Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Η «ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ» ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ - Ιωάννης Σπιτέρης

Η «ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ» ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ

Ιωάννης Σπιτέρης

Ο διεθνής Τύπος -και, πιο σπάνια, ο ελληνικός- αναφέρεται σε γιατρούς, πανεπιστημιακούς, επιστήμονες, δικηγόρους και άλλους καταξιωμένους επαγγελματίες που αποφασίζουν να γίνουν ιερείς ή μοναχοί. Αντίστοιχη δημοσιότητα λαμβάνουν και γνωστές γυναίκες, ηθοποιοί, τραγουδίστριες ή επαγγελματίες άλλων κλάδων, οι οποίες επιλέγουν τη μοναστική ζωή. Η περιέργεια του κοινού, μάλιστα, φαίνεται να εντείνεται όταν πρόκειται για γυναίκες.

Είναι κατανοητό ότι γεγονότα αυτού του είδους προκαλούν το ενδιαφέρον και γεννούν το ερώτημα: τι είναι άραγε αυτό που ωθεί έναν άνθρωπο να κάνει ένα τόσο ριζικό βήμα; Ωστόσο, το ουσιώδες ζήτημα δεν βρίσκεται τόσο στην απόφαση αυτή καθαυτή όσο στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση ανάμεσα στη λεγόμενη κοσμική και τη θρησκευτική σφαίρα.

Για πολλούς ανθρώπους, οι δύο αυτές σφαίρες αποτελούν δύο παράλληλους και, κατά κάποιον τρόπο, ανεξάρτητους κόσμους. Επικρατεί η αντίληψη ότι ο ίδιος χριστιανός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος στην επαγγελματική και κοινωνική του ζωή και ένας εντελώς διαφορετικός όταν εισέρχεται στην εκκλησία. Έτσι, η απόφαση ενός επαγγελματία να γίνει ιερέας ή μοναχός παρουσιάζεται ως κάτι παράδοξο, σαν να αποκαλύπτει μια απρόσμενη μεταμόρφωση του προσώπου. Λες και στο ίδιο βαπτισμένο πρόσωπο συνυπάρχουν δύο διαφορετικές οντότητες: ο «κοσμικός» άνθρωπος και ο «θρησκευόμενος» άνθρωπος.

Αυτή η αντίληψη οδηγεί σε ένα παράδοξο, το οποίο γίνεται ιδιαίτερα εμφανές ακόμη και στη χώρα μας, που θεωρείται μία από τις πλέον θρησκευόμενες χώρες της Ευρώπης. Αρκεί ένας δημόσιος ή έστω επώνυμος πολίτης να εκφράσει, για παράδειγμα, μια χριστιανική θέση σχετικά με τις αμβλώσεις, για να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον Τύπο ή ακόμη και στον πολιτικό κόσμο. Η δημόσια έκφραση μιας θρησκευτικής πεποίθησης αντιμετωπίζεται τότε σαν ανεπιθύμητη παρέμβαση σε ζητήματα που υποτίθεται ότι ανήκουν αποκλειστικά στην κοσμική σφαίρα.

Το φαινόμενο αυτό γίνεται ακόμη πιο προβληματικό όταν η ίδια η Εκκλησία διστάζει να διακηρύξει ανοιχτά την πίστη της, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν τη συμπεριφορά και τις πράξεις του ανθρώπου, από τον φόβο μήπως έρθει σε σύγκρουση με το πνεύμα της εποχής. Όμως κάτι δεν είναι σωστό απλώς και μόνο επειδή το πιστεύουν ή το πράττουν πολλοί, είναι σωστό επειδή συμφωνεί με τη διδασκαλία του Κυρίου.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η αντίφαση: όλοι φαίνεται να έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν δημόσια τις απόψεις τους και να υπερασπίζονται τις πεποιθήσεις τους —εκτός, κατά κάποιον τρόπο, από την Εκκλησία και τον χριστιανό. Για αυτούς, η πίστη μοιάζει να είναι ανεκτή μόνο όσο παραμένει περιορισμένη μέσα στους τέσσερις τοίχους του ναού. Μόλις εξέλθει από αυτούς και εκφραστεί δημόσια, αντιμετωπίζεται ως κάτι που πρέπει να αποσιωπηθεί.

Η πίστη επιτρέπεται να υπάρχει, αρκεί να μην μιλά.

Απέναντι σε αυτή τη διάσταση ανάμεσα στην πίστη και την καθημερινότητα, η διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας είναι σαφής. Ήδη η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού, με το ποιμαντικό Σύνταγμα Gaudium et Spes («Χαρά και Ελπίδα»), που δημοσιεύθηκε το 1965, καταδίκαζε ρητά τη «σχιζοφρένεια» ανάμεσα στην πίστη και τη ζωή. Στο άρθρο 43 επισημαίνει ότι η διάσταση ανάμεσα στην πίστη που ομολογούν οι άνθρωποι και στην καθημερινή τους ζωή αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα σφάλματα της εποχής μας. Το ίδιο κείμενο προειδοποιεί να μη δημιουργούνται ψευδείς αντιθέσεις ανάμεσα στις επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις, από τη μία πλευρά, και στη θρησκευτική ζωή, από την άλλη. Ο χριστιανός που παραμελεί τις επίγειες υποχρεώσεις του παραμελεί τα καθήκοντά του απέναντι στον πλησίον του και, κατ’ επέκταση, απέναντι στον ίδιο τον Θεό. Αντίθετα, οι χριστιανοί καλούνται να ενοποιούν τις ανθρώπινες, οικογενειακές, επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητές τους με τις θρησκευτικές αξίες, συγκροτώντας μια ενιαία και ζωντανή σύνθεση.

Η αρχή αυτή δεν αφορά μόνο τη σχέση του ανθρώπου με την εργασία του, αλλά το σύνολο της παρουσίας του μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό και ο Άγιος Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄, στην Αποστολική Παραίνεση Christifideles Laici («Οι χριστιανοί λαϊκοί», 1988), επανέρχεται στην έννοια της «ενότητας της ζωής».

Στο άρθρο 59 τονίζει ότι οι πιστοί λαϊκοί δεν μπορούν να παραιτηθούν από τη συμμετοχή τους στην πολιτική, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει πως δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν δύο παράλληλες ζωές: από τη μία η λεγόμενη «πνευματική» ζωή και από την άλλη η «κοσμική» ζωή, δηλαδή η οικογένεια, η εργασία, οι κοινωνικές σχέσεις, η πολιτική δραστηριότητα και ο πολιτισμός. Χρησιμοποιώντας την εικόνα του κλήματος που είναι ριζωμένο στην άμπελο, τον Χριστό, ο Ιωάννης Παύλος Β΄ υπενθυμίζει ότι η πίστη καλείται να καρποφορεί σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ύπαρξης. Όλοι οι διαφορετικοί τομείς της ζωής των λαϊκών εντάσσονται στο σχέδιο του Θεού και αποτελούν τον «ιστορικό τόπο» όπου αποκαλύπτεται και πραγματοποιείται η αγάπη του Ιησού Χριστού.

Η διδασκαλία αυτή μας οδηγεί σε ένα ουσιαστικό συμπέρασμα: η αληθινή πίστη δεν είναι ένα ένδυμα που φοριέται την Κυριακή και αποτίθεται τη Δευτέρα· είναι η ίδια η ύφανση της καθημερινότητας. Δεν αποτελεί μια ξεχωριστή περιοχή της ζωής, απομονωμένη από την εργασία, την οικογένεια, την κοινωνία ή την πολιτική, αλλά έναν τρόπο να νοηματοδοτούνται όλες αυτές οι διαστάσεις.

Το ζητούμενο δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα στον κόσμο και τον Θεό, αλλά να μαρτυρούμε την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο: στο γραφείο, στην πολιτική, στην οικογένεια, στις κοινωνικές σχέσεις και σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα.

Μόνο έτσι η πίστη παύει να είναι μια ιδιωτική και κρυφή πεποίθηση και γίνεται ζωντανή μαρτυρία. Μια μαρτυρία που δεν περιορίζεται στον χώρο του ναού, αλλά μεταμορφώνει την καθημερινή ζωή και αποκαλύπτει την ενότητά της με την πίστη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: