Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

«Το Φι­λαν­θρω­πι­κό Έρ­γο της Εκ­κλη­σί­ας διά μέσου των Αιώ­νων» Του κ. Ηλία Γ. Σκόνδρα


«Το Φι­λαν­θρω­πι­κό Έρ­γο της Εκ­κλη­σί­ας διά μέσου των Αιώ­νων»
                      
Του κ.   Ηλία Γ. Σκόνδρα


Β. Κοι­νω­νί­α α­γά­πης έ­χει ο­νο­μα­σθεί η αρ­χαί­α Εκ­κλη­σί­α. Αλ­λά και η Βυ­ζα­ντι­νή Εκκλη­σί­α θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­σθεί με αυ­τόν τον τι­μη­τι­κό τί­τλο.
Σ’αυ­τή κα­τέ­φευ­γαν οι θα­λασ­σο­δαρ­μέ­νοι. Ο στρα­τός της Εκ­κλη­σί­ας, ο κλή­ρος και οι μο­να­χοί, ή­ταν ά­γρυ­πνοι σε τέ­τοιες πε­ρι­πτώ­σεις. Δεν α­γω­νί­ζο­νταν μό­νο με το κή­ρυγ­μα, για να πα­ρη­γορή­σουν τους τα­λαι­πω­ρη­μέ­νους και να πα­ρο­τρύ­νουν τους πλου­σί­ους σε φι­λανθρω­πί­α. Α­γω­νί­ζο­νταν οι ί­διοι με έρ­γα. Α­κού­ρα­στοι έ­τρε­χαν στον πτω­χό και κα­τα­τρεγ­μέ­νο και, ζω­σμέ­νοι την πο­διά της α­γά­πης, πε­ριέ­θαλ­παν τον α­σθε­νή. Κέ­ντρα τέ­τοιας ορ­γα­νω­μέ­νης α­γά­πης α­να­δεί­χθη­καν τα πε­ρί­φη­μα βυ­ζα­ντι­νά μο­να­στή­ρια της Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως και των ε­παρ­χιών. Α­πό το έ­να μέ­ρος φώ­τιζαν με την πνευ­μα­τι­κή α­κτι­νο­βο­λί­α, και α­πό το άλ­λο πα­ρεί­χαν πα­ντός εί­δους βο­ή­θεια και α­να­κού­φι­ση.
* Το κρά­τος βλέ­πει τον φι­λαν­θρω­πι­κό ζή­λο των ποι­μέ­νων της εκ­κλη­σί­ας και θέ­λει και αυτό να μη υ­στε­ρή­σει. Πα­ρά­δειγ­μα οι αυ­το­κρά­το­ρες. Με τις δω­ρε­ές τους και τις ε­πι­σκέ­ψεις τους στα φι­λαν­θρω­πι­κά ι­δρύ­μα­τα, με τους νό­μους και τις διαθή­κες τους, συ­να­γω­νί­ζο­νται πώς να βο­η­θή­σουν τους εν­δε­είς.
Δί­πλα  στους αυτο­κρά­το­ρες οι ι­διώ­τες. Ε­μπνέ­ο­νται και αυ­τοί α­πό το πα­ρά­δειγ­μα της Εκκλη­σί­ας.  Ό­λοι, α­πό τον πλού­σιο άρ­χο­ντα μέ­χρι τον α­πλό ε­παγ­γελ­μα­τί­α, α­μιλ­λώ­νται στα έρ­γα της α­γά­πης. Ας δού­με τι λέ­γει ο αυ­το­κρά­το­ρας και ι­στο­ρι­κός Ι. Κα­ντα­κου­ζη­νός: «Το θαυ­μα­στόν έρ­γον της φι­λαν­θρω­πί­ας δεν το ε­ξα­σκούν μό­νον οι δυ­να­τοί εκ των πο­λι­τών και τα ιε­ρά φρο­ντι­στή­ρια και τα σπί­τια τα κα­τα­σκευα­σμέ­να προς υ­πο­δο­χήν των ξέ­νων, αλ­λά και πά­ρα πολ­λοί α­πό τους αν­θρώ­πους του λα­ού, α­πό τους τε­χνί­τας και ε­παγ­γελ­μα­τί­ας, μάλ­λον δε ό­λοι α­νε­ξαι­ρέ­τως η­μιλ­λώ­ντο ποί­ος θα ξε­πε­ρά­ση τον άλ­λον εις την φι­λό­τι­μον δράσιν προς τους δυ­στυ­χείς».
