Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Η ποιμαντική του ανοιχτού ορίζοντα: Χριστιανοί της απόδρασης και χριστιανοί του φωτός ή την Κυριακή λέγοντας "γενηθήτω το θέλημά Σου" και από τη Δευτέρα κάνοντας το δικό μας θέλημα» - π. Χριστοφόρου Χρόνη

«Η ποιμαντική του ανοιχτού ορίζοντα: Χριστιανοί της απόδρασης και χριστιανοί του φωτός ή την Κυριακή λέγοντας "γενηθήτω το θέλημά Σου" και από τη Δευτέρα κάνοντας το δικό μας θέλημα»

   Πρωτοπρεσβυτέρου Χριστοφόρου Χρόνη
   Επικ. Καθηγητή Θεολογικής Σχολής-Τμήμα Θεολογίας ΕΚΠΑ

1

  Σχεδόν κάθε Κυριακή, στα λίγα λεπτά που μεσολαβούν ανάμεσα στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας και στο άδειασμα του ναού, η ίδια φράση κυκλοφορεί μέσα στον ναό με διαφορετικά λόγια: «Όλα καταρρέουν γύρω μας. Δεν έχει μείνει τίποτε όρθιο. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα!!!». Τη λένε άνθρωποι που μόλις κοινώνησαν, που άναψαν κερί για τα παιδιά τους, που προσευχήθηκαν για θεϊκή βοήθεια. Κανείς δεν τους κατηγορεί. Οι ειδήσεις τους έχουν διδάξει καλά.

  Πίσω από τη φράση αυτή κρύβεται μια ολόκληρη θεολογία, και αξίζει να την ονομάσουμε. Λέει περίπου το εξής: «Εφόσον η κοινωνία παρακμάζει και εμείς αδυνατούμε να παρέμβουμε, η μόνη διέξοδος είναι να απομονωθούμε στη δική μας μικρή ομάδα αναζητώντας απλώς την προσωπική μας επιβίωση». Στον προτεσταντικό κόσμο η στάση αυτή πήρε τη μορφή μιας ολοκληρωμένης εσχατολογίας της απόδρασης, με σενάρια αρπαγής των πιστών και τελικής καταστροφής.

 Στον δικό μας ορθόδοξο χώρο, η τάση αυτή εμφανίζεται πιο ήπια και ακριβώς γι' αυτό γίνεται πιο επικίνδυνη, καθώς μεταμφιέζεται σε αρετή. Συγκεκριμένα, η ηττοπάθεια βαφτίζεται νηφαλιότητα και η μοιρολατρία παρουσιάζεται ως ταπείνωση. Ακούμε συχνά τη διαπίστωση πως ο κόσμος έχει παραδοθεί οριστικά στη φθορά και επομένως θα σωθούμε μόνο εμείς οι λίγοι, στον δικό μας περίγυρο. Η αλήθεια είναι πως η Εκκλησία ζει εσχατολογικά ήδη από την ημέρα της Πεντηκοστής. Η πνευματική παγίδα κρύβεται στο αυθαίρετο συμπέρασμα πως, εξαιτίας αυτού, δεν αξίζει πλέον να αγωνιζόμαστε για τη μεταμόρφωση της κοινωνίας.

Η παρανόηση αυτή στηρίζεται συχνά στην προτροπή του Ευαγγελιστή Ιωάννη «μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον», η οποία ωστόσο αναφέρεται αποκλειστικά στο αμαρτωλό φρόνημα. Εξάλλου, το ίδιο το Ευαγγέλιο διακηρύσσει ξεκάθαρα πως ο Θεός αγάπησε τόσο πολύ τον κόσμο των ανθρώπων, ώστε παρέδωσε τον Υιό Του για τη σωτηρία του.[1]

