Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

«Δὲν ἔχει ἐδῶ “εὐλόγησον”!» (ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Τύχωνος του Ἁγιορείτη)

«ντε, κάνε γρήγορα, Γέροντα! δ δν χει συγχώρηση κα “ελόγησον”».

νεαρς χωροφύλακας τράβηξε πότομα τν παπα-Τύχωνα. Βιαζόταν, δν εχαν καιρ γι χάσιμο. πρεπε τ συντομότερο ν πνε στν ερισσό, στν σταθμ τς Χωροφυλακς, που παπα-Τύχων θ κατέθετε στν νακριτ ξιωματικό. Τά ’χασε τ γαθ γεροντάκι. Μά, ν τν πνε μ τ ζόρι στ Χωροφυλακή; Δν τ χωροσε νος του. κενος εχε συγχωρέσει μ λη του τν καρδι τν κλέφτη. Τί λλο θέλανε τοτοι ο νθρωποι; Στν νο του ρθαν σν ταινία ο εκόνες πο ζησε να βράδυ τς περασμένης βδομάδας. Ξαφνικ νιωσε ναν νθρωπο ν χει πέσει καταπάνω του. Πρν προλάβει καλά-καλ ν συνειδητοποιήσει μέσα στο μισοσκόταδο τί εχε γίνει, γνωστος ρχισε ν φωνάζει κα ν τν χτυπάει: «Πο χεις τ λεφτά; Λέγε! Λέγε, γιατ θ σ σκοτώσω!»

Ποιά λεφτά; παπα-Τύχων χι λεφτ δν εχε, μ οτε τρόφιμα δν κρατοσε στ κελλί του. ,τι κι ν το στελναν, τ μοίραζε. Τ τρόφιμα τ δινε σ κάτι γεροντάκια στν Καψάλα. Τς λίγες φορς πο κάποιοι το διναν χρήματα, πήγαινε εθς στν κυρ-Θόδωρο τν μπακάλη –καλ κα γαθ ψυχ τοτος ελογημένος νθρωπος– κα γόραζε ψωμ γι τος φτωχούς.

τσι κα τώρα. Τν εδοποίησαν πς πρεπε ν πάει στ ταχυδρομεο ν παραλάβει κάτι. Σν φτασε, το επε πάλληλος πς κάποιος π τν μερικ το εχε στείλει μι πιταγ σ δολάρια. πέγραψε στ χαρτι πο το δωσε ταχυδρομικς πάλληλος κι στερα πρε τ χρήματα σ δραχμς κα κίνησε γι τ μαγαζ το κυρ-Θόδωρου. Πόσα στομάχια ναγκεμένων θ γέμιζαν μ τοτα τ χρήματα κα πόσα «δόξα Σοι Θεός!» θ νέβαιναν στ θρον το Μεγαλοδύναμου! Χαιρόταν σν μικρ παιδ παπα-Τύχων κα δόξαζε τν Θε γι τούτη τν ελογία.

Μέσα στ χαρά του δν εχε προσέξει στόσο, πς πίσω του κριβς στεκόταν νας ψηλός, γεροδεμένος ντρας πο εχε πάρει εδηση πς τοτος πλοϊκς καλόγερος εχε εσπράξει χρήματα π μερική. Τν ρα πο παπα-Τύχων σκυψε γι ν πογράψει, πρόλαβε ν δε κα τν ξία τς πιταγς. καλόγερος πρέπει ν χει πολλ φράγκα! σκέφτηκε. Κι εθς κατάστρωσε τ σχέδιό του.

Δν ταν δύσκολο ν μάθει πο ταν τ κελλ το Γέροντα. Τ διο βράδυ κρύφτηκε στ δέντρα πο ταν κοντ στ καλυβάκι. π τ μικρ παραθύρι φεγγε λιγοστ φς, δεγμα πς καλόγερος δν εχε πλαγιάσει κόμα. Θ κάνει τς προσευχές του, σκέφτηκε πίδοξος κλέφτης κα περίμενε πομονετικ μέχρι τ φς ν σβήσει. Περίμενε λίγο κόμα κι στερα μ συντονισμένες κινήσεις μπκε πότομα στ κελλ κα πεσε πάνω του.

«Πο χεις τ λεφτά;» το φώναξε γρια κα ταυτόχρονα τν χτύπησε στ πρόσωπο.

«Δν χω, παιδάκι μου, λεφτ» ποκρίθηκε παπα-Τύχων.

Γέλασε κλέφτης.

«Δν χεις, ;» το επε κα ρχισε ν τν χτυπάει παντο. Στ κεφάλι, στ σμα, στ χέρια. Μ δύναμη, μ μανία, μ λύσσα. Κι σο παπα-Τύχων τν διαβεβαίωνε πς δν κρατ χρήματα, τόσο κενος θύμωνε πι πολύ.

«Τώρα θ μιλήσεις, θς δν θς» επε χαιρέκακα κα μ τ να του χέρι τύλιξε να χοντρ σκοιν γύρω π τν λαιμ το νυπεράσπιστου μοναχο κα μ τ λλο ρχισε σιγά-σιγ ν τ σφίγγει. χι πότομα. Δν θελε ν τν πνίξει. θελε ν τν τρομάξει τόσο, στε ν μαρτυρήσει πο εχε τν κρυμμένο θησαυρό.

Μά, τ γεροντάκι δν ντέδρασε πως περίμενε κλέφτης. Μπορε ν πέφερε –τ μάτια του εχαν πεταχτε π τς κόγχες στν προσπάθεια ν πάρει μιν νάσα– μ σο κι ν τοτο τ μαρτύριο δν λεγε ν τελειώσει, κενος λεγε ξαν κα ξαν πς τ χρήματα τ εχε ξοδέψει κα πς λλα χρήματα δν πρχαν στ κελλί.

Μόνο τότε κλέφτης πείστηκε πς δν θ φευγε μ γεμάτες τς τσέπες, πς δικα χανε τν χρόνο του, κι τσι τν φησε. Τν ρα πο νοιξε τν πόρτα το κελλιο γι ν φύγει, παπα-Τύχων μ τς λιγοστές του δυνάμεις νασηκώθηκε γι λίγο κα μ δύναμη φων το επε: « Θες ν σ συγχωρέσει, παιδάκι μου!»

κλέφτης βιάστηκε ν φύγει. Μπορε ν μν ταν τυχερς μ τν γαθ γέροντα, λλ πωσδήποτε κάτι θ παιρνε πόψε. Γι’ ατ κα κίνησε μέσως γι τ πόμενο θύμα του, ναν λλο καλόγερο πο ζοσε μόνος του κα πο λες ο νδείξεις πο εχε, συνηγοροσαν στ τι κρατοσε λεφτ στ κελλί του. Τν αφνιδίασε, τν τρόμαξε, μ ντς γι χρήματα στ χέρια του, βρέθηκε μέ... χειροπέδες στν σταθμ τς Χωροφυλακς. κε τ μολόγησε λα. πρεπε τ λοιπόν, σύμφωνα μ σα ρίζει νόμος κα τ πρωτόκολλο σ τέτοιες περιπτώσεις, ν κληθε γι ν καταθέσει κα τ λλο θύμα: παπα-Τύχων.

Παραξενεύτηκε κα συνάμα λυπήθηκε γαθ ψυχή του. «Μ τί χρειάζεται ν πάω; φο τν χω συγχωρέσει μ λη μου τν καρδι» επε κλαίγοντας στν παραξενεμένο διοικητή.

«τσι πρέπει» το πάντησε κενος, μ δίχως ν τν συχάσει. «Πρέπει ν καταγράψουμε κριβς τί γινε πρν ποφασιστε τιμωρία του».

Στ τελευταα λόγια παπα-Τύχων δν μπόρεσε ν κρατηθε. κλαιγε μ λυγμος λέγοντας: «ξαιτίας μου; ξαιτίας μου θ τιμωρηθε; χι! χι! φο τν συγχώρεσα! Τί λλο θέλετε;»

Εδε κι πόειδε διοικητς πς ρακένδυτος μοναχς μ τ φωτειν πρόσωπο πο εχε μπροστά του εχε καρδι μικρο παιδιο, γι’ ατ κα επε στν χωροφύλακα ν τν φήσει ν φύγει.

Τ θυμόταν λα ατ παπα-Τύχων στερα π χρόνια κι λεγε στν ποτακτικό του, τν γιο Παΐσιο: «Πά-πά-πά, παιδί μου! Ατο ο κοσμικο λλο τυπικ χουν. Οτε “ελόγησον” οτε “ Θες ν σ συγχωρέσει”».

***

Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ, με 250 περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές των: 

Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη | Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου | Αγίου  Ανθίμου της Χίου Αγίου Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη | Αγίας Γαβριηλίας της ιεραποστόλου | Αγίου Γερασίμου του υμνογράφου | Αγίου Γερβασίου των Πατρών | Αγίου Γεωργίου της Δράμας | Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη | Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη | Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη | Αγίου Ιακώβου της Εύβοιας | Αγίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη | Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή | Αγίου Καλλινίκου επισκόπου Εδέσσης | Αγίου Νικηφόρου του λεπρού | Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη | Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη | Αγίας Σοφίας της Κλεισούρας | Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ | Αγίου Τύχωνος του Αγιορείτη | Αγίου Φιλουμένου του Αγιοταφίτη | Αγίου Χρυσοστόμου του ιεραποστόλου.

 

Αναζητείστε το εδώ www.ear-books.com και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αυτά τα άγια Γεροντάκια μας διδάσκουν. Ας πρεσβέψει ο Άγιος Τύχων για όλους μας να τολμούμε να συγχωρούμε όχι με λόγια αλλά με διαγραφή….

Ανώνυμος είπε...

Οι Άγιοι είναι απίθανοι , ουράνιοι....

Ανώνυμος είπε...

Ωφέλιμη διήγηση! Άγνωστο περιστατικό για μένα από την ζωή του Νέου Αγίου. Πολύτιμο το βιβλίο αυτό.

Ανώνυμος είπε...

Δεν ανακηρύχθηκε τυχαία Άγιος!

Ανώνυμος είπε...

Στο είδος του είναι να υπέροχο και αρκετά προσεγμένο βιβλίο συγχαρητήρια σε όσους εργάστηκαν και στις εκδόσεις. Το έχω αγοράσει, το έχω διαβάσει, το έχω δωρίσει, και όλοι μου έχουν πει τα καλύτερα λόγια.
Νίκος