Η Εκ­κλη­σί­α ί­δρυε νο­σο­κο­μεί­α, ξε­νώ­νες= ξε­νο­δο­χεί­α, ορ­φα­νο­τρο­φεί­α, πτω­χο­κο­μεί­α, γη­ρο­κο­μεί­α, κ.τ.τ. Οι χρι­στια­νοί των βυ­ζα­ντι­νών χρό­νων δια­κρί­θη­καν και στο κατ΄ ε­ξο­χήν ιε­ρα­πο­στο­λι­κό και φι­λαν­θρωπι­κό έρ­γο, τη σω­τη­ρί­α αν­θρω­πί­νων υ­πάρ­ξε­ων, οι ο­ποί­ες  ζού­σαν α­μαρ­τω­λή ζω­ή. Γι αυ­τό ί­δρυ­σαν «τα Με­τα­νοί­ας», τα ο­ποί­α εί­χαν ως σκο­πό το να ε­πα­να­φέ­ρουν  στη σω­στή ζω­ή γυ­ναί­κες, οι ο­ποί­ες ζού­σαν  στην α­μαρ­τί­α και α­πό την α­μαρ­τί­α.
Μέ­γας Βα­σί­λειος. Ξε­κί­νη­σε με πτω­χο­κο­μεί­ο και νο­σο­κο­μεί­ο και α­νέ­πτυ­ξε ο­λό­κλη­ρη πό­λη με 30.000 κα­τοί­κους, την πε­ρί­φη­μη Βασι­λειά­δα. Ο Μ.Βα­σί­λειος α­σπα­ζό­ταν τους α­σθε­νείς, α­κό­μα και τους λε­προύς, ως α­δελ­φούς του, για­τί θε­ω­ρού­σε δι­κές του τις συμ­φο­ρές των άλ­λων.
Ιε­ρός Χρυ­σό­στο­μος: Κα­θη­με­ρι­νά συ­ντη­ρού­σε 7.000 πτω­χούς.
Πολ­λές φο­ρές  η Εκ­κλη­σί­α εκ­ποιού­σε τα πο­λύ­τι­μα εκ­κλη­σια­στι­κά σκεύ­η, για να ε­παρ­κεί  στο έρ­γο της πε­ρι­θάλ­ψε­ως των πτω­χών.
Ό­ταν οι Α­ρεια­νοί κα­τη­γό­ρη­σαν τον Ά­γιο Αμ­βρό­σιο, διό­τι  πω­λού­σε τα πο­λύ­τιμα εκ­κλη­σια­στι­κά σκεύ­η υ­πέρ α­ναρ­ρύ­σε­ως αιχ­μα­λώ­των,  α­πά­ντη­σε: «κό­σμη­μα της Εκ­κλη­σί­ας δεν εί­ναι αυ­τά, αλ­λ΄ η των αιχ­μα­λώ­των ε­ξα­γο­ρά.