2

  Όλα αυτά έχουν πρόσωπα, συχνά γνώριμα, τα οποία φέρουν ένα βαθύ ψυχολογικό υπόβαθρο. Ένας άνθρωπος παρακολουθεί με πάθος κάθε προφητεία για τον επερχόμενο παγκόσμιο πόλεμο, την εμφάνιση του αντιχρίστου και το επικείμενο τέλος, αμελώντας στο μεταξύ τη δουλειά του, τη σύζυγο και τα παιδιά του. Ψυχολογικά, αυτή η εμμονή αποτελεί μια αγωνιώδη προσπάθεια ελέγχου. Το άγχος απέναντι στο άγνωστο οδηγεί στην αναζήτηση μιας αυστηρής βεβαιότητας, η οποία τον απαλλάσσει από το βάρος της τρέχουσας ευθύνης.[2]

 Κάποιος άλλος θέλει την ενορία «καθαρή», σύναξη λίγων και δοκιμασμένων, οπότε ενοχλείται όταν μπει μέσα ο πληγωμένος και φέρει μαζί του όλη τη ζωή του. Εδώ κρύβεται ο φόβος της ευαλωτότητας και η δυσανεξία στο ανθρώπινο τραύμα. Ο «καθαρολόγος» προβάλλει τις δικές του ανασφάλειες στους άλλους, αναζητώντας μια ψευδαίσθηση πνευματικής ανωτερότητας και ασφάλειας μακριά από τον πόνο της πραγματικής ζωής.[3]

 Ένας τρίτος ονομάζει ταπείνωση την αδράνεια, ενώ πρόκειται για μεταμφιεσμένη ακηδία. Η στάση αυτή λειτουργεί ως αμυντικός μηχανισμός απέναντι στον φόβο της αποτυχίας. Η παραίτηση μεταμφιέζεται σε αρετή για να προστατεύσει το εγώ από τον κόπο της πνευματικής και κοινωνικής τριβής.[4]

 Υπάρχει, όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, ο σχολιαστής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο οποίος ξοδεύει ολόκληρο τον πνευματικό του ζήλο σε οργισμένες καταγγελίες και δεν του περισσεύει χρόνος ούτε για μία επίσκεψη σε ασθενή. Η ιερή αγανάκτηση σε αυτή την περίπτωση αποτελεί μετάθεση της εσωτερικής του σύγκρουσης και μια μορφή ναρκισσιστικής ικανοποίησης, προστατεύοντάς τον από την απαιτητική, ενσυναισθητική επαφή που προϋποθέτει η αληθινή σχέση.[5]

 Ο Χριστός όμως μίλησε διαφορετικά. Την ώρα του Μυστικού Δείπνου, όταν οι μαθητές είχαν κάθε λόγο να φοβούνται, τους προειδοποίησε ότι θα έχουν θλίψη, και αμέσως μετά τους είπε να θαρρούν, επειδή Εκείνος είχε ήδη νικήσει τον κόσμο.[6] Λίγο αργότερα, στην αρχιερατική προσευχή, ζήτησε από τον Πατέρα να τους φυλάξει από τον πονηρό ενώ θα μένουν μέσα στον κόσμο, και το αίτημα αυτό ανατρέπει κάθε λογική απόσυρσης.[7] Ο Παύλος, γράφοντας σε ανθρώπους οι οποίοι ζούσαν κάτω από πραγματικό διωγμό, προχωρεί ακόμη πιο πέρα. Λέει ότι υπερνικούμε, και το ρήμα αυτό περιγράφει νίκη που περισσεύει, πολύ πάνω από την αντοχή.[8]

 Η διαφορά αυτή δεν είναι φιλολογική, γιατί καθορίζει τι κάνει η ενορία έξω από τον ναό. Ο ιερός ναός στέλνει τους ανθρώπους πίσω στην πόλη τους αλλαγμένους. Όποιος τον χρησιμοποιεί ως κρησφύγετο, τον αδειάζει από το νόημά του. Οι πρώτοι χριστιανοί άλλαξαν τη ρωμαϊκή κοινωνία χωρίς κείμενα και χωρίς νόμους, επειδή αρνούνταν να πετάξουν τα βρέφη τους στους δρόμους[9] και επειδή διακονούσαν τους ασθενούντες από μεταδοτικές ασθένειες με αυτοθυσία και αγάπη, θυσιάζοντας πολλές φορές τη ζωή τους.[10]

