Τὸ ἀντίτιμον
ΔΙΗΓΗΜΑ
Ἀλεξανδρεύς
Ἀνηφορίζουσα ἡ κυρὰ Ἀργυρὼ πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς κορυφῆς εὑρισκόμενον ἐκκλησίδιον, τὸ ὁποῖον ὁ πόθος καὶ ἡ ἐπιμονὴ τῶν χριστιανῶν μᾶλλον ἢ τὰ σαθρότατα ὑλικὰ (τὰ συνηγμένα ἐκ τῶν φυσικῶν παρακαταθηκῶν τοῦ λόφου: λίθοι, ξύλα, λάσπη κ.λπ.) διετήρουν ὀρθὸν καὶ ἀντιστεκόμενον εἰς τὴν φυσικὴν φθοράν, εἶχεν ἤδη ἀρχίσει διάλογον μετὰ τῆς οἰκοδεσποίνης τοῦ ναοῦ.
— Ἄχ, Παναγιά μου! Τί μὲ ηὗρε τὴν μαύρη! Ἄχ, τοῦ τὸ ἔλεγα ἐγώ. Βρέ, κόψ’ το. Κόψ’ το τὸ ἐλάττωμα, πρὶν σὲ κόψει ἐκεῖνο! Τίποτε αὐτός. Τὸ χαβά του. Καὶ μοῦ ἀγρίευε μάλιστα, νὰ τόνε φοβηθῶ! Ποὺ κακὸς χρόνος νὰ μὴν τὸν εὕρῃ!
— Ἄχ, Παναγία μου! Ἔχεις τὰ δίκια σου, Παρθένα μου, ὅ,τι καὶ νὰ σοῦ πῶ! Κανόνισέ τα ἐσύ, Παρθένα μου.
Οὕτως ἐβόα ἡ δύσμοιρος Ἀργυρὼ ταχύνουσα διαρκῶς τὸ βῆμα, οὐδόλως ἐμποδιζομένη ὑπὸ τῆς αὐξανομένης κλίσεως τοῦ ἀνηφορικοῦ δρομίσκου, τοῦ ὁδηγοῦντος εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον τῆς Παναγίας τῆς καλουμένης «Βοηθείας».
Πλὴν τῶν ἀδόντων τεττίγων καὶ εὐαρίθμων πτηνῶν, ἅτινα ἐνθαρρυνόμενα ὑπὸ τῆς ἑσπερινῆς λήξεως τοῦ καύσωνος ἐλάλουν, οὐδεὶς ἕτερος ἀκροατὴς εὑρίσκετο τῇ ἡλικιωμένῃ ταύτῃ γυναικί. Αὕτη δέ, βεβαίαν ἔχουσα τὴν πίστιν ὅτι ἡ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων Μήτηρ μετὰ προσοχῆς ἤκουε τὸν πόνον της, ἐσυνέχιζε ἀπτόητος τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πταίσαντος συζύγου.
— Καὶ τί νὰ τῆς πῶ τῆς Παναγιᾶς; ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν ἀπόντα σύζυγον αὐτῆς. Νὰ ’τανε ἀρρώστια; Νὰ ’τανε φτώχεια; Νὰ προστρέξω στὴ χάρη της. Μὰ τώρα; Μὲ ποιά μοῦτρα βρὲ νὰ τῆς ζητήσω χάρη;
Ἦτο γνωστὸν εἰς ἅπαν τὸ χωρίον ὅτι ὁ σύζυγος τῆς κυρὰ Ἀργυροῦς, ὁ μπαρμπα-Ἀντώνης, ἦτο ἄνθρωπος ἀγαθός, δίκαιος καὶ τίμιος. Κατετρύχετο, ὡστόσο, ὑπὸ τοῦ φοβεροῦ ἁμαρτήματος τῆς βλασφημίας. Ὅτε ἐνίκα αὐτὸν ὁ θυμός, ἐξεστόμιζε λόγους φοβερούς, βδελυροὺς καὶ ἀνοσίους. Ἐὰν δὲ ἐπεχείρῃ τις νὰ τὸν ἀνακόψῃ, τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο τὸ ἀντίθετον, ὁδηγοῦν αὐτὸν εἰς χειροτέρας καὶ ἀνοσιωτέρας βλασφημίας.
Ματαίως ἡ δύστηνος Ἀργυρὼ ἐπεχείρει νὰ τὸν συνετίσῃ. Ματαίως ἕτεροι συγχωριανοὶ τῷ ἔλεγον πὼς «Κι αὐτοὶ ἄντρες εἶναι, βρὲ ἀδερφέ, καὶ θυμώνουν, μὰ δὲν ξερνᾶνε δὰ καὶ τέτοια λόγια». Ματαίως ὁ εὐσεβὴς τοῦ χωρίου ἱερεύς, ὁ παπα-Λευτέρης, ἐζήτει παιδαγωγῆσαι τὸν βλάσφημον ἐκεῖνον. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς αὐτοῦ παρήρχετο καὶ ἡ εὐσεβὴς σύζυγος ἔτρεμε διὰ τὴν μέλλουσαν αὐτοῦ καταδίκην. Ὅτε δὲ ἐξωμολογεῖτο τὸν λογισμὸν αὐτὸν εἰς τὸν πνευματικὸν της παπα-Λευτέρη, ἐκεῖνος τὴν παρεμύθη λέγων:
— Δὲν θὰ ἀφήσῃ ὁ Θεός, Ἀργυρώ. Τόσες προσευχὲς κάμνεις ἐλόγου σου. Κι ὁ Ἀντώνης δὲν εἶναι κακὸς ἄνθρωπος. Μὰ ὁ σατανᾶς τὸν ἔχει δέσει μὲ τὴ βλαστήμια καὶ τὸν κρατάει γερά. Ἐμεῖς νὰ εὐχόμαστε ὁ Θεὸς νὰ τὸν συνετίσῃ ἐδῶ στὴ γῆ καὶ νὰ τὸν σώσῃ.
Ἅπαξ δὲ ἐστάθη καὶ προσέθεσε σκεπτόμενος καὶ κινῶν τὴν λευκασμένην αὐτοῦ κεφαλὴν ὁ ἀγαθὸς λευίτης:
— Μά, γιὰ πές μου: Ἐλόγου σου εἶσαι ἕτοιμη νὰ τὴν ἀντέξῃς τὴν παιδαγωγίαν τοῦ Θεοῦ στὸν Ἀντώνη;
Ἔθεσεν ὁ ἔμπειρος ἐκεῖνος πνευματικὸς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, γνωρίζων ποίαν βαθυτάτην ἀγάπην εἶχεν εἰς τὸν πεπτωκότα σύζυγό της ἡ ἀγαθὴ ἐκείνη ψυχή. Ἀγάπη ἥτις ὑπερέβαινε τὰ συνήθη μέτρα, ἐξαπλουμένη εἰς ὅλην τὴν ὕπαρξίν της. Ἡ Ἀργυρὼ ἐσκέφθη ἐπ’ ὀλίγον καὶ ὕστερον σοβαρῶς, ὥσπερ πρὸς τριχοκουρίαν προσερχομένη, παρήλλαξε τὸ λόγιον τῆς ὑποταγῆς λέγουσα:
— Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, Πάτερ.
Τὸν λόγον τοῦτον εἶχεν ἤδη ἀπολησμονήσει ἡ Ἀργυρὼ μέχρι τῆς παρελθούσης νυκτός. Τὴν μοιραίαν ἐκείνην νύκτα, προσπαθῶν νὰ κλείσῃ τὴν θύραν τοῦ σταύλου ὁ Ἀντώνης ἐθύμωσε ὅτι αὕτη τῷ ἀντεστέκετο· καὶ θυμώσας ἐξέβαλε λόγους τρομερούς, βλασφήμους κατὰ τοῦ προσώπου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Εἶχεν ἤδη προχωρήσει ὁ Δεκαπενταύγουστος, ἡ δὲ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἀπεῖχε τέσσαρας μόλις ἡμέρας· καὶ ἀκούσασα τοὺς λόγους τούτους ἡ Ἀργυρὼ ἐπάγωσε. Μυστικῶς ἐδεήθη πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ὅπως μὴ προσμετρήσῃ τῷ βλασφήμῳ συζύγῳ τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Ὅμως, φεῦ! Τὴν φορὰν ταύτην ἡ δέησις δὲν εἰσηκούσθη καὶ ὁ βλάσφημος σύζυγος, ἐρυθρὸς ἐκ τοῦ θυμοῦ, ἐπέπεσεν βαρὺς ἐπὶ τῆς δυστροπούσης θύρας, ἀνοίξας αὐτὴν βιαίως. Ἡ Ἀργυρὼ ἔσπευσεν εἰς βοήθειαν τοῦ ψυχῇ τε καὶ σώματι πεπτωκότος συζύγου.
— Ἐχτύπησες, Ἀντώνη μου; τὸν ἠρώτησε, μὴ ἀναφερομένη εἰς τὰς μιαρὰς βλασφημίας, γνωρίζουσα ἐκ πείρας ὅτι ἄλλως θὰ ἐπέφερε τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα.
Προσπαθήσας νὰ ἀπαντήση ὁ πεπτωκώς, οὐκ ἠδύνατο σχηματίσαι λόγον. Ἡ γλῶσσα αὐτοῦ ἐδυσκολεύετο νὰ γυρίσῃ καὶ οὐδεμία κατανοητὴ λέξις ἐξήρχετο ἐκ τοῦ στόματος, εἰμὴ ἄναρθροι κραυγαί.
Ἡ Ἀργυρὼ εὐθὺς κατενόησε τὸ συμβὰν καί, ὑποστηρίξασα τὸν σύζυγον αὐτῆς, τὸν ὡδήγησε εἰς τὸν οἶκον, χορηγήσασα αὐτῷ ποτήριον ὕδατος. Ἐκείνου δὲ συνεχίζοντος τὸν ἀκατανόητον βρυχηθμόν, παρεμύθει αὐτὸν λέγουσα:
— Σιγὰ-σιγά, Ἀντώνη μου. Θὰ μοῦ τὰ πῇς ὅλα· εἶσαι ταραγμένος.
Ἔπειτα, ἐγκαταλείψασα αὐτὸν πρὸς στιγμήν, ἐφώρμησε πρὸς τὸ μικρὸν εἰκονοστάσιον καὶ πεσοῦσα χαμαὶ ἐξέβαλε βαθὺν λυγμόν, γινώσκουσα ὅτι ἡ παιδαγωγία περὶ ἧς ὡμίλει προφητικῶς ὁ παπα-Λευτέρης εἶχεν ἔλθει. Κατόπιν ἐσηκώθη καὶ τανυζομένη μέχρι τοῦ εἰκονοστασίου ἔλαβε τὴν παλαιὰν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Δὲν τὴν ἠσπάσθη, ὡς ἐσυνήθιζε, ἀλλὰ συγκλείσασα αὐτὴν ἐν τῇ ἀγκάλῃ αὐτῆς, τοῦτον μόνον τὸν λόγον ἐψέλλισε:
— Παναγιά μου, μή μᾶς συνεριστῇς.
Καὶ ἐσιώπησε.
Εἰς τὴν σκέψιν τῆς Ἀργυροῦς, ἡ ἰδία ἦτο ἀμερίστως τῷ συζύγῳ αὐτῆς ἡνωμένη καὶ εἰς τὴν τρομερὰν ἐκείνην πτῶσιν. Διὰ τοῦτο εἶπεν «μὴ μᾶς συνεριστῇς».
Ἐπιστραφεῖσα ἡ Ἀργυρὼ πρὸς τὸν σύζυγον αὐτῆς, ἔλαβε καὶ ὡδήγησεν αὐτὸν πρὸς τὴν κλίνην τὴν εὑρισκομένην εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον. Τὸν ἐβοήθησε νὰ ἐξαπλωθῇ, ἀφαιρέσασα τὰ ὑποδήματα, ἀνοίξασα τὸ ὑποκάμισον καὶ λύσασα αὐτοῦ τὴν ζώνην. Εἶτα, στραφείσα ἤδη πρὸς τὴν θύραν, εἶπεν:
— Θὰ πάγω ὣς τὸν παπα-Λευτέρη. Νὰ ’ρθη μετά νὰ σὲ διαβάση.
Καὶ μή ἀναμένουσα ἀπάντησιν ἐξῆλθε τοῦ δωματίου καὶ τῆς οἰκίας. Καθ’ ὃν χρόνον ἐπορεύετο πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ παπα-Λευτέρη, ἐσκέπτετο πάλιν καὶ πολλάκις, τόσον τὸ γεγονὸς ὅσον καὶ τοὺς λόγους ἐκείνους τῆς ἐξομολογήσεως:
— Ἐλόγου σου εἶσαι ἕτοιμη νὰ τὴν ἀντέξῃς τὴν παιδαγωγία τοῦ Θεοῦ στὸν Ἀντώνη;
Φθάσασα ἔμπροσθεν τῆς οἰκίας τοῦ ἱερέως ἐστάθη πρὸς στιγμήν. Ἡ ὥρα ἦτο ἤδη προκεχωρημένη καὶ ἐδίστασε. Ὅμως ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν σύζυγόν της τῇ ἐπέβαλεν ὅπως κρούσῃ τὴν θύραν, ἐκβάλλουσα φωνὴν ἅμα τῇ κρούσει:
— Παπα-Λευτέρη, συμπάθα με, ἡ Ἀργυρώ.
Κατανοήσας ὁ ἀγαθὸς λευΐτης ὅτι ἀνάγκη μεγίστη ἔφερε τὴν εὐγενῆ ἐκείνην ψυχὴν ἔμπροσθεν τοῦ οἴκου του, ἐπρόβαλε εἰς τὸ ὑποφωτιζόμενον παράθυρον καὶ ἀνοίξας ἠρώτησε:
— Τί σοῦ συμβαίνει, εὐλογημένη; Μιὰ στιγμὴ νὰ σ’ ἀνοίξῃ ἡ παπαδιά.
Ἡ πρόσχαρος καὶ εὐγενὴς πρεσβυτέρα, ἥτις, κατανοοῦσα τὸν πατρικὸν ῥόλον τοῦ συζύγου, εἶχεν ἀναλάβει μητρικὸν τοιοῦτον ἔναντι ὁλοκλήρου τοῦ χωρίου, ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ ὡδήγησεν τὴν ἀσθμαίνουσαν Ἀργυρὼ εἰς τὸ κεντρικὸν δωμάτιον τοῦ οἴκου.
— Ὁ παπᾶς θὰ κατέβῃ ἀμέσως, προσέθεσε, κατανοοῦσα ὅτι ἡ νυκτερινὴ ἐκείνη ἐπίσκεψις δὲν ἠμποροῦσε παρὰ νὰ ἐμπίπτῃ εἰς τὸ ἀπόρρητον τῆς ἐξομολογήσεως.
Ἅμα τῇ ἀποχωρήσει τῆς παπαδιᾶς, οἱ λογισμοὶ κατέκλυσαν τὴν Ἀργυρώ. Ὥσπερ κύματα θαλάσσης ἐζήτουν νὰ καταπίουν αὐτήν.
— Καὶ τί περιμένεις τώρα; Ἀμ τὸ ’φαγε τὸ κεφάλι του ὁ ἀθεόφοβος. Ὁ ἀθεόφοβος!
Ὥσπερ μέλισσα ἐπίμονος ἡ λέξις αὕτη ἐτριγύριζε τὸν νοῦ τῆς Ἀργυροῦς. Ἐπετίθετο ζητοῦσα τὴν ἄνευ ὅρων παράδοσιν. Ἐκείνη ὅμως ἐξ ἀγάπης ὁρμωμένη μετὰ πάθους καὶ ζήλου ἀνέλαβεν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πεσόντος συζύγου.
— Ὄχι, δὲν εἶναι ἀθεόφοβος ὁ Ἀντώνης μου. Βλάσφημος εἶναι, τὸ ξέρω. Παιδὶ τὴν κόλλησε τὴν κακιὰ συνήθεια στὸ καράβι. Βρίζανε οἱ ναῦτες κι αὐτὸς μαζί. Τ’ ἄκουσε, τ’ ἄκουσε, παιδὶ πρᾶμα ἤτανε καὶ τοῦ ’μεινε τὸ συνήθειο. Μὴν εἶχε καὶ κανέναν στὸ καράβι νὰ τ’ ὁρμηνέψῃ; Μὰ ἀθεόφοβος; Ὄχι!
Ἡ τρυφερὰ ἐκείνη σύζυγος μετεμορφοῦτο ἤδη εἰς μητέρα. Μητέρα, ἥτις θάλπει καὶ συγχωρεῖ τὸν υἱὸν αὐτῆς, οὐ μόνον ὅταν θῦμα ἑτέρου τινὸς γίνηται, ἀλλὰ καὶ ὅταν αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν πταίῃ καὶ τὰ ὀψώνια τῆς ἰδίας αὐτοῦ κακίας ἀπολαμβάνῃ.
— Ἀργυρώ; Τί εἶναι, εὐλογημένη; ἠρώτησεν αὐτὴν ὁ ἱερεὺς εἰσερχόμενος.
— Παπᾶ μου, ὁ Ἀντώνης! εἶπε μόνον.