Κά­πο­τε έ­νας πλού­σιος έ­μπο­ρος εί­χε δε­χθή την ε­πί­σκε­ψιν ε­νός φί­λου του, που ε­παί­νε­σε τα έ­πι­πλα και τις α­νέ­σεις του σπι­τιού του. Οι τα­πε­τσα­ρί­ες ό­μως του οι­κή­μα­τος δεν του ά­ρε­σαν. Χω­ρίς να του δώ­ση καμ­μιά α­πά­ντη­ση ο έ­μπο­ρος διέ­τα­ξε έ­να υ­πη­ρέ­τη του να τού φέ­ρουν δώ­δε­κα ορ­φα­νά α­πό το πλη­σιέ­στε­ρο ορφα­νο­τρο­φεί­ο, τα ο­ποί­α πα­ρου­σί­α­σε στο φί­λο του λέ­γο­ντάς του: «Να, οι και­νούρ­γιες τα­πε­τσα­ρί­ες μου. Α­ντί να στο­λί­σω τους ά­ψυ­χους τού­τους τοί­χους, έντυ­σα τα παι­διά». Α­σφα­λώς θα ε­που­λώ­νο­νταν πολ­λές κοι­νω­νι­κές πλη­γές, ε­άν όλοι μας σκε­πτό­μα­σταν κατ΄ αυ­τόν τον τρό­πο και ε­άν ε­μπνε­ό­μα­σταν α­πό το φωτει­νό πα­ρά­δειγ­μα της Εκ­κλη­σί­ας των βυ­ζα­ντι­νών χρό­νων
Κατ΄ ε­ξο­χήν ε­πέ­δρα­σε ε­πί της βυ­ζα­ντι­νής νο­μο­θε­σί­ας το χρι­στια­νι­κό πνεύμα της α­γά­πης και της φι­λαν­θρω­πί­ας. Η θαυ­μα­στή κοι­νω­νι­κή πρό­νοια και ε­ποποι­ί­α της Εκ­κλη­σί­ας ε­πη­ρέ­α­σε πολ­λα­πλώς την νο­μο­θε­σί­α. Ι­δού πα­ρα­δείγ­ματά τι­να: Η νο­μο­θε­σί­α έ­λα­βε πρό­νοια υ­πέρ των ορ­φα­νών. Έ­τσι την προ­στα­σί­α των ορ­φα­νών και των πε­ριου­σιών των α­να­λάμ­βα­ναν οι ε­πί­τρο­ποι κα­θώς  και οι ορφα­νο­τρό­φοι, κλη­ρι­κοί ή μο­να­χοί, των ο­ποί­ων πολ­λές φο­ρές μέ­γα ή­το το α­ξί­ωμα και η προ­σω­πι­κό­τη­τα. Ε­πί­σης η βυ­ζα­ντι­νή νο­μο­θε­σί­α ό­ρι­σε τον «έ­παρ­χο» της πό­λε­ως ως προ­στά­τη  ό­σων πτω­χών, ορ­φα­νών, χη­ρών και δού­λων κα­τα­δυ­να­στεύ­ο­νταν στην πε­ριο­χή του. (Ση­μεί­ω­ση: Στη φι­λαν­θρω­πί­α του Βυ­ζα­ντί­ου οφεί­λε­ται ο σχη­μα­τι­σμός των λέ­ξε­ων σχε­τι­κών με τα ι­δρύ­μα­τα:νο­σο­κο­μεί­α, πτωχο­κο­μεί­α, λε­προ­κο­μεί­α, διό­τι το ρή­μα κο­μέ­ω-κο­μώ ση­μαί­νει φρο­ντί­ζω. πρβλ=ιππο­κό­μος, με­λισ­σο­κό­μος. Δια­φο­ρετ­κό  το ρή­μα κο­μά­ω-κο­μώ= τρέ­φω κό­μη)
Γ΄  Κα­τά τους νε­ώ­τε­ρους χρό­νους ση­μειώ­θη­κε σπου­δαιό­τα­τη κοι­νω­νι­κή δραστη­ριό­τη­τα πα­ρά τίς δυ­σμε­νείς ε­ξω­τε­ρι­κές συν­θή­κες, που έ­ζη­σε η Εκ­κλη­σί­α. Με­γά­λες προ­σω­πι­κό­τη­τες α­νέ­πτυ­ξαν σπου­δαί­α κοι­νω­νι­κή δρά­ση. Ας ε­θυ­μη­θού­με κα­τά τους χρό­νους της Τουρ­κο­κρα­τί­ας τον Άγ. Κο­σμά τον Αι­τω­λό, ο οποί­ος ε­νέ­πνευ­σε την έ­μπρα­κτη α­γά­πη με­τα­ξύ των υ­πο­δού­λων.