3

 Επειδή διαβάζουμε τα δυσάρεστα με μεγεθυντικό φακό, δεν προσέχουμε πόσα ενεργεί ο Θεός αθόρυβα γύρω μας. Ενοριακά συσσίτια ταΐζουν ανθρώπους που ντρέπονται να πουν το όνομά τους και φιλόπτωχα ταμεία πληρώνουν λογαριασμούς χωρίς να ανακοινώσουν ποτέ ποιον βοήθησαν. Παιδιά γυρίζουν κάθε καλοκαίρι από τις κατασκηνώσεις των Μητροπόλεων έχοντας ζήσει έμπρακτα την μυστηριακή ζωή. Κάτω από το πετραχήλι του πνευματικού δίνεται παραμυθία που δεν καταγράφεται πουθενά. Τίποτε από αυτά δεν θα γίνει είδηση, και όλα κρατούν όρθια μια κοινωνία την οποία κατά τα άλλα τη βαφτίζουμε διαλυμένη.

Και υπάρχει κάτι που το βλέπει κανείς μόνο αν κοιτάξει πενήντα χρόνια πίσω. Στη δεκαετία του εξήντα οι περισσότεροι θεωρούσαν τον αθωνικό μοναχισμό υπόθεση που τελείωνε, με τις μονές να ερημώνουν και τους γέροντες να γερνούν χωρίς διαδόχους. Ακολούθησε το αντίθετο από κάθε πρόβλεψη. Νέοι με πτυχία στα χέρια ανέβηκαν στο Άγιο Όρος, και από εκεί ξεκίνησαν αργότερα δεκαεννέα μοναστήρια στη Βόρεια Αμερική.[11]  Όσοι έγραφαν τότε τον επικήδειο μετρούσαν αριθμούς, την ώρα που ο Θεός ετοίμαζε ανθρώπους.

Ο δρόμος αυτός δεν είναι εύκολος. Η εγρήγορση δίνει την ικανότητα να διαβάζει κανείς καθαρά την εποχή του, οπότε ο προσεκτικός άνθρωπος βλέπει τι έρχεται και ετοιμάζεται. Ο κοσμικός όμως αποθηκεύει για τον εαυτό του και μόνο, ενώ ο χριστιανός φροντίζει ώστε να έχει να δώσει. Στέκονται λοιπόν απέναντι δύο νοοτροπίες. Η πρώτη βλέπει μπροστά της κατάρρευση, υποχωρεί, και αφήνει πίσω της ανθρώπους απογοητευμένους και φοβισμένους. Η δεύτερη βλέπει το μέλλον ανοιχτό, επειδή ο Θεός δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη, και όσοι μεγαλώνουν κοντά της στέκονται έπειτα όρθιοι.

Πρόκειται για δύο διαθέσεις οι οποίες παλεύουν μέσα στον ίδιο άνθρωπο, πολύ συχνά μέσα στην ίδια Κυριακή. Το πρωί κοινωνούμε πιστεύοντας ότι ο Χριστός νίκησε τον θάνατο. Το απόγευμα, με το κινητό στο χέρι, πιστεύουμε ότι χάνονται τα πάντα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι λέμε «γενηθήτω το θέλημά Σου» το πρωί της Κυριακής και κάνουμε το δικό μας θέλημα από τη Δευτέρα. Η πνευματική μας υγεία κρίνεται στο ποια από τις δύο θα κινήσει τα πόδια μας. Ο Κύριος μίλησε στους μαθητές του για φως, και τους το απέδωσε: είστε εσείς το φως του κόσμου. Πρόσθεσε μάλιστα ότι μια πόλη χτισμένη πάνω σε βουνό δεν κρύβεται.  Όποιος ζητά κρυψώνα, θα πρέπει να τη ζητήσει από αλλού.

