Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Εξομολόγηση και Εγκλήματα - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

 Εξομολόγηση και Εγκλήματα

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Το ειρωνικό σχόλιο ότι «ένας εγκληματίας, π.χ. ένας δολοφόνος, πηγαίνει, εξομολογείται, ο παπάς τον συγχωρεί και όλα τελείωσαν» βασίζεται σε παρεξήγηση (ή σκόπιμη διαστρέβλωση) του τί είναι η Εξομολόγηση στην Ορθόδοξη Παράδοση. Η Εκκλησία δεν αντιμετωπίζει την εξομολόγηση ως νομικό «παραθυράκι» που ακυρώνει τις συνέπειες ενός εγκλήματος, αλλά ως θεραπευτική πράξη μετανοίας, επιστροφής και αποκατάστασης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό και την εκκλησιαστική κοινότητα.

Η Εξομολόγηση είναι Μυστήριο μετανοίας: προϋποθέτει συντριβή καρδιάς, ειλικρίνεια, ανάληψη ευθύνης και διάθεση αλλαγής. Η άφεση δεν λειτουργεί «μαγικά» ούτε ανεξάρτητα από τη μετάνοια. Ο ιερέας δεν είναι δικαστής που «διαγράφει ποινές», αλλά πνευματικός ιατρός και μάρτυρας της μετανοίας, που προσεύχεται και διακονεί την συγχωρητική χάρη του Θεού. Γι’ αυτό και η ευχή της συγχωρήσεως μιλά για τον Θεό που συγχωρεί, όχι για έναν ιερέα που απλώς «κλείνει την υπόθεση».

Κρίσιμο σημείο: η συγχώρηση αφορά την αμαρτία ως τραύμα της ψυχής και την αποκατάσταση της κοινωνίας με τον Χριστό, όχι την κατάργηση των αστικών/ποινικών συνεπειών. Όπως κάποιος που μετανόησε για μέθη μπορεί να συγχωρείται ενώ η σωματική βλάβη που προκάλεσε χρειάζεται ιατρική αντιμετώπιση και ενδέχεται να έχει και νομικές συνέπειες, έτσι και στο έγκλημα η πνευματική θεραπεία δεν ακυρώνει την ευθύνη ενώπιον της κοινωνίας.

Η ποιμαντική στάση της Εκκλησίας συνδυάζει αλήθεια και έλεος. Ο πνευματικός θα ζητήσει από τον άνθρωπο να σταθεί ενώπιον της αλήθειας:

* να ομολογήσει χωρίς δικαιολογίες,

* να αναγνωρίσει το κακό που προκάλεσε,

* να δείξει έργα μετανοίας (αλλαγή ζωής),

* όπου είναι δυνατό, να επιδιώξει αποκατάσταση/επανόρθωση,

* και να δεχθεί ότι η κοινωνία έχει νόμους και προστασία των θυμάτων.

Σε βαριά εγκλήματα, η «θεραπεία» συνήθως περιλαμβάνει επιτίμιο: όχι ως εκδίκηση, αλλά ως πνευματικό φάρμακο. Μπορεί να είναι περίοδος αποχής από τη Θεία Κοινωνία, αυξημένη προσευχή, νηστεία, ελεημοσύνη, πνευματική καθοδήγηση, και σταθερή παρακολούθηση. Στόχος δεν είναι να στιγματιστεί ο άνθρωπος, αλλά να αποφευχθεί η επιφανειακή «θρησκευτικότητα» που παρακάμπτει το βάθος της μετανοίας.

Οι Ιεροί Κανόνες μιλούν με σοβαρότητα για τα βαριά αμαρτήματα, ακριβώς επειδή τα θεωρούν βαριές πληγές. Στην Κανονική παράδοση εμφανίζονται πνευματικές «ποινές» (επιτίμια) που μπορεί να φτάνουν σε πολυετείς περιόδους αποχής από τη Θεία Κοινωνία για εγκλήματα όπως ο φόνος. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος «διώχνεται» από την Εκκλησία, αλλά ότι περνά στάδια θεραπείας και επανένταξης. Παράλληλα, η παράδοση γνωρίζει και την οικονομία: ο Πνευματικός ιερέας, με διάκριση, μπορεί να προσαρμόσει το επιτίμιο ανάλογα με τη μετάνοια, την ψυχική κατάσταση, τον κίνδυνο απελπισίας, και τις πραγματικές συνθήκες. Η ακρίβεια δείχνει το μέτρο της πληγής· η οικονομία δείχνει τη φιλανθρωπία του Θεού και την παιδαγωγία της Εκκλησίας.

Η Γραφή ήδη δείχνει ότι η μετάνοια δεν ακυρώνει αυτόματα τις συνέπειες. Ο Δαβίδ, όταν αμάρτησε βαριά, μετανοεί βαθιά (Ψαλμός 50), όμως αντιμετωπίζει και συνέπειες στην ιστορία του. Επίσης, ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει ότι «ο Θεός δεν εμπαίζεται» και ότι οι πράξεις έχουν καρπούς (Γαλ. 6:7–8): η συγχώρηση είναι πραγματική, αλλά δεν είναι φτηνός μηδενισμός της ευθύνης.

Στην εκκλησιαστική ζωή, έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου η Εκκλησία έθεσε επιτίμια μακράς διάρκειας, ακριβώς για να προστατευθεί η κοινότητα και να δοθεί χρόνος για θεραπεία. Παράλληλα, η παράδοση των αγίων δείχνει ότι η μετάνοια μπορεί να γίνει δρόμος σωτηρίας ακόμη και για ανθρώπους με σκοτεινό παρελθόν, αλλά ποτέ ως «ξεγλίστρημα»: ως σταυρός, αλλαγή, ταπείνωση και δικαιοσύνη.

Η Ορθόδοξη Εξομολόγηση δεν είναι μηχανισμός ατιμωρησίας, ούτε ο ιερέας ένας «που διαγράφει εγκλήματα». Είναι θεραπευτική πράξη μετανοίας, που προϋποθέτει αλήθεια, συντριβή και έμπρακτη αλλαγή. Για τα εγκλήματα, η Εκκλησία μιλά με σοβαρότητα, θέτει επιτίμια και κατευθύνει σε αποκατάσταση, χωρίς να αναιρεί την ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Αν κάποιοι την ειρωνεύονται, συχνά αγνοούν ότι η Ορθόδοξη Παράδοση βλέπει τη συγχώρηση όχι ως «εύκολη λύση», αλλά ως δύσκολη, θεραπευτική πορεία επιστροφής.

***

Confession and Crimes

The sarcastic claim that “a criminal—for example, a murderer—can go, confess, the priest forgives him, and that’s the end of it” rests on a misunderstanding (or a deliberate distortion) of what Confession is in the Orthodox Tradition. The Church does not treat confession as a legal “loophole” that cancels the consequences of a crime, but as a therapeutic act of repentance, return, and restoration of a person’s relationship with God and with the ecclesial community.

Confession is a Mystery of repentance: it presupposes contrition of heart, sincerity, acceptance of responsibility, and a willingness to change. Absolution does not operate “magically,” nor does it function independently of repentance. The priest is not a judge who “erases sentences,” but a spiritual physician and a witness of repentance, who prays and ministers the forgiving grace of God. That is why the prayer of absolution speaks of God who forgives, not of a priest who simply “closes the case.”

A crucial point: forgiveness concerns sin as a wound of the soul and the restoration of communion with Christ, not the abolition of civil/criminal consequences. Just as someone who repents for drunkenness may be forgiven while the bodily harm he caused requires medical treatment and may also have legal consequences, so in the case of a crime, spiritual healing does not cancel one’s responsibility before society.

The Church’s pastoral stance combines truth and mercy. The spiritual father will ask the person to stand before the truth:

* to confess without excuses,

* to acknowledge the evil he has caused,

* to show works worthy of repentance (a change of life),

* where possible, to pursue restoration/reparation,

* and to accept that society has laws and the duty to protect victims.

In grave crimes, the “treatment” usually includes an epitimion (penance): not as revenge, but as spiritual medicine. It may involve a period of abstention from Holy Communion, increased prayer, fasting, almsgiving, spiritual guidance, and steady oversight. The goal is not to stigmatize the person, but to avoid a superficial “religiosity” that bypasses the depth of repentance.

The Holy Canons speak with seriousness about grave sins precisely because they regard them as severe wounds. In the canonical tradition we find spiritual “penalties” (epitimia) that can extend to many years of abstention from Holy Communion for crimes such as murder. This does not mean that the person is “expelled” from the Church, but that he passes through stages of healing and reintegration. At the same time, the tradition also knows oikonomia (pastoral discretion): the spiritual priest, with discernment, may adjust the epitimion depending on repentance, psychological condition, the risk of despair, and the real circumstances. Akribeia (canonical strictness) shows the measure of the wound; oikonomia (pastoral discretion) shows God’s philanthropy and the Church’s pedagogy.

Scripture already shows that repentance does not automatically eliminate consequences. David, when he sinned grievously, repented deeply (Psalm 50), yet he also faced consequences in his life story. The Apostle Paul likewise reminds us that “God is not mocked” and that actions bear fruit (Gal. 6:7–8): forgiveness is real, but it is not a cheap nullification of responsibility.

In ecclesial life there have been cases where the Church imposed long-lasting epitimia precisely in order to protect the community and to give time for healing. At the same time, the tradition of the saints shows that repentance can become a path of salvation even for people with a dark past, but never as an “easy escape”: rather as a cross, change, humility, and justice.

Orthodox Confession is not a mechanism of impunity, nor is the priest someone who “erases crimes.” It is a therapeutic act of repentance, which presupposes truth, contrition, and concrete change. Regarding crimes, the Church speaks with seriousness, assigns epitimia, and directs the person toward restoration, without removing responsibility before society. If some mock it, they often ignore that the Orthodox Tradition sees forgiveness not as an “easy solution,” but as a difficult, healing path of return.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Όταν ψηφίστηκε ένας νόμος, που ανέτρεπε την ανθρώπινη οντολογία και ήταν ευθέως αντίθετος με το Ευαγγέλιο, αλλά και την ανθρώπινη φύση, η Εκκλησία δέν επέβαλε κανένα επιτίμιο στους υπεύθυνους.
Συνέχισε να τους δέχεται στους ναούς και να τους επιδαψιλεύει φιλοφρονήσεις.
Γιατί άραγε ;