Έ­λε­γε: «Αυ­τά που κλέ­βε­τε γί­νο­νται φί­δια που τρώ­νε την ψυ­χή σας». Κα­τά το Συ­να­ξά­ρι ο Άγ. Κο­σμάς υ­πήρ­ξε ο κό­σμος του κό­σμου, κό­σμη­μα, σέ­μνω­μα και βα­κτη­ρί­α. Ας θυ­μη­θού­με ε­πί­σης την Ο­σί­α Φι­λο­θέ­η Μπε­νι­ζέ­λου, ή ο­ποί­α  κα­τά τους μαύ­ρους χρό­νους της δου­λεί­ας α­νέ­πτυ­ξε θαυ­μά­σια φι­λαν­θρω­πι­κή και εκ­παι­δευ­τι­κή δρά­ση. Υ­πήρ­ξεν ,κα­τά το Συ­να­ξά­ρι, ο «όρ­πηξ»=ο  βλα­στός των Α­θη­νών, ο ο­ποί­ος την ε­ποχή ε­κεί­νη ε­θρε­ψε και διέ­σω­σε πολ­λά ελ­λη­νό­που­λα.
Δ΄ Τα με­γά­λα έρ­γα των ε­θνι­κών ευερ­γε­τών εί­ναι ως ε­πί το πλεί­στον καρ­πός της χρι­στια­νι­κής α­γά­πης.
Οι δια­θή­κες τους  εί­ναι α­λη­θι­νά μνη­μεί­α πο­λι­τι­σμού και χρι­στια­νι­κής ευσε­βεί­ας. Η δια­θή­κη π.χ. του Γε­ωρ­γί­ου Ρι­ζά­ρη φα­νε­ρώ­νει ό­λο το χρι­στια­νικό με­γα­λεί­ο της ψυ­χή του.  Στην πρώ­τη δια­θή­κη του πρό­σθε­σε  ο ί­διος τους εξής λό­γους: «Ευ­χα­ρι­στώ εκ βά­θους ψυ­χής και καρ­δί­ας τον ε­που­ρά­νιον Δη­μιουργόν και Σω­τή­ρα δια τας προς ε­μέ α­νεκ­φρά­στους ευερ­γε­σί­ας του. Και ε­πι­κα­λού­με­νος την ά­πει­ρον α­γα­θό­τη­τά του δέ­ο­μαι με­τά δα­κρύ­ων, ί­να ό­ταν ευ­δο­κή­ση να πα­ρα­λά­βη την τα­πει­νήν μου ψυ­χήν, να την πα­ρα­λά­βη εν ε­ξο­μο­λο­γή­σει και με­τα­νοί­α».
Ε. Το έρ­γο της α­ντι­με­τω­πί­σε­ως των ο­ξυ­τά­των κοι­νω­νι­κών προ­βη­μά­των που δη­μιούρ­γη­σε ο Ελ­λη­νο­ϊ­τα­λι­κός πό­λε­μος 1940-1941 και η ε­πα­κο­λου­θή­σα­σα Γερ­μα­νική Κα­το­χή 1941-1944 διε­ξή­γα­γε εξ ο­λο­κλή­ρου η Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος. Στην πρώ­τη πε­ρί­ο­δο με την Πρό­νοια Στρα­τευο­μέ­νων της Ιε­ράς Αρ­χιε­πι­σκο­πής Α­θη­νών και στην δεύ­τε­ρη με τον Ε­θνι­κό Ορ­γα­νι­σμό Χρι­στια­νι­κής Αλ­λη­λεγ­γύ­ης (Ε.Ο.Χ.Α.), που υ­πήρ­ξε η συ­νέ­χειά της. Πα­ράλ­λη­λα, ο Ιε­ρός Κλή­ρος ε­πι­δό­θη­κε ορ­γα­νω­μέ­να, αλ­λά και αυ­θόρ­μη­τα στην συ­μπα­ρά­στα­ση και α­να­κού­φι­ση  των οι­κο­γε­νειών των μα­χο­μέ­νων, των κρα­του­μέ­νων, των ε­κτε­λε­σθέ­ντων κλπ ε­μπε­ρι­στά­των και α­νέπτυ­ξε α­ξιό­λο­γες ε­θνι­κές και κοι­νω­νι­κές πρω­το­βου­λί­ες.