— Ὁ Ἀντώνης; Τί ἔπαθε ὁ Ἀντώνης;
— Βλαστήμησε, παπᾶ μου. Βλαστήμησε, μέρες ποὺ εἶναι, γιὰ τὴν πόρτα στὸ κατώι ποὺ δὲν ἄνοιγε. Κι ἀπέ, δὲν δύναται νὰ πῇ λέξη. Σὰν τὸ μοσχάρι τὸ πληγωμένο μουγκανίζει, μὰ λέξη ἀνθρωπινὴ δὲν μπορεῖ νὰ πῇ.
Κατανοήσας τὸ πρόβλημα, ὁ ἱερεὺς ἐκεῖνος, ὡς νὰ ἐπερίμενε ἀπὸ καιρὸν τὴν θείαν δίκην, ἐσηκώθη κι ἔκαμε τὸ σταυρό του.
— Μέγας εἶσαι, Κύριε! εἶπε κι εὐθέως ἠρώτησε: — Ζῇ ὅμως; Ἔτσι δὲν εἶναι, Ἀργυρώ;
— Ζῇ, παπᾶ μου. Τόνε λυπήθηκε ἡ χάρη Της.
— Δόξα σοι ὁ Θεός! ἀνεφώνησε τότε ὁ λευίτης, μὴ καταστήσας αὖθις σαφῆ τὸν λόγον τῆς δοξολογίας. Βλέπων δὲ τὴν ἀπορίαν ἐζωγραφισμένην εἰς τὸ πρόσωπον τῆς συνομιλητρίας του, προσέθεσε:
— Δοξάζω τὸν Θεὸ ποὺ δὲν τὸν πῆρε. Μὰ περισσότερο τόνε δοξάζω ποὺ τόνε τιμώρησε.
Σπεύσας δὲ νὰ προλάβη τοὺς λογισμοὺς τῆς Ἀργυροῦς, συνεπλήρωσε τὴν φράσιν:
— Ποὺ τόνε τιμώρησε ἐδῶ. Σὲ τούτη τὴ ζωή. Προσωρινῶς.
Ἡ πίστις τῆς Ἀργυροῦς δὲν ἠδυνήθη νὰ νικήσῃ τὴν συζυγικὴν ἀγάπην της καὶ δάκρυα ἔρρευσαν ἐπὶ τῶν παρειῶν της. Κατενόει τὴν ὀρθότητα τῶν λεγομένων τοῦ ἱερέως, ἀλλ’ ὁ πόνος διὰ τὸ πάθημα τοῦ ἠγαπημένου της συζύγου ἐνίκα πᾶσαν προσπάθειαν ἀποδοχῆς τοῦ γεγονότος. Ἡ προοπτικὴ ἑνὸς βωβοῦ -ἢ μᾶλλον βρυχωμένου συζύγου- ἦτο τόσον ἀπεχθής, ὥστε ἐνδομύχως κατ’ ἀρχάς, μεγαλοφώνως ἐν συνεχείᾳ εἶπε τὸν λόγον:
— Κάλλιο νὰ τὸ πάθαινα ἐγώ, παρὰ ὁ Ἀντώνης μου!
Ὁ ἱερεύς, ἀκούσας τὸν λόγον τοῦτον, ἐταράχθη καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ κατέστη αἴφνης αὐστηρά.
— Μὴ λέγῃς τέτοιο λόγο, Ἀργυρώ! εἶπε. Μὴ τὸν ξαναπῇς! Εἶναι βαρὺς καὶ ἐπικίνδυνος λόγος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει τί ζητεῖ καὶ ὁ Θεὸς κάποτε παραχωρεῖ νὰ λάβῃ ἐκεῖνο ποὺ μετὰ πόνου καὶ ἐπιμονῆς αἰτεῖται.
Ἀλλ’ ἡ Ἀργυρώ, ἥτις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶχεν ἑνώσει τὴν τύχην αὐτῆς μετὰ τῆς τύχης τοῦ συζύγου της, ἐκίνησε τὴν κεφαλὴν καὶ ἐπανέλαβε μετὰ σταθερότητος:
— Τὸ ξέρω, παπᾶ μου. Μὰ τί νὰ τὴν κάμω τὴ φωνή μου, ἂν εἶναι νὰ χαθῇ ὁ Ἀντώνης μου; Κάλλιο νὰ τὸ πάθαινα ἐγὼ παρὰ ἐκεῖνος!
— Σιώπα, εὐλογημένη! ἀνέκραξεν ὁ ἱερεύς. Μὴ προκαλῇς τὴν θεῖα παιδαγωγία!
— Ἂς τὸ δεχθῇ ἡ Παναγιά, παπᾶ μου. Κάλλιο ἐγώ…
Πρὶν ἀποσώσῃ τὸν λόγον, ὁ παπα-Λευτέρης ὕψωσε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ καὶ τὴν διέκοψε.
— Ἀρκετά, Ἀργυρώ! Οὔτε νὰ τὸ ξαναπῇς οὔτε νὰ τὸ συλλογισθῇς. Δὲν γνωρίζεις τί ζητεῖς.
Ἡ Ἀργυρὼ ἔκλινε τὴν κεφαλήν, ἀλλ’ οὐδὲν ἀπήντησε. Ὁ ἱερεὺς τὴν παρετήρησεν ἐπὶ μακρόν. Ἐγνώριζεν ὅτι ἡ σιωπή της δὲν ἐσήμαινεν ὑποχώρησιν. Ἐντὸς τῆς καρδίας της ὁ λόγος εἶχεν ἤδη λεχθῆ καὶ ἡ προσφορὰ εἶχεν ἤδη συντελεσθῆ.
— Πᾶμε στὸν Ἀντώνη, εἶπε τέλος. Κι ἡ Παναγιὰ ἂς κάμῃ ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζει.
Ἔλαβε τὸ πετραχήλιον καὶ τὸ μικρὸν εὐχολόγιον καὶ ἠκολούθησε τὴν Ἀργυρώ. Φθάσαντες εἰς τὴν οἰκίαν, εὗρον τὸν Ἀντώνην ἐπὶ τῆς κλίνης, ἀγρυπνοῦντα καὶ ἀγωνιζόμενον ματαίως νὰ ἐκβάλῃ λόγον. Ὁ παπα-Λευτέρης ἀνέγνωσεν εὐχὰς ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸν ἐσταύρωσε καὶ ἔθεσε τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του. Οὐδεμία ὅμως μεταβολὴ ἐφάνη.
— Ὑπομονή, εἶπε πρὸς τὴν Ἀργυρώ. Καὶ προσευχή. Τὰ λοιπὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἀνεχώρησε.
Ἡ Ἀργυρὼ παρέμεινε καθ’ ὅλην τὴν νύκτα πλησίον τοῦ συζύγου της. Ἄλλοτε προσηύχετο, ἄλλοτε ἐσπόγγιζε τὸ μέτωπόν του καὶ ἄλλοτε ἐκράτει τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐντὸς τῶν δικῶν της χειρῶν. Μόλις δὲ ἐχάραξεν, ὁ Ἀντώνης ἀπεκοιμήθη ἐξηντλημένος.
Ἐστάθη πρὸ τῆς θύρας καὶ ἀνέπνευσε βαθέως. Ὁ ἥλιος εἶχε χαμηλώσει πρὸς τὴν δύσιν καὶ τὸ ἐρυθρὸν φῶς αὐτοῦ περιέλουε τοὺς λίθους τοῦ ἐξωκκλησίου. Ἡ Ἀργυρὼ ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ ἐδοκίμασε νὰ εἴπῃ:
— Παναγιά μου…
Ἀλλ’ οὐδεὶς φθόγγος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματός της.
Ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἀνάβασις τὴν εἶχεν ἀποκάμει. Ἐκαθάρισε τὸν λαιμόν της καὶ προσεπάθησε πάλιν.
Τὰ χείλη της ἐκινήθησαν, ἡ γλῶσσα ἐσχημάτισε τὴν λέξιν, ἀλλ’ ἡ φωνὴ δὲν ἠκούσθη.
Ἔθεσε τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ της καὶ ἐδοκίμασε νὰ φωνάξῃ. Μόνον μία πνοὴ ἀσθενὴς ἐξῆλθε. Τότε κατενόησε.
Ὁ λόγος, ὅν εἶχε προφέρει τὴν παρελθοῦσαν νύκτα ἐνώπιον τοῦ ἱερέως, εἶχεν εἰσακουσθῆ.
Ἤνοιξε τὴν θύραν τοῦ ναοῦ, εἰσῆλθε καὶ ἔπεσε γονυκλινὴς πρὸ τῆς παλαιᾶς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου. Δὲν ἔκλαυσε, οὐδὲ ἐταράχθη. Ἔκλινε μόνον τὴν κεφαλὴν καὶ ἥνωσε τὰς χεῖρας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε προσφέρει διὰ τῶν χειλέων, τὸ προσέφερε τώρα καὶ διὰ τῆς σιωπῆς της.
Μετ’ ὀλίγον ἠκούσθη μακρόθεν ἡ καμπάνα τοῦ χωρίου, καλοῦσα τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν Παράκλησιν. Ἡ Ἀργυρὼ ἐσηκώθη, ἠσπάσθη τὴν εἰκόνα καὶ κατηφόρισε ταχέως.
Ὅτε εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ὁ παπα-Λευτέρης ἦτο ἕτοιμος νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἀκολουθίαν. Βλέπων τὴν Ἀργυρὼ ὠχρὰν καὶ ἀσθμαίνουσαν, τὴν ἐπλησίασε.
— Τί συμβαίνει, Ἀργυρώ;
Ἐκείνη ἤνοιξε τὸ στόμα, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος ἠκούσθη. Ἔδειξε τὸν λαιμόν της, ἔπειτα τὸ στόμα της καὶ τέλος ἔστρεψε τὴν χεῖρα πρὸς τὸ ἐξωκκλήσιον.
Ὁ ἱερεὺς ἐπάγωσε.
— Ἐχάθη ἡ φωνή σου; ἠρώτησε.
Ἡ Ἀργυρὼ ἔνευσε καταφατικῶς.
— Ἐκεῖ πάνω; Στὴν Παναγία;
Ἐκείνη ἔνευσε πάλιν καὶ δάκρυα ἐφάνησαν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς της.
Ὁ παπα-Λευτέρης ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ.
— Ἐδέχθης, λοιπόν, εὐλογημένη, ἐκεῖνο ποὺ ἐζήτησες…
Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Παρακλήσεως ἡ Ἀργυρὼ παρέμεινε γονυκλινὴς ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου. Τὰ χείλη της ἐκινοῦντο ἀκολουθοῦντα τοὺς ὕμνους, ἀλλὰ φωνὴ δὲν ἐξήρχετο. Ὁ δὲ παπα-Λευτέρης πολλάκις ἔστρεφε τὸ βλέμμα πρὸς αὐτήν, μὴ δυνάμενος νὰ συγκρατήσῃ τὴν συγκίνησίν του.
Μόλις ἐτελείωσεν ἡ ἀκολουθία, ἔλυσε τὸ πετραχήλιον καὶ τὴν ἐπλησίασε.
— Πᾶμε στὸν Ἀντώνη, εἶπε.
Ἡ Ἀργυρὼ ἔνευσε καὶ οἱ δύο ἐπορεύθησαν πρὸς τὴν οἰκίαν.
Πρὶν ἀκόμη εἰσέλθουν εἰς τὴν αὐλήν, ἤκουσαν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ φωνὴν ἀνδρικήν:
— Κύριε, ἐλέησόν με! Κύριε, συγχώρεσέ με!
Ἡ Ἀργυρὼ ἐστάθη ἀκίνητος. Ἦτο ἡ φωνὴ τοῦ Ἀντώνη.
Ἤνοιξε βιαίως τὴν θύραν καὶ εἰσῆλθε. Ὁ Ἀντώνης ἐκάθητο ἐπὶ τῆς κλίνης με τὰς χεῖρας ἡνωμένας καὶ τὸ πρόσωπον βρεγμένον ἐκ τῶν δακρύων. Μόλις τὴν εἶδε, ἐσηκώθη.
— Ἀργυρώ! Ἀργυρώ μου! Μιλῶ! Ἡ Παναγιὰ μὲ λυπήθηκε! Μιλῶ!
Ἡ Ἀργυρὼ ἔτρεξε πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν ἐνηγκαλίσθη. Ἐδοκίμασε νὰ τοῦ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ μόνον ἡ ἄφωνος πνοή της ἠκούσθη.
Ὁ Ἀντώνης ἀπεμακρύνθη ὀλίγον καὶ τὴν ἐκοίταξε κατάπληκτος.
— Ἀργυρώ; Γιατί δὲν μιλᾷς;
Ἐκείνη ἐχαμογέλασε ἐν μέσῳ τῶν δακρύων καὶ ἔδειξε πρῶτον τὸ στόμα της καὶ ἔπειτα τὸ ἰδικόν του.
Ὁ Ἀντώνης κατενόησε. Τὸ πρόσωπόν του συνεσπάσθη καὶ ἐξέβαλε βαθὺν λυγμόν.
— Τί ἔκαμες, Ἀργυρώ μου; Τί ἔκαμες γιὰ μένα;
Ἔπεσε ἐνώπιόν της καὶ ἀγκάλιασε τὰ γόνατά της. Ἡ Ἀργυρὼ ἔσκυψε, τὸν ἐσήκωσε καὶ ἔθεσε τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν χειλέων του, ὡς νὰ τοῦ ἔλεγεν ὅτι οὐδεὶς λόγος ἦτο πλέον ἀναγκαῖος.
Ὁ παπα-Λευτέρης ἐσταύρωσε καὶ τοὺς δύο.
— Μὴ ζητεῖτε νὰ καταλάβετε τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ, εἶπε. Ἐκεῖνο μόνον νὰ γνωρίζετε: μεγάλη εἶναι ἡ δύναμις τῆς μετανοίας, ἀλλὰ μεγάλη καὶ ἡ δύναμις τῆς ἀγάπης.
Εἶτα, στραφεὶς πρὸς τὴν παλαιὰν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, προσέθεσε:
— Ἡ Παναγιὰ νὰ βάλῃ τὸ χέρι Της. Λίγες ἡμέρες ἀπομένουν ὣς τὴ γιορτή Της.
Κατὰ τὰς ἡμέρας αἱ ὁποῖαι ἠκολούθησαν, ἡ Ἀργυρὼ παρέμεινεν ἄφωνος. Κάθε πρωὶ ἐδοκίμαζε νὰ προφέρῃ μίαν λέξιν, ἀλλ’ οὐδεὶς φθόγγος ἐξήρχετο. Καὶ κάθε ἑσπέρας ἐπήγαινε εἰς τὴν Παράκλησιν, ἵστατο ἐνώπιον τῆς Θεοτόκου καὶ ἠκολούθει τοὺς ὕμνους κινοῦσα μόνον τὰ χείλη.
Ὁ Ἀντώνης δὲν ἀπεμακρύνετο ἀπὸ πλησίον της. Ὡμιλοῦσε πλέον ὀλίγον καὶ χαμηλοφώνως, ὡς ἐὰν κάθε λέξις ἦτο πολύτιμος, ὡς ἐὰν ἐφοβεῖτο μή διὰ τῆς ἀμελείας του ἀπολέσῃ πάλιν τὸ θεῖον δῶρον τῆς λαλιᾶς. Πολλάκις ἐλάμβανε τὰς χεῖρας τῆς Ἀργυροῦς καὶ τὰς ἠσπάζετο μετὰ δακρύων.
Τὸ ἑσπέρας τῆς παραμονῆς τῆς Κοιμήσεως, μετὰ τὸν Μέγαν Ἑσπερινόν, ὁ παπα-Λευτέρης ἐπεσκέφθη τὸ ζεῦγος. Τοὺς ηὗρε καθημένους πλησίον τοῦ μικροῦ εἰκονοστασίου, τὸν Ἀντώνην προσευχόμενον χαμηλοφώνως καὶ τὴν Ἀργυρὼν ἀκολουθοῦσαν αὐτὸν διὰ τῶν χειλέων.
Τοὺς ηὐλόγησε καὶ τοὺς παρεμύθησε. Πρὶν δὲ ἀναχωρήσῃ, ἐστράφη πρὸς τὴν παλαιὰν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ εἶπε:
— Ἡ Παναγιὰ νὰ βάλῃ τὸ χέρι Της. Αὔριο ἑορτάζει ἡ χάρη Της.
Καὶ ἀπεχώρησε.
Ἀντὶ ὅμως νὰ ἐπιστρέψη εἰς τὴν οἰκίαν του, ἀνηφόρισε πρὸς τὸ μικρὸν ἐκκλησίδιον τῆς Παναγίας τῆς Βοηθείας. Ἤνοιξε τὴν θύραν, ἀνῆψε τὴν κανδήλαν καὶ ἐγονάτισε πρὸ τῆς εἰκόνος.
— Παναγία μου, εἶπε μετὰ δακρύων, ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τί νὰ Σοῦ ζητήσω. Ἡ δούλη Σου ἔδωσε τὴ φωνὴ της γιὰ τὸν ἄνδρα της κι Ἐσὺ ἐδέχθης τὴν προσφορά της. Μὰ αὔριο εἶναι ἡ γιορτή Σου. Μή λυπηθῇς, Μητέρα μου, νὰ τελειώσῃς τὸ θαῦμα Σου. Μή μείνουν δύο ἄνθρωποι μισοί, ὅταν ἡ ἀγάπη τοὺς ἔκαμε μία ψυχή.
Καὶ παρέμεινεν ἐκεῖ προσευχόμενος, μέχρις ὅτου αἱ πρῶται ἀνταύγειαι τῆς ἡμέρας ἐφάνησαν ὄπισθεν τῶν βουνῶν.
Τὴν ἑπομένην, πρὶν ἀκόμη σημάνῃ ἡ καμπάνα, ἡ Ἀργυρὼ καὶ ὁ Ἀντώνης ἀνηφόριζον πρὸς τὸ ἐκκλησίδιον.
Ἡ Ἀργυρὼ ἐβάδιζε βραδέως. Τὰ μάτια της ἦσαν ἐρυθρὰ ἐκ τῶν δακρύων, τὸ δὲ πρόσωπόν της ἤρεμον. Ὁ Ἀντώνης ἐπορεύετο δίπλα της μὲ τὴν κεφαλὴν σκυμμένην. Οὐδεὶς λόγος ἀντηλλάγη μεταξύ των. Δὲν ἐχρειάζετο πλέον ἡ ἀνθρωπίνη λαλιὰ διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁ εἷς τὸν ἄλλον.
Εἰσελθόντες εἰς τὸν ναόν, ἐχωρίσθησαν κατὰ τὴν συνήθειαν τοῦ τόπου. Ἡ Ἀργυρὼ ἐστάθη εἰς τὸ μέρος τῶν γυναικῶν, πλησίον τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου. Ὁ Ἀντώνης μετέβη εἰς τὴν ἄλλην πλευράν, ὅπου ἵσταντο οἱ ἄνδρες.
Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ Ὄρθρου ἡ Ἀργυρὼ δὲν ἔπαυσε νὰ δακρύῃ. Δὲν ἠδύνατο νὰ ψάλῃ οὔτε νὰ ψιθυρίσῃ τὰς προσευχάς. Μόνον τὰ χείλη αὐτῆς ἐκινοῦντο καὶ τὰ δάκρυα ἔπιπτον ἐπὶ τοῦ δαπέδου.
Εἰς τὴν ἄλλην πλευρὰν τοῦ ναοῦ ὁ Ἀντώνης ἔκλαιε μὲ λυγμούς. Πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωὴν του ἔβλεπε καθαρῶς τὸ βάρος τῶν λόγων του. Ὅλαι αἱ συμβουλαὶ τῆς Ἀργυροῦς, ὅλαι αἱ παραινέσεις τῶν συγχωριανῶν καὶ τοῦ ἱερέως ἐπέστρεφον εἰς τὴν μνήμην του. Ἡ φοβερὰ συνήθεια, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τόσα ἔτη ἐθεώρει μικρὰν καὶ ἀσήμαντον, ἵστατο τώρα ἐνώπιόν του ὡς θηρίον, τὸ ὁποῖον εἶχε καταβροχθίσει τὴν φωνὴν τῆς συζύγου του.
Ὁ παπα-Λευτέρης ἐτέλει τὴν Θείαν Λειτουργίαν μετὰ συγκινήσεως. Πολλάκις ἡ φωνή του ἐκόπτετο, ὅταν ἔβλεπε τὴν Ἀργυρὼ νὰ στέκῃ βουβὴ πρὸ τῆς εἰκόνος καὶ τὸν Ἀντώνην νὰ συντρίβεται εἰς τὴν ἄλλην πλευράν.
Ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς Θείας Μεταλήψεως, ἐξῆλθεν ἐκ τῆς Ὡραίας Πύλης κρατῶν τὸ Ἅγιον Ποτήριον καὶ ἀνεφώνησε:
— Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε.
Ἡ Ἀργυρὼ ἐπλησίασε τελευταῖα μεταξὺ τῶν γυναικῶν. Ἔτρεμεν ὁλόκληρος καὶ τὰ δάκρυα ἔρρεον ἀκατάπαυστα. Ὁ ἱερεύς, βλέπων αὐτήν, ἐδάκρυσε καὶ ὁ ἴδιος.
— Μεταλαμβάνει ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Ἀργυρώ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον.
Ἡ Ἀργυρὼ ἐκοινώνησε, ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ ἐπέστρεψε εἰς τὴν θέσιν της. Ἐκεῖ ἔμεινε μὲ τὴν κεφαλὴν σκυμμένην καὶ τὰς χεῖρας ἑνωμένας.
Ὁ παπα-Λευτέρης ἐσήκωσε τότε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐκοίταξε πάλιν πρὸς τὸ μέρος τῶν ἀνδρῶν. Τὸ βλέμμα του ἐστάθη ἐπὶ τοῦ Ἀντώνη. Ἐγνώριζε τὸ μέγα ἁμάρτημά του. Ἐγνώριζεν ὅμως καὶ τὴν συντριβήν, ἡ ὁποία εἶχε μεταβάλει ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὴν καρδίαν του.
Τοῦ ἔκαμε νεῦμα νὰ πλησιάσῃ.
Ὁ Ἀντώνης ἐταράχθη. Ἐκοίταξε δεξιὰ καὶ ἀριστερά, νομίζων ὅτι τὸ νεῦμα ἀπευθύνετο πρὸς ἄλλον.
Ὁ ἱερεὺς ἐπανέλαβε τὸ νεῦμα.
— Ἔλα, Ἀντώνη, εἶπε χαμηλοφώνως.
Ὁ Ἀντώνης ἐπροχώρησε τρέμων. Τὰ γόνατά του μόλις τὸν ἐκράτουν. Φθάσας πρὸ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, ἔπεσε σχεδὸν ἐπὶ τῶν ποδῶν τοῦ ἱερέως.
— Ἀνάξιος εἶμαι, παπᾶ μου, ἐψιθύρισε.
— Κανείς μας δὲν εἶναι ἄξιος, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς. Προσέρχεσαι ὅμως μετανοῶν. Ὁ Θεὸς γνωρίζει τὴν καρδιά σου.
Ὁ Ἀντώνης ἤνοιξε τὸ στόμα, ἐκεῖνο τὸ στόμα τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσα ἔτη εἶχεν ὑπηρετήσει τὸν θυμὸν καὶ τὴν βλασφημίαν.
— Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Ἀντώνιος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον.
Τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκοινώνησεν ὁ Ἀντώνης, ἡ Ἀργυρὼ ἠσθάνθη πνοήν τινα θερμὴν νὰ διέρχηται διὰ τοῦ λαιμοῦ αὐτῆς. Ἔθεσε τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ ἀνέπνευσε βαθέως.
Καὶ αἴφνης ἡ φωνή της, καθαρὰ καὶ δυνατή, ἐπλήρωσε τὸν μικρὸν ναόν:
— Παναγιά μου! Δόξα στὴ χάρη Σου! Μεγάλο τὸ ὄνομά Σου! Δὲν μᾶς συνερίστηκες, Μητέρα μου! Δὲν μᾶς συνερίστηκες!
Ἅπαντες ἐστράφησαν πρὸς αὐτήν. Αἱ γυναῖκες ἔκλαιον, οἱ ἄνδρες ἔκαμνον τὸν σταυρόν των καὶ ὁ ψάλτης ἔμεινε μὲ τὸ στόμα ἀνοικτόν, μὴ δυνάμενος νὰ συνεχίσῃ.
Ὁ Ἀντώνης, ἀκούσας τὴν φωνὴν τῆς συζύγου του, ἐξέβαλε βαθὺν λυγμὸν καὶ ἔκλινε τὴν κεφαλὴν πρὸ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου. Ὁ παπα-Λευτέρης ἔθεσε τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ ὤμου του, ἐνῶ δάκρυα ἔρρεον ἐπὶ τῆς λευκῆς γενειάδος του.
Ἡ Ἀργυρὼ ἐπανελάμβανε:
— Δόξα στὴ χάρη Σου, Παναγιά μου! Δόξα στὸν Υἱό Σου! Δὲν μᾶς ἄφησες! Δὲν μᾶς ἄφησες!
Καὶ ὁ μικρὸς ναός, ὁ οἰκοδομημένος διὰ λίθων, ξύλων καὶ λάσπης, ἐφαίνετο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην μεγαλοπρεπέστερος παντὸς ἀνθρωπίνου οἰκοδομήματος. Διότι ἐντὸς αὐτοῦ δὲν ἐτελεῖτο πλέον μόνον ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἐτελεῖτο συγχρόνως ἡ ἀνάστασις δύο ἀνθρωπίνων ψυχῶν.
Ἔκτοτε οὐδεὶς εἰς τὸ χωρίον ἤκουσε βλάσφημον λόγον ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Ἀντώνη. Ὅταν ὁ θυμὸς ἐπλησίαζε νὰ τὸν νικήσῃ, ἐκεῖνος ἔκλεινε τὰ χείλη, ἔκαμνε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ ἔλεγε:
— Κύριε, ἐλέησόν με. Ἀκριβοπληρωμένη εἶναι τούτη ἡ φωνή.
Ἡ δὲ Ἀργυρώ, ὅτε κάποιος ἐπήνει τὴν θυσίαν της, ἐχαμογέλα καὶ ἀπήντα:
— Δὲν ἔκαμα ἐγὼ τίποτε. Ἡ Παναγιὰ μᾶς ἐλυπήθηκε.
Ὁ παπα-Λευτέρης ὅμως, μέχρι τοῦ τέλους τῆς ζωῆς του, διηγεῖτο μετὰ δακρύων τὸ θαυμαστὸν ἐκεῖνο γεγονός. Καὶ πάντοτε κατέληγε μὲ τὸν ἴδιον λόγον:
— Πολλὴ δύναμη ἔχει ἡ πίστις. Μεγαλύτερη ὅμως ἔχει ἡ ἀγάπη, ὅταν εἶναι ἕτοιμη νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον.
Ἀλεξανδρεύς

6 σχόλια:
Με λίγα λόγια θα πω ότι είναι ένα ακόμα αριστούργημα του γδμ
Υπέροχο
Θαυμάσιο διήγημα! Ύμνος στη δύναμη της θυσιαστικής αγάπης και της αληθινής πίστης! Συγχαρητήρια στον δημιουργό!
Δεν γράφεις πολλά και συχνά. Όταν όμως γράφεις είναι κάτι το τέλειο.
Η εξαιρετική επιλογή των λέξεων και η καθηλωτική ροή της ιστορίας δημιουργούν ένα πραγματικό κομψοτέχνημα λόγου.
Θερμά συγχαρητήρια στον δημιουργό για αυτό το πνευματικό δώρημα!
Φ.
Περατώσας τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρτι δημοσιευθέντος πονήματος τοῦ προσφιλοῦς «Ἀλεξανδρέως», εἶπον καθ’ ἐμαυτόν: «Ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐζήλωσε τὴν δόξαν καὶ τὸν κάλαμον τοῦ κυρ-Ἀλεξάνδρου ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου!». Καὶ τὸ ἐπέτυχεν, καὶ ὁ κάλαμός του ἀνεδείχθη εἰς κάλαμον γραμματέως καλλιγράφου, ἀνταγωνιζομένου ἐκείνου τοῦ Ἁγίου τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων.
Προσφιλέστατε Ἀλεξανδρεῦ, εὐγνωμόνως κλίνομεν γόνυ εἰς τὸ θεόσδοτον χάρισμά σου καὶ παρακαλοῦμέν σε μὴ παύσῃς συγγράφειν τοιαῦτα διδακτικὰ καὶ ψυχοτρόφα πονήματα.
Ἐλάχιστος ἀδελφός Θ.
Δημοσίευση σχολίου