Σύγχρονοι Άγιοι και θεολογικό αλάθητο
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Σύγχρονοι
Άγιοι και θεολογικό αλάθητο: Η διάκριση ανάμεσα στην αγιότητα, τα χαρίσματα και
τη δογματική αυθεντία της Εκκλησίας
Η αγάπη του Ορθόδοξου λαού προς τους συγχρόνους
αγίους είναι ένα από τα πιο παρήγορα φαινόμενα της εκκλησιαστικής ζωής των
τελευταίων δεκαετιών. Ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο άγιος Πορφύριος ο
Καυσοκαλυβίτης, ο άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης, ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ και τόσες
άλλες φωτισμένες μορφές έγιναν για πολλούς ανθρώπους ζωντανή απόδειξη ότι η
αγιότητα δεν είναι υπόθεση του μακρινού παρελθόντος. Η Χάρη του Θεού
εξακολουθεί να ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, να μεταμορφώνει ανθρώπους, να
παρηγορεί, να θεραπεύει και να οδηγεί στη μετάνοια.
Ωστόσο, η τιμή προς τους αγίους χρειάζεται και θεολογική διάκριση. Διότι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος η ευλάβεια να μετατραπεί σε άκριτη χρήση των λόγων τους. Συχνά βλέπουμε πιστούς να επικαλούνται συγχρόνους αγίους και γεροντάδες για να «κλείσουν» κάθε συζήτηση: «Το είπε ο άγιος, άρα τελείωσε». Με αυτόν τον τρόπο, όμως, ο άγιος παύει να αντιμετωπίζεται ως μέλος του σώματος της Εκκλησίας και μετατρέπεται, σχεδόν ανεπίγνωστα, σε ατομικό κέντρο αυθεντίας. Έτσι γεννιέται μια σοβαρή σύγχυση: η αγιότητα ταυτίζεται με ένα γενικό προσωπικό αλάθητο.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν γνωρίζει τέτοια αντίληψη.
Οι άγιοι είναι φίλοι του Θεού, φορείς της Χάριτος, πρότυπα μετανοίας,
καθαρότητας, ταπεινώσεως και αγάπης. Δεν είναι όμως αλάθητα πρόσωπα με την
έννοια ότι κάθε λόγος τους, για κάθε θέμα, έχει αυτομάτως δογματικό κύρος. Η
Εκκλησία αναγνωρίζει την αγιότητά τους, αλλά δεν τους απομονώνει από το σώμα
της· τους εντάσσει μέσα στη μία Παράδοση, μέσα στην Ευχαριστιακή ζωή, μέσα στη
Συνοδική συνείδηση, μέσα στη συμφωνία των Πατέρων.
Η αγιότητα δεν είναι προσωπικό αλάθητο
Η αγιότητα είναι καρπός της μετοχής του ανθρώπου
στη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο άγιος δεν είναι απλώς ένας ηθικά καλός
άνθρωπος, ούτε ένας χαρισματικός ψυχολόγος, ούτε ένας σοφός δάσκαλος σύμφωνα με
τα ανθρώπινα μέτρα. Είναι άνθρωπος που κάλεσε τον Χριστό να κατοικήσει στην
καρδιά του. Καθάρθηκε με τη μετάνοια, φωτίστηκε με την προσευχή, έμαθε να αγαπά
σταυρικά, έζησε την πίστη όχι ως θεωρία αλλά ως ζωή.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε άγιος έχει όλα τα
χαρίσματα. Ούτε σημαίνει ότι κάθε άγιος μπορεί να απαντήσει αυθεντικά σε κάθε
δογματικό, ερμηνευτικό, κανονικό ή ιστορικό ζήτημα. Η Εκκλησία δεν είναι
άθροισμα ατομικών αυθεντιών· είναι σώμα Χριστού. Και μέσα σε αυτό το σώμα το
Άγιο Πνεύμα μοιράζει χαρίσματα «καθὼς βούλεται».
Ο Απόστολος Παύλος είναι απολύτως σαφής: «Καὶ οὓς
μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον
διδασκάλους…» (Α΄ Κορ. 12,28). Και αλλού ρωτά: «Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες
προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις;» (Α΄ Κορ. 12,29). Η
απάντηση είναι αυτονόητη: όχι. Δεν είναι όλοι απόστολοι, δεν είναι όλοι
προφήτες, δεν είναι όλοι διδάσκαλοι, δεν έχουν όλοι το ίδιο χάρισμα.
Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Η αγιότητα είναι η ζωή
του Θεού στον άνθρωπο. Το χάρισμα είναι ειδική δωρεά του Πνεύματος για τη
διακονία της Εκκλησίας. Η αγιότητα και τα χαρίσματα συνδέονται, αλλά δεν
ταυτίζονται. Μπορεί κάποιος να είναι άγιος χωρίς να είναι μεγάλος δογματικός
θεολόγος. Μπορεί να είναι θαυματουργός χωρίς να είναι ερμηνευτής των Γραφών.
Μπορεί να έχει χάρισμα παρηγορίας, αλλά όχι χάρισμα συστηματικής θεολογικής
διατύπωσης. Αυτό δεν μειώνει την αγιότητά του· απλώς τη βάζει στη σωστή
εκκλησιολογική της θέση.
Το αλάθητο ανήκει στην Εκκλησία, όχι σε μεμονωμένα
πρόσωπα
Στην Ορθόδοξη Παράδοση η αλήθεια δεν στηρίζεται σε
ένα μεμονωμένο άτομο, όσο άγιο κι αν είναι. Η αλήθεια φυλάσσεται και εκφράζεται
από την Εκκλησία ως σώμα Χριστού. Εκφράζεται στην Αγία Γραφή, στους Πατέρες,
στις Οικουμενικές Συνόδους, στη θεία λατρεία, στην ασκητική εμπειρία, στη
ζωντανή συνέχεια της παραδόσεως.
Ακόμη και οι μεγάλοι Πατέρες δεν λειτουργούν ως
ιδιωτικές αυθεντίες. Ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ο άγιος Βασίλειος, ο άγιος
Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς δεν είναι αυθεντίες επειδή υπήρξαν απλώς
μεγάλες αγιοπνευματικές προσωπικότητες. Είναι αυθεντικοί θεολόγοι επειδή ο
λόγος τους εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας, επειδή έγινε δεκτός από το
εκκλησιαστικό σώμα, επειδή βρίσκεται σε συμφωνία με την Αποστολική και Πατερική
εμπειρία.
Αυτό σημαίνει ότι κανένας άγιος δεν πρέπει να
απομονώνεται από την Εκκλησία. Αν πάρουμε μια φράση ενός αγίου, την αποκόψουμε
από το πλαίσιό της και την κάνουμε απόλυτο κριτήριο για όλα τα ζητήματα, τότε
δεν τιμούμε τον άγιο. Τον χρησιμοποιούμε. Και μάλιστα τον χρησιμοποιούμε με
τρόπο ξένο προς το ίδιο το φρόνημα των αγίων, οι οποίοι ποτέ δεν διεκδίκησαν
προσωπικό αλάθητο.
Οι άγιοι ήταν οι πρώτοι που ζούσαν με φόβο Θεού,
ταπείνωση και υπακοή στην Εκκλησία. Δεν ζητούσαν να επιβάλουν τον εαυτό τους.
Δεν έλεγαν «εγώ είμαι το κριτήριο». Έλεγαν, με τον τρόπο της ζωής τους, «η
Εκκλησία είναι η κιβωτός της σωτηρίας· ο Χριστός είναι η αλήθεια».
Η διάκριση των χαρισμάτων μέσα στην Εκκλησία
Η ποικιλία των χαρισμάτων δεν είναι αδυναμία της
Εκκλησίας· είναι πλούτος. Το Άγιο Πνεύμα δεν δημιουργεί ομοιομορφία. Δεν κάνει
όλους τους αγίους ίδιους. Άλλος φανερώνει κυρίως την ακρίβεια της δογματικής
διατύπωσης. Άλλος τη μεταμορφωτική δύναμη της ποιμαντικής παρηγορίας. Άλλος την
άσκηση. Άλλος την ομολογία. Άλλος το μαρτύριο. Άλλος την ερμηνεία της Γραφής.