Η ποι­ή­τρια Κλά­ρα Πευ­κιά έ­χει δη­μο­σιεύ­σει γράμ­μα­τα σταλ­μέ­να α­πό γυ­ναί­κα του Λα­ού στον άν­δρα της στο Μέ­τω­πο, στις 4 Δε­κεμ­βρί­ου 1940, στο ο­ποί­ο α­νά­με­σα σε άλ­λα α­να­φέ­ρει: «Ο πα­πά Γιώρ­γης ού­λα τα τυ­χε­ρά του τα μοι­ρά­ζει στις φα­με­λιές πού­χουν τους αν­θρώ­πους τους στον πό­λε­μο…»!
Το έρ­γο της κοι­νω­νι­κής μέ­ρι­μνας της Εκ­κλη­σί­ας ορ­γα­νώ­θη­κε συ­στη­μα­τι­κά α­πό τον Αρ­χιε­πί­σκο­πο Χρύ­σαν­θο, ο ο­ποί­ος φρό­ντι­σε  για την συ­γκρό­τη­ση και δρα­στη­ριο­ποί­η­ση ε­πι­τε­λι­κών ορ­γά­νων της Εκ­κλη­σί­ας.
Ε­πι­σκε­πτό­ταν τους τραυ­μα­τί­ες στα νο­σο­κο­μεί­α, τις οι­κο­γέ­νειες που χά­θηκε κά­ποιος δι­κός τους στο Μέ­τω­πο, προ­ή­δρευε στην Κε­ντρι­κή Ε­πι­τρο­πή Συσ­σιτί­ων και σε πολ­λές άλ­λες βέ­βαια στην Πρό­νοια Στρα­τευο­μέ­νων της Ιε­ράς Αρ­χιε­πι­σκο­πής. Δί­πλα του ο Μ. Πρω­το­σύ­γκελ­λος Αρ­χι­μαν­δρί­της Γερ­βά­σιος Παρα­σκευό­που­λος, ε­πι­θε­ω­ρού­σε α­πό τις έ­ξι το πρω­ί τους Να­ούς, ό­που έ­πρε­πε όλοι οι Κλη­ρι­κοί να ευ­ρί­σκο­νται στην θέ­ση τους, και ε­πι­στα­τού­σε, ώ­στε να εφαρ­μό­ζο­νται πι­στά οι ο­δη­γί­ες της Ιε­ράς Αρ­χιε­πι­σκο­πής Α­θη­νών για την α­νάπεμ­ψη ει­δι­κών αν­δρών που έ­φευ­γαν.
Το έρ­γο της Πρό­νοιας, κα­τά την πε­ρί­ο­δο της Κα­το­χής, συ­νέ­χι­σε ο Ε­θνι­κός Ορ­γα­νι­σμός Χρι­στια­νι­κής Αλ­λη­λεγ­γύ­ης, ο πε­ρί­φη­μος Ε.Ο.Χ.Α., με ε­πι­κε­φα­λής τον Αρχιε­πί­σκο­πο Δα­μα­σκη­νό, που δια­δέ­χθη­κε τον Χρύ­σαν­θο. Ι­δρύ­θη­κε ως Νο­μι­κό Πρό­σω­πο Δη­μο­σί­ου Δι­καί­ου, με το Νο­μο­θε­τι­κό Διά­ταγ­μα 776 της 5ης Δε­κεμ­βρί­ου, που προ­έ­βλε­πε με­τα­ξύ των σκο­πών του «την κα­τά τη διάρ­κειαν της εκ του πο­λέ­μου δη­μιουρ­γη­θεί­σης α­νω­μά­λου κα­τα­στά­σε­ως ε­ξεύ­ρε­σιν και πα­ρο­χήν ερ­γα­σί­ας, την έν­δυ­σιν και θέρ­μαν­σιν των α­πό­ρων ο­λο­κλή­ρου της Ε­πι­κρα­τεί­ας, έ­τι δε και την πα­ρο­χήν πα­ντός εί­δους βο­η­θεί­ας εις αυ­τούς».
Έ­τσι ο Ε.Ο.Χ.Α. α­πλώ­θη­κε ό­χι μό­νο στην Πρω­τεύ­ου­σα, αλ­λά σε ό­λη την κα­τα­κτημέ­νη Ελ­λά­δα ι­δρύ­ο­ντας 3.000 πα­ραρ­τή­μα­τα. Πο­λύ ση­μα­ντι­κό ή­ταν το έρ­γο των πα­ραρ­τη­μά­των του Πει­ραιά με δ/ντή τον Γε­ώρ­γιο Τζα­τζά­νη και βα­σι­κό συ­νερ­γάτη τον Ιω­άν­νη Τι­μα­γέ­νη, και της Θεσ­σα­λο­νί­κης με ε­πι­κε­φα­λής τον τό­τε Μητρο­πο­λί­τη Γεν­νά­διο. Στον Ε.Ο.Χ.Α. πε­ρι­ήλ­θαν ό­λες οι Υ­πη­ρε­σί­ες της Προ­νοί­ας, ό­πως των ε­πι­σκε­πτριών, των δι­κα­στι­κών, των ι­διω­τι­κών και λοι­πών υ­πο­θέ­σε­ων.
Ο Ε.Ο.Χ.Α. έ­σω­σε χι­λιά­δες ζω­ές α­πό τον θά­να­το και προ­σέ­φε­ρε γε­νι­κό­τε­ρα πο­λύ με­γά­λες υ­πη­ρε­σί­ες στον Ελ­λη­νι­κό Λα­ό στα πι­κρά ε­κεί­να χρό­νια της Γερ­μα­νικής Κα­το­χής. Τα συσ­σί­τια του Ε.Ο.Χ.Α. έ­σω­σαν την ζω­ή 400.000 παι­διών, 4.000 ε­γκύ­ων, 14.000 θηλα­ζου­σών και 23.000 α­πό­ρων. Το 1942 διέ­νει­με 480.834 με­ρί­δες γά­λα­κτος και παι­δι­κών τροφών, το 1943 2.888.947 με­ρί­δες και 3.403.964 με­ρί­δες το 1944. Μό­νο το πα­ράρ­τη­μα του Ε.Ο.Χ.Α.
Σε ό­λα αυ­τά ας συ­νυ­πο­λο­γή­σου­με αυ­τό που α­πά­ντη­σε ο Αρ­χιε­πί­σκο­πος Χρύ­σανθος, ό­ταν του ζη­τή­θη­κε να με­τά­σχει στην ε­πι­τρο­πή που θα πα­ρέ­δι­δε στους κατα­κτη­τές το κλει­δί της πό­λε­ως: Οι Έλ­λη­νες Ιε­ράρ­χες δεν πα­ρα­δί­δουν τας πό­λεις εις τον ε­χθρόν, αλ­λά κα­θή­κον των εί­ναι να ερ­γα­σθούν για την α­πε­λευθέ­ρω­ση αυ­τών.
Ε­πί­σης ο Μη­τρο­πο­λί­της Θεσ­σα­λο­νί­κης Γεν­νά­διος ό­ταν του ζη­τή­θη­κε να υ­ποδεί­ξει ο­μή­ρους, πα­ρου­σιά­σθη­κε ο ί­διος με τους ιε­ρείς του λέ­γο­ντας: «Ε­μείς εί­μα­στε οι ζη­τη­θέ­ντες ό­μη­ροι».
Το ε­ρώ­τη­μα «πού ή­ταν η Εκ­κλη­σί­α στην Κα­το­χή»; Α­πα­ντή­θη­κε ή­δη α­πό τον αντι­στα­σια­κό Μα­νώ­λη Γλέ­ζο: «Ό­ποιος κα­τα­φέ­ρε­ται ε­να­ντί­ον της Εκ­κλη­σί­ας για τη δή­θεν α­δρά­νειά της στη διάρ­κεια της Κα­το­χής εί­ναι βλά­σφη­μος…».
Κλεί­νο­ντας θα θέ­λα­με να ε­πι­ση­μά­νου­με ό­τι η ταυ­τό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι η α­λή­θεια και η α­γά­πη, εκ­δη­λου­μέ­νη  ε­μπρά­κτως, α­νι­διο­τε­λώς και η­ρω­ι­κώς μι­μου­μέ­νη τον Κύ­ριο η­μών Ι­η­σού Χρι­στό, τον Κα­λόν Σα­μα­ρεί­την.
Αυ­τό το δι­πλό – πα­ράλ­λη­λο έρ­γο η Εκ­κλη­σί­α μας το  ε­πε­τέ­λε­σε, το ε­πι­τε­λεί και θα το ε­πι­τε­λεί. Αυ­τή εί­ναι η α­πο­στο­λή της και η φύ­ση της .
Ως Έλ­λη­νες ο­φεί­λου­με  θερ­μό­τα­τη ευ­γνω­μο­σύ­νη, για­τί εί­ναι η μά­να και η τρο­φός  του Έ­θνους μας και εί­μα­στε πι­στά της μέ­λη, έ­χου­με την ευ­θύ­νη να εί­μα­στε συ­νε­πείς χρι­στια­νοί. Πο­τέ να μη φα­νού­με α­χά­ρι­στοι.
Πο­τέ να μην την προ­δώ­σου­με.
Πά­ντα να α­γω­νι­ζό­μα­στε υ­πέρ της α­λή­θειας μέ­χρι θα­νά­του και να α­γα­πά­με τους συ­ναν­θρώ­πους μας ό­χι με τα δι­κά μας, αλ­λά «με τα σπλά­χνα του Χρι­στού!»!, για να α­κού­σου­με α­πό το στό­μα του Κυ­ρί­ου μας: «Μα­κά­ριοι οι ε­λε­ή­μο­νες ότι αυ­τοί ε­λε­η­θή­σο­νται»!

                            ΜΕΡΟΣ Β'  ΤΕΛΟΣ

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας της ορθοδόξου είναι μόνο η σωτηρία της ψυχής από την αμαρτία και τον κολασμό. Τα υπόλοιπα έργα που αποσκοπούνε στην σωματική ανακούφιση είναι έργο κρατικό και όχι εκκλησιαστικό. Τα πάσης φύσεως εκκλησιαστικά ιδρύματα είναι άγνωστα στην διδασκαλία του Κ. Η. Ι. Χριστού.

Ανώνυμος είπε...

Προβοκάτορας μου φαίνεσαι ανώνυμε 4:16 μμ!!
Αυτά που γράφεις σαν μόνο φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας είναι το κύριο έργο της.
Ομως και τα εκκλησιαστικά ιδρύματα που αποσκοπούν στην σωματική ανακούφιση, είναι δευτερεύον έργο της Εκκλησίας και δεν είναι άγνωστο στους Πατέρες, μαζί οπωσδήποτε με το κύριο έργο που είναι η κήρυξη της ορθής πίστης!

Ελληνορωμιός