Κάθε πρωί, στην Πρόθεση, ο ιερέας βγάζει μερίδες για ονόματα ανθρώπων τους οποίους οι περισσότεροι θα τους έλεγαν χαμένους, νέους που έφυγαν από την Εκκλησία, ζευγάρια που χώρισαν άσχημα, θυμωμένους μαζί μας και μερικές φορές δικαίως. Τι θα γίνει με αυτούς κανείς δεν το ξέρει. Ξέρουμε όμως ότι ο Θεός εργάζεται πάνω τους, και ότι σχεδόν ποτέ δεν ρωτάει εμάς πρώτα. Ευτυχώς.



[1] Α΄ Ιω. 2, 15: «μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ». Πρβλ. Ιω. 3, 16: «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον».
[2] R. N. Carleton, "Fear of the Unknown: One Fear to Rule Them All?," Journal of Anxiety Disorders 41 (2016): 5-21, https://doi.org/10.1016/j.janxdis.2016.03.011.
[3] Craig S. Cashwell, Paige B. Bentley, and J. Preston Yarborough, "The Only Way Out Is Through: The Peril of Spiritual Bypass," Counseling and Values 51, no. 2 (2007): 139-48, https://doi.org/10.1002/j.2161-007X.2007.tb00071.x.
[4] Edward E. Jones and Steven Berglas, "Control of Attributions about the Self through Self-Handicapping Strategies: The Appeal of Alcohol and the Role of Underachievement," Personality and Social Psychology Bulletin 4, no. 2 (1978): 200-206, https://doi.org/10.1177/014616727800400205.
[5] M. J. Crockett, "Moral Outrage in the Digital Age," Nature Human Behaviour 1, no. 11 (2017): 769-71, https://doi.org/10.1038/s41562-017-0213-3.
[6] Ιω. 16, 33: «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον».
[7] Ιω. 17, 15: «οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ».
[8] Ρωμ. 8, 37: «ἀλλ' ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς».
[9] Επιστολή προς Διόγνητον, 5, 6: «γαμοῦσιν ὡς πάντες, τεκνογονοῦσιν· ἀλλ᾿ οὐ ῥίπτουσι τὰ γεννώμενα» (H.-I. Marrou [επιμ.], À Diognète, Sources Chrétiennes 33 bis, 2η έκδ., Παρίσι, Cerf, 1965). Για τη μέριμνα της κοινότητας υπέρ των απόρων και την ταφή τους, βλ. Τερτυλλιανού, Απολογητικός, 39 (E. Dekkers [επιμ.], Corpus Christianorum, Series Latina 1, Turnhout, Brepols, 1954).
[10] Ευσέβιος Καισαρείας, Ἐκκλησιαστικῆ Ἱστορία Ζ΄22,7, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 58 «οἱ γοῦν πλεῖστοι τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν δι᾿ ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην καὶ φιλαδελφίαν ἀφειδοῦντες ἑαυτῶν καὶ ἀλλήλων ἐχόμενοι, ἐπισκοποῦντες ἀφυλάκτως τοὺς νοσοῦντας, λιπαρῶς ὑπηρετούμενοι, θεραπεύοντες ἐν Χριστῷ, συναπηλλάττοντο ἐκείνοις ἀσμενέστατα, τοῦ παρ᾿ ἑτέρων ἀναπιμπλάμενοι πάθους καὶ τὴν νόσον ἐφ᾿ ἑαυτοὺς ἕλκοντες ἀπὸ τῶν πλησίον καὶ ἑκόντες ἀναμασσόμενοι τὰς ἀλγηδόνας. καὶ πολλοὶ νοσοκομήσαντες καὶ ῥώσαντες ἑτέρους, ἐτελεύτησαν αὐτοί, τὸν ἐκείνων θάνατον εἰς ἑαυτοὺς μεταστησάμενοι».
[11] Δεκαεπτά στις Ηνωμένες Πολιτείες και δύο στον Καναδά, με πρωτοβουλία του μακαριστού αγιασμένου Γέροντα Εφραίμ του Φιλοθεΐτου.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: