Το Γενέσιον της Θεοτόκου
Μητροπολίτης
Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η Αποστολική περικοπή Φιλιππησίους 2:5-11, η οποία
αναγιγνώσκεται στη θεία Λειτουργία κατά την εορτή του Γενεσίου της Υπεραγίας
Θεοτόκου, αποτελεί έναν από τους Χριστολογικούς ύμνους της Καινής Διαθήκης. Ο
Απόστολος Παύλος δεν παραθέτει απλώς ένα ηθικό παράδειγμα ταπεινώσεως, αλλά
αποκαλύπτει το μυστήριο του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού. Η Εκκλησία
τοποθετεί αυτή την περικοπή στην εορτή της γεννήσεως της Παναγίας, διότι στο
πρόσωπό της αρχίζει να προετοιμάζεται ιστορικά το μυστήριο της θείας οικονομίας:
η έλευση του Θεού στον κόσμο διά της σαρκώσεως.
Ο Παύλος αρχίζει με την προτροπή: «τοῦτο φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Το φρόνημα του Χριστού είναι το κέντρο της χριστιανικής ζωής. Δεν πρόκειται για απλή μίμηση εξωτερικής συμπεριφοράς, αλλά για εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου. Ο πιστός καλείται να αποκτήσει νου ταπεινό, θυσιαστικό, υπάκουο στο θέλημα του Θεού. Η ταπείνωση, λοιπόν, δεν είναι κοινωνική αδυναμία ούτε ψυχολογική μειονεξία· είναι τρόπος υπάρξεως που φανερώνει την αληθινή αγάπη.
Ο Χριστός, «ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων», είναι αληθινός
Θεός. Η φράση αυτή δηλώνει την προαιώνια θεότητα του Υιού. Δεν έγινε Θεός
ύστερα από την ανάσταση ούτε έλαβε αξίωμα ως ανταμοιβή. Υπήρχε πάντοτε ως Θεός,
ομοούσιος με τον Πατέρα. Όμως «οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἶσα Θεῷ». Δηλαδή
δεν θεώρησε την ισότητά Του με τον Θεό ως κάτι που κρατείται εγωιστικά ή
επιβάλλεται με δύναμη. Η θεότητα του Χριστού δεν φανερώνεται ως κυριαρχία κατά
τα ανθρώπινα μέτρα, αλλά ως ελεύθερη αγάπη που συγκαταβαίνει.
Η φράση «ἑαυτὸν ἐκένωσεν» βρίσκεται στην καρδιά
της περικοπής. Η κένωση δεν σημαίνει ότι ο Χριστός έπαυσε να είναι Θεός.
Σημαίνει ότι ο Θεός Λόγος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση χωρίς να χάσει τη θεία
Του δόξα. Η δόξα Του κρύβεται κάτω από την ταπείνωση της σάρκας. Γίνεται
άνθρωπος, όχι φαινομενικά, αλλά πραγματικά. Λαμβάνει «μορφὴν δούλου»,
εισέρχεται στην κατάσταση της ανθρώπινης αδυναμίας, της φθοράς και του θανάτου,
χωρίς όμως αμαρτία. Εδώ φανερώνεται το βάθος της θείας αγάπης: ο Θεός δεν σώζει
τον άνθρωπο από μακριά, αλλά εισέρχεται ο ίδιος μέσα στην ανθρώπινη ιστορία.
Η εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου ερμηνεύεται από
αυτό το μυστήριο. Η γέννηση της Παναγίας από τον Ιωακείμ και την Άννα είναι η
απαρχή της προετοιμασίας του καθαρού εκείνου προσώπου που θα γίνει Μητέρα του
ενανθρωπήσαντος Θεού. Η Θεοτόκος δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο στην ιστορία της
σωτηρίας. Είναι η «κεχαριτωμένη», η οποία με την ελεύθερη συγκατάθεσή της θα
προσφέρει στον Λόγο την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό η τιμή στην Παναγία είναι
βαθύτατα Χριστολογική. Την τιμούμε επειδή από αυτήν γεννήθηκε ο Κύριος, ο οποίος
«ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων» έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία μας.
Ο Παύλος συνεχίζει: «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, γενόμενος
ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Η υπακοή του Χριστού διορθώνει την
ανυπακοή του Αδάμ. Εκεί όπου ο πρώτος άνθρωπος θέλησε να γίνει «ως Θεός» χωρίς
τον Θεό, ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, ενώ είναι Θεός, κατέρχεται στην ανθρώπινη
ταπείνωση. Ο Σταυρός είναι το έσχατο σημείο αυτής της κενώσεως. Δεν είναι ήττα,
αλλά ελεύθερη θυσία. Ο Χριστός πεθαίνει όχι επειδή υποτάσσεται στη δύναμη του
θανάτου, αλλά επειδή τον προσλαμβάνει για να τον καταργήσει.
Έπειτα έρχεται η ύψωση: «διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσεν».
Η ανάσταση και η δόξα του Χριστού δεν είναι ξένη προς την ταπείνωσή Του· είναι
ο καρπός της. Στη θεία οικονομία, η οδός της δόξας περνά μέσα από την κένωση.
