρει στην Αφρική ολόκληρη την εμπειρία και παράδοση της «μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας» των είκοσι αιώνων…Δεύτερον να μεταφέρει στις παλαιές Ορθόδοξες Εκκλησίες πιο άμεσα τη φωνή των περισσότερο αδικημένων παιδιών της γηςΝα υπενθυμίζει στους ‘ευλαβείς ορθόδοξους’, ότι ούτε τα υλικά, ούτε ακόμη περισσότερο, τα πνευματικά, μπορούν να τα χαίρονται μόνοι τους…». Πιο ξεκάθαρα, γι αυτό και σε έντονη γραφή. «Να τους τονίζει πως δεν δικαιούνται να τα παρακρατούν στους σιτοβολώνες των κατανυκτικών τους ακολουθιών και στην πνευματική«αδολεσχία»-φλυαρία, περιττολογία-των ορθοδόξων εμπειριών τους. Και ότι σήμερα αρχίζουν να χάνουν πολλά από τα πνευματικά τους αγαθά, διότι ακριβώς δεν φρόντισαν όσο έπρεπε να τα διοχετεύουν και στους άλλους, τους περισσότερο στερημένους».
    Και το πιο σπουδαίο, το και κατά κύριο λόγο προφητικό: «Η Αφρικανική Ορθοδοξία, σιωπηλή ή χαμογελαστή, με την ανέχεια και τις προσδοκίες της, αποτελεί ένα προφητικό «σημείο» κρίσεως, αλλά και ελπίδας για τη σύγχρονη Ορθοδοξία». Με άλλα λόγια: «Αδελφές και αδελφοί μου, εκ μέρους του λαού και της Εκκλησίας, στην οποία ανήκω, και που την ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος, θέλω να σας ζητήσω συγγνώμη γιατί ήρθαμε τόσο αργά, με καθυστέρηση αιώνων». Σ’ αυτό ο υπογράφων προσθέτει, ελπίζοντας ο Άγιος Αλβανίας να μη διαφωνεί:«Αν όμως κρίνω, από το πώς εμείς οι παλιοί χριστιανοί φερθήκαμε ως τώρα στο Χριστό, ίσως και να φτάσαμε στην ώρα, που η Αγάπη Του μέλλει σε σας να εμπιστευθεί την πρωτοπορία της Εκκλησίας Του» !
Αθ. Κοτταδάκης       

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Η Ελλάδα δεν αξιοποιεί αυτούς που έχουν αξία.
Τον Αναστάσιο τον Αξιοποίησε ο Ιερώνυμος Κοτσώνης.
Τον παραπέταξε ο Σεραφείμ –ο οποίος ήθελε να του αφαιρέσει και την ιδιότητα του Διευθυντή της Αποστολικής Διακονίας- και τον αξιοποίησε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.
Οι εδώ Ιεράρχες δεν τον εξέλεξαν ούτε Κυθήρων ούτε Κεφαλληνίας έναν Καθηγητή Πανεπιστημίου ο Σεραφείμ δεν τον ήθελε.
Ευτυχώς που ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τον τοποθέτησε Αλβανίας και έτσι αναδημιούργησε την Εκκλησία της Αλβανίας από το μηδέν. Και όλη η Χριστιανοσύνη μιλά για αυτόν.
Και συ κακομοίρη Ελλαδική Εκκλησία κάτσε με τους κάτω του μετρίου