Άλλος τη διάκριση των λογισμών.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος δεν είναι ίδιος με
τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δεν έχει την ίδια
εκκλησιαστική αποστολή με τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ. Ο άγιος Γρηγόριος
Παλαμάς δεν διακονεί την Εκκλησία με τον ίδιο τρόπο που τη διακόνησε ο άγιος
Παΐσιος ο Αγιορείτης. Όλοι είναι άγιοι, αλλά δεν έχουν όλοι την ίδια διακονία.
Η ίδια η εκκλησιαστική μνήμη το αποδεικνύει. Μόνο
λίγοι άγιοι έλαβαν τον τίτλο «Θεολόγος»: ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο άγιος
Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Αυτό δεν σημαίνει ότι
οι άλλοι άγιοι δεν γνώρισαν τον Θεό. Σημαίνει ότι η Εκκλησία αναγνώρισε σε
αυτούς ένα ιδιαίτερο χάρισμα θεολογικής εκφράσεως. Άλλοι Πατέρες, όπως ο άγιος
Γρηγόριος Παλαμάς, αν και δεν φέρουν τον ίδιο τίτλο, έχουν σαφώς κορυφαία
δογματική σημασία, διότι η Εκκλησία δέχθηκε τη θεολογική τους μαρτυρία ως έκφραση
της εμπειρίας της.
Άρα, η φράση «είναι άγιος, άρα έχει πάντα δίκιο σε
όλα» δεν είναι Πατερική. Είναι απλοϊκή. Η σωστή φράση θα ήταν: «είναι άγιος,
άρα η ζωή του φανερώνει τη Χάρη του Θεού· οι λόγοι του πρέπει να ακούγονται με
σεβασμό, αλλά να κατανοούνται μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας».
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και το χάρισμα της
ερμηνείας
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αγιολογική διήγηση για
τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Σύμφωνα με αυτήν, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος,
όταν του ζητήθηκε να ερμηνεύσει ορισμένα δύσκολα χωρία της Αγίας Γραφής, έλαβε
πληροφορία ότι το ιδιαίτερο χάρισμα της ερμηνείας είχε δοθεί στον Ιωάννη τον
Αντιοχέα, δηλαδή στον γνωστό Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο. Άλλη σχετική διήγηση
αναφέρει ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εμφανίστηκε στον Χρυσόστομο και του
παρέδωσε ειλητάριο, ως σημείο ότι θα του ανοιχθεί η διάνοια για την κατανόηση των
θείων Γραφών.
Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη διήγηση
ως αυστηρή ιστορική απόδειξη. Ανήκει στον χώρο της Αγιολογικής παραδόσεως και
λειτουργεί κυρίως παιδαγωγικά και συμβολικά. Το θεολογικό της νόημα, όμως,
είναι πολύ σημαντικό: ακόμη και μεταξύ μεγάλων αγίων υπάρχει διάκριση
χαρισμάτων. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι ασύγκριτος θεολόγος της Αγίας
Τριάδος. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ασύγκριτος ερμηνευτής της Γραφής
και κήρυκας του εκκλησιαστικού λόγου. Το ένα χάρισμα δεν καταργεί το άλλο. Ο
ένας άγιος δεν μειώνεται επειδή άλλος έχει διαφορετική δωρεά.
Αυτό είναι πολύ χρήσιμο για να καταλάβουμε την
λειτουργία και την διάκριση των χαρισμάτων. Αν ακόμη και οι μεγάλοι Πατέρες
έχουν διαφορετικές χαρισματικές διακονίες, πόσο περισσότερο χρειάζεται προσοχή
όταν χρησιμοποιούμε λόγους συγχρόνων αγίων για σύνθετα θεολογικά ζητήματα.
Ο άγιος Παΐσιος ως παράδειγμα ορθής διάκρισης
Ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης είναι ίσως το πιο
χαρακτηριστικό παράδειγμα συγχρόνου αγίου του οποίου οι λόγοι χρησιμοποιούνται
συχνά σε κάθε είδους συζήτηση. Ο άγιος Παΐσιος υπήρξε αναμφίβολα μεγάλη μορφή
της Εκκλησίας. Η αγάπη του, η προσευχή του, η διάκρισή του, η ασκητική του ζωή,
η παρηγορία που πρόσφερε σε χιλιάδες ανθρώπους, η δύναμη του λόγου του και τα
πολλά σημεία της Χάριτος στη ζωή του μαρτυρούν την αγιότητά του.
Όμως χρειάζεται προσοχή στον τρόπο που μιλούμε για
τη θεολογία του. Ο άγιος Παΐσιος δεν ήταν δογματικός θεολόγος με τον τρόπο του
αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ή του αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Δεν έγραψε
συστηματικές πραγματείες περί Τριάδος, Χριστολογίας, ακτίστου Χάριτος ή
εκκλησιολογίας. Δεν κλήθηκε να διατυπώσει όρους Συνόδου ούτε να αντιμετωπίσει
δογματικές αιρέσεις με τεχνική θεολογική γλώσσα.
Η θεολογία του ήταν κυρίως πρακτική, εμπειρική,
ποιμαντική. Ήταν θεολογία της καρδιάς, της μετανοίας, της διάκρισης, της
παρηγορίας, της θεραπείας των λογισμών. Μιλούσε απλά, παραστατικά, συχνά με
εικόνες από την καθημερινή ζωή, με χιούμορ, με παιδαγωγική προσαρμογή στον
άνθρωπο που είχε μπροστά του. Έσωζε ανθρώπους από την απελπισία, τη σύγχυση,
την αμαρτία, την απόγνωση.
Ο ίδιος ο άγιος Παΐσιος έλεγε ότι θεολογία δεν
είναι τα όμορφα λόγια του μυαλού, αλλά ο λόγος του Θεού που συλλαμβάνεται από
αγνές, ταπεινές και αναγεννημένες ψυχές. Τόνιζε ότι η θεολογία χωρίς πνευματική
άσκηση και εσωτερικό βίωμα γίνεται εξωτερική, γεμάτη αμφιβολίες και
ερωτηματικά. Μιλούσε για «πρακτικούς θεολόγους», δηλαδή ανθρώπους που, με την
κάθαρση και την επίσκεψη της Χάριτος, γνωρίζουν τον Θεό βιωματικά.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε φράση του αγίου
Παϊσίου πρέπει να χρησιμοποιείται ως δογματικός κανόνας. Αντίθετα, το ίδιο του
το παράδειγμα μάς καλεί σε ταπείνωση και διάκριση. Ο Παΐσιος δεν ήθελε να
δημιουργήσει «παϊσιανισμό». Δεν ήθελε οι άνθρωποι να αντικαταστήσουν την
Εκκλησία με τα λόγια του. Ήθελε να οδηγήσει τους ανθρώπους στον Χριστό, στην
εξομολόγηση, στην προσευχή, στην ταπείνωση, στην εκκλησιαστική ζωή.
Όταν λοιπόν χρησιμοποιούμε τον άγιο Παΐσιο ως
απόλυτη απάντηση σε κάθε ζήτημα, κινδυνεύουμε να αδικήσουμε τον ίδιο. Τον
βγάζουμε από το φυσικό του πλαίσιο, που είναι η ποιμαντική θεραπεία του
ανθρώπου, και τον τοποθετούμε σε ρόλο που ο ίδιος δεν διεκδίκησε.
Η λανθασμένη χρήση των λόγων των αγίων
Η κακή χρήση των λόγων των αγίων έχει μερικά κοινά
χαρακτηριστικά.
Πρώτον, απομονώνει φράσεις. Παίρνει μια πρόταση,
συχνά από προφορική διήγηση, και την παρουσιάζει ως τελεσίδικη εκκλησιαστική
θέση.
Δεύτερον, αγνοεί το πλαίσιο. Δεν εξετάζει σε ποιον
ειπώθηκε, πότε ειπώθηκε, για ποιο πρόβλημα ειπώθηκε και με ποιο ποιμαντικό
σκοπό.
Τρίτον, συγχέει τα είδη του λόγου. Άλλο είναι μια
προσωπική συμβουλή, άλλο μια ασκητική νουθεσία, άλλο μια προφητική
προειδοποίηση, άλλο μια δογματική διατύπωση.
Τέταρτον, χρησιμοποιεί τον άγιο για να στηρίξει
ήδη διαμορφωμένες απόψεις. Αντί να αφήνουμε τον άγιο να μας οδηγήσει σε
μετάνοια, τον καλούμε να επιβεβαιώσει τη δική μας ιδεολογία.
Πέμπτον, δημιουργεί πνευματικό φανατισμό. Όποιος
διαφωνεί με μια συγκεκριμένη ερμηνεία του λόγου του αγίου παρουσιάζεται ως
δήθεν εχθρός του αγίου ή της Εκκλησίας. Έτσι ο άγιος γίνεται αφορμή διαιρέσεως,
ενώ η ζωή του ήταν διακονία ενότητας, ειρήνης και σωτηρίας.
Οι άγιοι δεν μας δόθηκαν για να έχουμε περισσότερα
επιχειρήματα. Μας δόθηκαν για να έχουμε περισσότερη μετάνοια. Δεν είναι
πνευματικά όπλα κατά των άλλων· είναι φώτα που αποκαλύπτουν πρώτα τη δική μας
πνευματική φτώχεια.
Γι’ αυτό, όταν διαβάζουμε λόγους συγχρόνων αγίων,
χρειάζεται να θέτουμε ορισμένα ερωτήματα:
* Είναι αυτός ο λόγος προσωπική συμβουλή ή γενική
διδασκαλία;
* Συμφωνεί η ερμηνεία με την Αγία Γραφή και τους
Πατέρες;
* Μήπως τον χρησιμοποιώ για να δικαιώσω τον εαυτό
μου;
* Με οδηγεί σε ταπείνωση, αγάπη και μετάνοια ή σε
ένταση, υπεροψία και καταδίκη των άλλων;
* Τον διαβάζω μέσα στην Εκκλησία ή τον κάνω
ιδιωτικό κανόνα;
Αυτή η διάκριση δεν μειώνει τους αγίους. Αντίθετα,
τους προστατεύει από τη δική μας κακή χρήση.
Οι άγιοι ως μάρτυρες, όχι ως ιδιωτικά αλάθητα
Η αγιότητα είναι η μεγάλη απόδειξη ότι το
Ευαγγέλιο είναι αληθινό. Οι άγιοι φανερώνουν ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει
κατά χάριν αυτό που ο Θεός τον καλεί να γίνει. Είναι ζωντανές μαρτυρίες της
Αναστάσεως. Είναι η απάντηση της Εκκλησίας στην απελπισία του κόσμου.
Αλλά ακριβώς επειδή οι άγιοι είναι τόσο πολύτιμοι,
δεν πρέπει να τους παραμορφώνουμε. Δεν πρέπει να τους μετατρέπουμε σε αλάθητους
σχολιαστές των πάντων. Δεν πρέπει να αντικαθιστούμε την Εκκλησία με
αποφθέγματα. Δεν πρέπει να συγχέουμε την αγιότητα με την χαρισματική δογματική
αυθεντία.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μάς καλεί να τιμούμε τους
αγίους μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Να ακούμε τον λόγο τους, αλλά να τον
ερμηνεύουμε με διάκριση. Να δεχόμαστε την ποιμαντική τους σοφία, αλλά να μη
διαλύουμε τη Συνοδική και Πατερική τάξη της πίστης. Να εμπνεόμαστε από τη ζωή
τους, αλλά να μη φτιάχνουμε γύρω από αυτούς ιδεολογικά στρατόπεδα.
Ο άγιος Παΐσιος, και κάθε σύγχρονος άγιος, είναι
δώρο του Θεού στην Εκκλησία. Το δώρο αυτό το δεχόμαστε σωστά όταν μας οδηγεί
στον Χριστό, στην ταπείνωση, στην προσευχή, στη μετάνοια, στην αγάπη και στην
εκκλησιαστική ενότητα. Αντίθετα, το παρερμηνεύουμε όταν το χρησιμοποιούμε για
να θεμελιώσουμε ένα προσωπικό ή παραταξιακό αλάθητο.
Οι άγιοι δεν είναι πάνω από την Εκκλησία. Είναι η
πιο φωτεινή καρποφορία της Εκκλησίας. Και γι’ αυτό η αληθινή τιμή προς αυτούς
είναι να τους ακούμε όπως οι ίδιοι θα ήθελαν: όχι ως αφορμή αυταρέσκειας, αλλά
ως πρόσκληση σε μετάνοια και ζωή εν Χριστώ.
***
Contemporary
Saints and Theological Infallibility: The Distinction Between Holiness,
Charisms, and the Dogmatic Authority of the Church
The love of the
Orthodox faithful for contemporary saints is one of the most consoling signs of
Church life in recent decades. Saint Paisios the Athonite, Saint Porphyrios of
Kavsokalyvia, Saint Iakovos Tsalikis, Saint Sophrony of Essex, and so many other
illumined figures have become, for many people, living proof that holiness does
not belong only to the distant past. The Grace of God continues to act within
the Church: transforming people, comforting them, healing them, and leading
them to repentance.
Yet the
veneration of the saints also requires theological discernment. There is always
the danger that reverence may turn into an uncritical use of their words. We
often see believers invoking contemporary saints and elders in order to “close”
every discussion: “The saint said it, so that settles it.” In this way,
however, the saint ceases to be approached as a member of the Body of the
Church and is turned, almost unconsciously, into an individual center of
authority. A serious confusion then arises: holiness is identified with a
general personal infallibility.
The Orthodox
Church knows no such understanding. The saints are friends of God, bearers of
Grace, models of repentance, purity, humility, and love. Yet they are not
infallible persons in the sense that every word they speak, on every subject,
automatically has dogmatic authority. The Church recognizes their holiness, but
does not isolate them from her body; she places them within the one Tradition,
within the Eucharistic life, within the conciliar consciousness, within the
agreement of the Fathers.
Holiness Is Not
Personal Infallibility
Holiness is the
fruit of a person’s participation in the Grace of the Holy Spirit. A saint is
not simply a morally good person, nor a charismatic psychologist, nor a wise
teacher according to human standards. A saint is a person who has invited
Christ to dwell in the heart. He has been purified through repentance,
illumined through prayer, has learned to love in a cruciform way, and has lived
the faith not as theory but as life.
This, however,
does not mean that every saint possesses all charisms. Nor does it mean that
every saint can speak with authority on every dogmatic, interpretive,
canonical, or historical question. The Church is not a sum of individual
authorities; she is the Body of Christ. And within this Body, the Holy Spirit
distributes charisms “as He wills.”
The Apostle
Paul is completely clear: “And God has appointed these in the church: first
apostles, second prophets, third teachers…” (1 Cor. 12:28). Elsewhere he asks:
“Are all apostles? Are all prophets? Are all teachers? Are all workers of
miracles?” (1 Cor. 12:29). The answer is self-evident: no. Not all are
apostles, not all are prophets, not all are teachers, and not all have the same
charism.
Here lies the
key point. Holiness is the life of God within the human person. A charism is a
special gift of the Spirit for the service of the Church. Holiness and charisms
are connected, but they are not identical. A person may be a saint without
being a great dogmatic theologian. One may be a wonderworker without being an
interpreter of Scripture. One may possess the charism of consolation, but not
the charism of systematic theological formulation. This does not diminish that
person’s holiness; it simply places it in its proper ecclesiological context.
Infallibility
Belongs to the Church, Not to Isolated Individuals
In the Orthodox
Tradition, truth does not rest upon a single individual, however holy that
person may be. Truth is preserved and expressed by the Church as the Body of
Christ. It is expressed in Holy Scripture, in the Fathers, in the Ecumenical
Councils, in divine worship, in ascetic experience, and in the living
continuity of Tradition.
Even the great
Fathers do not function as private authorities. Saint Athanasius the Great,
Saint Basil, Saint Gregory the Theologian, Saint Maximus the Confessor, Saint
John of Damascus, and Saint Gregory Palamas are not authorities merely because
they were great Spirit-bearing personalities. They are authentic theologians
because their word expresses the faith of the Church, because it was received
by the ecclesial body, and because it stands in agreement with Apostolic and
Patristic experience.
This means that
no saint should be isolated from the Church. If we take a phrase from a saint,
cut it off from its context, and make it an absolute criterion for every issue,
then we are not honoring the saint. We are using him. In fact, we are using him
in a way foreign to the very mind of the saints, who never claimed personal
infallibility.
The saints were
the first to live with fear of God, humility, and obedience to the Church. They
did not seek to impose themselves. They did not say, “I am the criterion.” By
the manner of their lives, they said: “The Church is the ark of salvation;
Christ is the Truth.”
The Distinction
of Charisms Within the Church
The variety of
charisms is not a weakness of the Church; it is her richness. The Holy Spirit
does not create uniformity. He does not make all saints the same. One saint
manifests above all the precision of dogmatic formulation. Another manifests
the transforming power of pastoral consolation. Another, ascetic struggle.
Another, confession of faith. Another, martyrdom. Another, the interpretation
of Scripture. Another, the discernment of thoughts.
Saint Gregory
the Theologian is not the same as Saint John Chrysostom. Saint Maximus the
Confessor does not have the same ecclesial mission as Saint Seraphim of Sarov.
Saint Gregory Palamas did not serve the Church in the same way as Saint Paisios
the Athonite. All are saints, but they do not all have the same ministry.
The very memory
of the Church bears witness to this. Only a few saints received the title
“Theologian”: Saint John the Theologian, Saint Gregory the Theologian, and
Saint Symeon the New Theologian. This does not mean that the other saints did
not know God. It means that the Church recognized in these saints a particular
charism of theological expression. Other Fathers, such as Saint Gregory
Palamas, although they do not bear the same title, clearly possess supreme
dogmatic significance, because the Church received their theological witness as
an expression of her own experience.
Therefore, the
phrase “he is a saint, so he is always right about everything” is not
Patristic. It is simplistic. The more accurate statement would be: “He is a
saint; therefore, his life reveals the Grace of God. His words should be heard
with respect, but they must be understood within the Tradition of the Church.”
Saint John
Chrysostom and the Charism of Interpretation
There is an
interesting hagiographical account concerning Saint John Chrysostom. According
to this account, when Saint Gregory the Theologian was asked to interpret
certain difficult passages of Holy Scripture, he received a revelation that the
special charism of interpretation had been given to John of Antioch, that is,
to the well-known Saint John Chrysostom. Another related account says that John
the Evangelist appeared to Chrysostom and handed him a scroll, as a sign that
his mind would be opened to the understanding of the divine Scriptures.
We do not need
to use this account as strict historical proof. It belongs to hagiographical
tradition and functions chiefly in a pedagogical and symbolic way. Yet its
theological meaning is very important: even among great saints there is a
distinction of charisms. Saint Gregory the Theologian is an incomparable
theologian of the Holy Trinity. Saint John Chrysostom is an incomparable
interpreter of Scripture and preacher of the ecclesial word. One charism does
not cancel the other. One saint is not diminished because another has received
a different gift.
This is very
helpful for understanding the function and distinction of charisms. If even the
great Fathers had different charismatic ministries, how much more care is
needed when we use the words of contemporary saints in relation to complex
theological questions.
Saint Paisios
as an Example of Proper Discernment
Saint Paisios
the Athonite is perhaps the most characteristic example of a contemporary saint
whose words are frequently used in every kind of discussion. Saint Paisios was
undoubtedly a great figure of the Church. His love, his prayer, his
discernment, his ascetic life, the consolation he offered to thousands of
people, the power of his word, and the many signs of Grace in his life all bear
witness to his holiness.
Yet caution is
needed in the way we speak about his theology. Saint Paisios was not a dogmatic
theologian in the manner of Saint Gregory the Theologian or Saint Gregory
Palamas. He did not write systematic treatises on the Trinity, Christology,
uncreated Grace, or ecclesiology. He was not called to formulate conciliar
definitions or to confront dogmatic heresies through technical theological
language.
His theology
was chiefly practical, experiential, and pastoral. It was a theology of the
heart, of repentance, of discernment, of consolation, of the healing of
thoughts. He spoke simply, vividly, often with images from daily life, with
humor, and with pedagogical sensitivity to the person standing before him. He
saved people from despair, confusion, sin, and hopelessness.
Saint Paisios
himself used to say that theology is not the beautiful words of the mind, but
the word of God received by pure, humble, and reborn souls. He emphasized that
theology without spiritual struggle and inner experience becomes external, full
of doubts and question marks. He spoke of “practical theologians,” meaning
people who, through purification and the visitation of Grace, know God
experientially.
This, however,
does not mean that every phrase of Saint Paisios should be used as a dogmatic
rule. On the contrary, his own example calls us to humility and discernment.
Paisios did not wish to create “Paisianism.” He did not want people to replace
the Church with his sayings. He wanted to lead people to Christ, to confession,
to prayer, to humility, and to ecclesial life.
Therefore, when
we use Saint Paisios as the absolute answer to every issue, we risk doing him
an injustice. We remove him from his natural context, which is the pastoral
healing of the human person, and place him in a role he never claimed for
himself.
The Wrong Use
of the Words of the Saints
The misuse of
the words of the saints has several common features.
First, it
isolates phrases. It takes a sentence, often from an oral account, and presents
it as a final ecclesial position.
Second, it
ignores context. It does not examine to whom something was said, when it was
said, what problem it addressed, or what pastoral purpose it served.
Third, it
confuses different kinds of speech. A personal counsel is one thing; an ascetic
exhortation is another; a prophetic warning is another; a dogmatic formulation
is something else.
Fourth, it uses
the saint to support opinions already formed. Instead of allowing the saint to
lead us to repentance, we call upon him to confirm our own ideology.
Fifth, it
creates spiritual fanaticism. Anyone who disagrees with a particular
interpretation of a saint’s words is presented as if he were an enemy of the
saint or of the Church. In this way, the saint becomes a cause of division,
even though his life was a ministry of unity, peace, and salvation.
The saints were
not given to us so that we might have more arguments. They were given to us so
that we might have deeper repentance. They are not spiritual weapons against
others; they are lights that first reveal our own spiritual poverty.
For this
reason, when we read the words of contemporary saints, we need to ask certain
questions:
* Is this word
a personal counsel or a general teaching?
* Does this
interpretation agree with Holy Scripture and the Fathers?
* Am I using it
to justify myself?
* Does it lead
me to humility, love, and repentance, or to tension, pride, and condemnation of
others?
* Am I reading
it within the Church, or am I making it my private rule?
This
discernment does not diminish the saints. On the contrary, it protects them
from our misuse.
The Saints as
Witnesses, Not as Private Infallible Authorities
Holiness is the
great proof that the Gospel is true. The saints reveal that the human person
can become by Grace what God calls him to become. They are living witnesses of
the Resurrection. They are the Church’s answer to the despair of the world.
But precisely
because the saints are so precious, we must not distort them. We must not turn
them into infallible commentators on everything. We must not replace the Church
with quotations. We must not confuse holiness with charismatic dogmatic
authority.
The Orthodox
Church calls us to honor the saints within the life of the Church. We should
listen to their word, but interpret it with discernment. We should receive
their pastoral wisdom, but not dissolve the conciliar and Patristic order of
the faith. We should draw inspiration from their lives, but not build
ideological camps around them.
Saint Paisios,
and every contemporary saint, is a gift of God to the Church. We receive this
gift properly when it leads us to Christ, to humility, to prayer, to
repentance, to love, and to ecclesial unity. We misinterpret it when we use it
to establish a personal or factional infallibility.
The saints are
not above the Church. They are the brightest fruit of the Church. For this
reason, true honor toward them means listening to them as they themselves would
have wished: not as a cause for self-satisfaction, but as an invitation to
repentance and life in Christ

3 σχόλια:
Σωστές απόψεις
Υπέροχα γραφεί ο Δεσπότης. Ήρθε να τον ακούσουν και να συμμορφωθούν κάποιοι αδελφοί χριστιανοί.
Πολύ διαφωτιστικό το άρθρο του Σεβασμιωτάτου.
Θα πρέπει όμως να πούμε, ότι οι Αγιοι, παρ ότι εντάσσονται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, μερικές φορές δέν έχουν την πρέπουσα αντιμετώπιση από την Διοίκηση της Εκκλησίας.
Περιφρονούνται, διώκονται, φυλακίζονται, εξορίζονται, καθαιρούνται.
Και πρέπει να περάσουν αρκετές δεκαετίες, για να αποκατασταθεί το όνομα τους.
Ισως λοιπόν υπάρχει μία δυσκολία από την Διοίκηση της Εκκλησίας να αναγνωρίζει την Αγιότητα, ενώ ο λαός την αναγνωρίζει πιό εύκολα.
Οσον αφορά τον Οσιο Παίσιο, όταν δηλώνει γραπτώς την γνώμη του για κάποιο ζήτημα, δεν μπορούμε να πούμε ότι γίνεται αντικείμενο εκμεταλλεύσεως, διότι αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως δημοσιεύει την άποψη του.
Αν η Εκκλησία διαφωνεί, ας το δηλώσει και ας υποδείξει το ορθόν.
Δημοσίευση σχολίου