Αυτό αποτελεί πνευματικό νόμο της Εκκλησίας. Όποιος υψώνει τον εαυτό του
απομακρύνεται από τον Θεό· όποιος ταπεινώνεται εν Χριστώ μετέχει στη ζωή Του.
Το «ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» είναι το όνομα του
Κυρίου. Η ομολογία «Κύριος Ἰησοῦς Χριστός» είναι πίστη, λατρεία και σωτηρία.
Όλα τα κτίσματα, «ἐπουράνια, ἐπίγεια καὶ καταχθόνια», καλούνται να αναγνωρίσουν
την κυριότητα του Χριστού. Η εξουσία Του όμως δεν είναι τυραννική· είναι η
βασιλεία της σταυρικής αγάπης.
Έτσι, στο Γενέσιον της Θεοτόκου, η Εκκλησία δεν
εορτάζει απλώς τη γέννηση ενός αγίου προσώπου. Εορτάζει την αυγή της σωτηρίας.
Η Παναγία γεννιέται για να γίνει η γέφυρα διά της οποίας ο Άκτιστος εισέρχεται
στον κτιστό κόσμο. Και η Αποστολική περικοπή μάς υπενθυμίζει ότι το μυστήριο
που αρχίζει να προετοιμάζεται στη γέννησή της κορυφώνεται στην κένωση, στον
Σταυρό, στην Ανάσταση και στην καθολική ομολογία ότι ο Ιησούς Χριστός είναι
Κύριος, «εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός».
***
The Nativity of
the Theotokos: Philippians 2:5–11
The Apostolic
reading Philippians 2:5–11, which is read during the Divine Liturgy on the
feast of the Nativity of the Most Holy Theotokos, constitutes one of the
Christological hymns of the New Testament. The Apostle Paul does not simply
present a moral example of humility, but reveals the mystery of the incarnate
Son and Word of God. The Church appoints this passage for the feast of the
birth of the Panagia because, in her person, the mystery of the divine economy
begins to be prepared within history: the coming of God into the world through
the Incarnation.
Paul begins
with the exhortation: “Let this mind be in you which was also in Christ Jesus.”
The mind of Christ is the center of the Christian life. This is not a simple
imitation of outward behavior, but an inner transformation of the human person.
The believer is called to acquire a humble, sacrificial mind, obedient to the
will of God. Humility, therefore, is neither social weakness nor psychological
inferiority; it is a mode of existence that reveals true love.
Christ, “being
in the form of God,” is true God. This phrase declares the eternal divinity of
the Son. He did not become God after the Resurrection, nor did He receive a
rank as a reward. He always existed as God, consubstantial with the Father. Yet
He “did not consider equality with God something to be grasped.” That is, He
did not regard His equality with God as something to be held selfishly or
imposed by force. The divinity of Christ is not manifested as domination
according to human standards, but as free love that condescends.
The phrase “He
emptied Himself” stands at the heart of the passage. Kenosis does not mean that
Christ ceased to be God. It means that God the Word assumed human nature
without losing His divine glory. His glory is hidden beneath the humility of
the flesh. He becomes man, not in appearance, but truly. He takes “the form of
a servant” and enters the condition of human weakness, corruption, and death,
yet without sin. Here the depth of divine love is revealed: God does not save
humanity from a distance, but enters human history Himself.
The feast of
the Nativity of the Theotokos is interpreted through this mystery. The birth of
the Panagia from Joachim and Anna is the beginning of the preparation of that
pure person who would become the Mother of the incarnate God. The Theotokos is
not an accidental figure in the history of salvation. She is the “full of
grace,” who, through her free consent, would offer human nature to the Word.
For this reason, honor given to the Panagia is deeply Christological. We honor
her because from her was born the Lord, who, “in the likeness of men,” became
man for our salvation.
Paul continues:
“He humbled Himself, becoming obedient unto death, even death on a cross.” The
obedience of Christ heals the disobedience of Adam. Where the first man desired
to become “like God” without God, the new Adam, Christ, though He is God, descends
into human humility. The Cross is the final point of this kenosis. It is not
defeat, but free sacrifice. Christ dies not because He submits to the power of
death, but because He assumes it in order to abolish it.
Then comes the
exaltation: “Therefore God also highly exalted Him.” The Resurrection and glory
of Christ are not foreign to His humility; they are its fruit. In the divine
economy, the path of glory passes through kenosis. This forms a spiritual law
of the Church. Whoever exalts himself moves away from God; whoever humbles
himself in Christ participates in His life.
The “name above
every name” is the name of the Lord. The confession “Jesus Christ is Lord” is
faith, worship, and salvation. All creation, “in heaven, on earth, and under
the earth,” is called to recognize the lordship of Christ. His authority,
however, is not tyrannical; it is the kingdom of crucified love.
Thus, on the
Nativity of the Theotokos, the Church does not simply celebrate the birth of a
holy person. She celebrates the dawn of salvation. The Panagia is born in order
to become the bridge through which the Uncreated enters the created world. And
the Apostolic reading reminds us that the mystery which begins to be prepared
at her birth reaches its fullness in the kenosis, the Cross, the Resurrection,
and the universal confession that Jesus Christ is Lord, “to the glory of God
the Father.”

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου