Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Παραδώσαμε καρέκλα. Δεν παραδώσαμε ιδιοκτησία - Μητροπολίτης Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας, Κωνσταντίνος

Παραδώσαμε καρέκλα. Δεν παραδώσαμε ιδιοκτησία

Μητροπολίτης Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας, Κωνσταντίνος

Αυτή η χώρα, εκτός από τη φιλοσοφία, τη δημοκρατία, το θέατρο και τόσα άλλα που προσέφερε στην ανθρωπότητα, φαίνεται πως γέννησε και μια ακόμη ανεξάντλητη κατηγορία ανθρώπων: Tους σωτήρες...

Δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη αφορμή για να διαπιστώσει κανείς την αλαζονεία της εξουσίας. Δεν χρειάζεται να βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, ούτε να περιμένουμε αλλαγή φρουράς σε κάποια μεγάλη διοικητική θέση. Στο κράτος, στην Εκκλησία, στον στρατό, στους οργανισμούς, στους θεσμούς, ακόμη και στις μικρότερες ανθρώπινες κοινότητες, το φαινόμενο επαναλαμβάνεται με αξιοθαύμαστη συνέπεια. Δεν είναι ελληνικό προνόμιο. Tο συναντά κανείς σε όλες σχεδόν τις χώρες και στους σύγχρονους πολιτισμούς, όπου η εξουσία εξακολουθεί να διαθέτει εκείνη την παράξενη δύναμη να πείθει προσωρινούς διαχειριστές ότι είναι μόνιμοι ιδιοκτήτες. Στην Ελλάδα, βέβαια, το φαινόμενο αποκτά μια ξεχωριστή, σχεδόν καλλιτεχνική διάσταση. Διότι αυτή η χώρα, εκτός από τη φιλοσοφία, τη δημοκρατία, το θέατρο και τόσα άλλα που προσέφερε στην ανθρωπότητα, φαίνεται πως γέννησε και μια ακόμη ανεξάντλητη κατηγορία ανθρώπων: Tους σωτήρες. Εκείνους που εμφανίζονται πάντα την κατάλληλη στιγμή για να μας σώσουν από τους προηγούμενους μέχρι να έρθουν οι επόμενοι για να μας σώσουν από αυτούς.

Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με ορισμένους σωτήρες. Mπορεί κάποτε να σωθεί ο τόπος από αυτούς, αλλά εκείνοι δύσκολα σώζονται από την ιδέα ότι υπήρξαν σωτήρες. Παρέδωσαν, λέει. Τι παρέδωσαν; Τα κλειδιά. Διότι την εξουσία την έχουν κρατήσει στο σπίτι, στο καλό σερβίτσιο, και την κατεβάζουν κάθε Κυριακή όταν έρχονται επισκέπτες. «Επί των ημερών μου». Το ορεκτικό. «Αν ήμουν εγώ». Το κυρίως. «Θα με θυμηθούν». Το γλυκό. Και φεύγεις με μια απορία: Διοικούσε ο άνθρωπος ή είχε κατακτήσει την περιοχή μαζί με τα οικόπεδα, τους υπαλλήλους και δύο πλατείες;

Η ανθρώπινη ματαιοδοξία έχει μια θαυμαστή ικανότητα. Μετατρέπει τη θητεία σε ιδιοκτησία και την ευθύνη σε προσωπικό μεγαλείο. Δεν υπηρέτησα έναν θεσμό. Ήμουν ο θεσμός. Δεν πέρασα από μια θέση. Η θέση απέκτησε νόημα επειδή πέρασα εγώ.Και κάπου εκεί γεννιέται ο αναντικατάστατος.Ο πρώην δεν παρακολουθεί απλώς τον διάδοχο. Τον περιμένει στη γωνία. Με την αγωνία, βεβαίως, του ανθρώπου που αγαπά βαθιά τον τόπο. Ιδίως όταν ο τόπος αποτυγχάνει χωρίς αυτόν. Τότε αγαλλιάζει. Σκοτείνιασαν οι δρόμοι; Φωτίστηκε το πρόσωπό του. Καθυστέρησε ένα έργο; Επιτέλους, ιστορική δικαίωση. Ταλαιπωρούνται οι πολίτες; Να μάθουν. Είχαν τον αναντικατάστατο και θέλησαν αλλαγή. Ας περιμένουν τώρα στην ουρά μέχρι να αντιληφθούν τι προσωπικότητα έχασαν. Διότι, δεν υπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριά για τη ματαιοδοξία από την αποτυχία του επόμενου.

Απέναντι, βεβαίως, βρίσκεται ο καινούργιος. Φρέσκια γραβάτα, αρχαία μέθοδος. «Παραλάβαμε χάος». Ασφαλώς. Πάντοτε παραλαμβάνουμε χάος. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της δημόσιας ζωής. Κανείς δεν παραλαμβάνει ποτέ έναν οργανισμό που απλώς έχει προβλήματα, επιτυχίες, εκκρεμότητες και συνέχεια. Όλοι παραλαμβάνουν ερείπια. Πριν από εμάς οι άνθρωποι άναβαν φωτιά τρίβοντας δύο υπηρεσιακούς φακέλους. Δεν υπήρχαν δρόμοι, υπήρχαν μονοπάτια. Δεν υπήρχαν υπάλληλοι, περιφέρονταν κάτι θηλαστικά στους διαδρόμους. Δεν υπήρχε διοίκηση, πολιτισμός, ηλεκτρισμός. Ώσπου μπήκαμε εμείς και ανακαλύφθηκε ο συνδετήρας.

Και τότε αρχίζει το θαύμα. Αν λειτουργεί κάτι, το εγκαινιάζουμε ξανά. Αν δεν λειτουργεί, το κληρονομήσαμε. Αν πετύχει, είναι «το όραμά μας». Αν αποτύχει, φταίνε «οι χρόνιες παθογένειες». Αν βελτιωθεί, προσωπική επιτυχία. Αν χειροτερέψει, ιστορικό βάρος. Ωραιότατη θέση. Με αποκλειστικό δικαίωμα στην επιτυχία και πλήρη απαλλαγή από την αποτυχία. Μην τους βλέπετε, λοιπόν, που μαλώνουν. Συγγενείς είναι. Τέκνα της ίδιας ματαιοδοξίας. Ο ένας πιστεύει ότι μετά από αυτόν δεν υπάρχει ζωή. Ο άλλος ότι πριν από αυτόν δεν υπήρχε πολιτισμός. Δύο εγωισμοί, μία καρέκλα. Και στη μέση ο πολίτης, που πήγε για μια υπογραφή και βρέθηκε κομπάρσος σε δράμα περί ιστορικού μεγαλείου.

Να εξηγούμαστε, όμως. Υπάρχουν πραγματικές καταστροφές. Υπάρχουν χρέη, εγκατάλειψη, κακοδιοίκηση, λάθη και αποφάσεις που πρέπει να ελεγχθούν. Δεν θα βαφτίσουμε την αποσιώπηση ευγένεια ούτε την ατιμωρησία θεσμική συνέχεια. Έχεις στοιχεία; Στο τραπέζι. Έχεις ευθύνες να καταλογίσεις; Συγκεκριμένα. Ποιος, πότε, τι υπέγραψε, πόσο κόστισε, ποια ζημιά προκάλεσε. Το «παρέλαβα καμένη γη» δεν είναι απολογισμός όταν χρησιμοποιείται ως γενικό συγχωροχάρτι. Είναι άλλοθι με λογότυπο. Όπως και το «εγώ τα έκανα όλα» δεν είναι ιστορική μαρτυρία. Είναι εξαφάνιση προσωπικού. Οι υπάλληλοι; Οι συνεργάτες; Οι άνθρωποι που ξενύχτησαν; Οι προηγούμενοι που ίσως ξεκίνησαν κάτι σωστό; Διακοσμητικά. Γλάστρες με ασφαλιστικές εισφορές. Μόνος του τα σκέφτηκε, μόνος του τα σχεδίασε, μόνος του τα εκτέλεσε και μόνος του θα στενοχωρηθεί επειδή δεν τον ανακηρύξαμε ακόμη εθνική επέτειο.

Αυτό είναι ίσως το πιο κωμικό κομμάτι της εξουσίας. Άνθρωποι απολύτως πεπεισμένοι ότι ο κόσμος περίμενε αιώνες μέχρι να εμφανιστούν εκείνοι. Ο Αριστοτέλης συνέδεε την αρετή του πολίτη με την ικανότητα να άρχει και να άρχεται. Δύσκολο το δεύτερο. Στο πρώτο έχουμε εντυπωσιακό ταλέντο. Στο δεύτερο εμφανίζουμε ξαφνικά βαθύτατες ανησυχίες για την ποιότητα της δημοκρατίας. Όσο υπογράφουμε εμείς, οι θεσμοί λειτουργούν. Μόλις αρχίσει να υπογράφει κάποιος άλλος, κινδυνεύει ο τόπος. Κι όμως, υπάρχει ένα απλούστατο κριτήριο επιτυχίας. Έφυγες και συνεχίζουν. Συγχαρητήρια. Κάτι έφτιαξες. Έφυγες και πρέπει ακόμη να σου τηλεφωνούν για το φωτοτυπικό; Μην κορδώνεσαι. Εξάρτηση έφτιαξες. Έναν μηχανισμό που γνωρίζει το κινητό σου αλλά αγνοεί τη δουλειά του.

Ο καλός επικεφαλής αφήνει πίσω ανθρώπους που μπορούν να αποφασίζουν. Ο ανασφαλής αφήνει ανθρώπους που φοβούνται να αναπνεύσουν χωρίς άδεια. Ακόμη και για να διαφωνήσουν μαζί του, πρέπει προηγουμένως να εγκρίνει τη διαφωνία. Στην Πολιτεία, ο Πλάτων αντιμετωπίζει με δυσπιστία τη λαχτάρα για την εξουσία. Και όχι αδίκως. Άλλο να θέλεις να προσφέρεις και άλλο να μην αντέχεις να μπει κάποιος στο δωμάτιο και να μη σηκωθούν όλοι όρθιοι. Εκεί ακριβώς γεννιέται η μεγάλη παρεξήγηση. Νομίζεις ότι σε αγαπούσαν. Μπορεί απλώς να περίμεναν την υπογραφή σου. Νομίζεις ότι σε θαύμαζαν. Μπορεί να ήθελαν την έγκρισή σου. Νομίζεις ότι δεν μπορούσαν χωρίς εσένα. Κι όμως, την επομένη της αποχώρησής σου τα τηλέφωνα χτύπησαν, οι πόρτες άνοιξαν, οι καφέδες σερβιρίστηκαν και —σκληρό πράγμα η πραγματικότητα— ο κόσμος συνέχισε να γυρίζει.

Ο Επίκτητος μιλά για τον άνθρωπο ως ηθοποιό που καλείται να παίξει σωστά τον ρόλο που του δόθηκε. Σωστά. Όχι να πάρει φεύγοντας τη σκηνή, τις κουρτίνες, τα καθίσματα και τον ηλεκτρολόγο επειδή δεν του ανανέωσαν την παράσταση. Τελείωσε η θητεία. Δεν καταργήθηκε η ύπαρξή σου. Μπορείς να είσαι χρήσιμος χωρίς να προεδρεύεις. Τρομερή ανακάλυψη. Να τη συζητήσουμε κάποτε χωρίς μικρόφωνα, κάμερες και τιμητικές πλακέτες. Ο Μάρκος Αυρήλιος συλλογιζόταν πόσο πρόσκαιρη είναι η υστεροφημία. Εμείς, πάλι, παραγγέλνουμε μεγαλύτερη μαρμάρινη πλάκα. Μήπως και συγκινηθεί η αιωνιότητα από τη γραμματοσειρά. Και ο Σενέκας έστρεφε την προσοχή στον χρόνο που σπαταλάμε. Πράγματι. Τόση ζωή να παρακολουθείς αν στραβοπάτησε ο επόμενος. Θα μπορούσες να είχες μάθει μια γλώσσα, να είχες διαβάσει ένα βιβλίο, να είχες χαρεί ένα απόγευμα. Προτίμησες να τελειοποιήσεις το «σας τα έλεγα».

Η πραγματική δοκιμασία, πάντως, έρχεται όταν ο άλλος κάνει κάτι καλό. Αν είσαι πρώην, μπορείς να το παραδεχθείς χωρίς να προσθέσεις ότι εσύ το είχες ήδη σχεδιάσει σε μια χαρτοπετσέτα το 1998; Αν είσαι νυν, μπορείς να συνεχίσεις ένα σωστό έργο χωρίς προηγουμένως να ξηλώσεις την πινακίδα, να αλλάξεις το όνομα και να κάνεις καινούργια εγκαίνια; Εκεί θα σε δω. Όχι στις κορδέλες και στις φωτογραφίες. Στη στιγμή που το κοινό όφελος δεν φέρει αποκλειστικά το ονοματεπώνυμό σου. Γιατί αυτή είναι η δυσκολότερη παραδοχή για κάθε ματαιόδοξο άνθρωπο. Ο κόσμος υπήρχε πριν από εμάς και, κατά πάσα πιθανότητα, θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από εμάς.

Κάτι παραλάβαμε. Κάτι προσθέσαμε. Κάπου αποτύχαμε. Κάτι διορθώσαμε. Κάτι θα αφήσουμε στους επόμενους. Αυτό λέγεται συνέχεια. Δεν λέγεται αθανασία. Η δημόσια ευθύνη δεν είναι προίκα. Δεν τη φέρνεις στον γάμο και δεν τη διεκδικείς στο διαζύγιο. Την αναλαμβάνεις, εργάζεσαι, λογοδοτείς και κάποια στιγμή την παραδίδεις. Χωρίς να περιμένεις να καταρρεύσει το οικοδόμημα για να αποδειχθεί ότι ήσουν σπουδαίος. Χωρίς να χρειάζεται να παρουσιάσεις ερείπια για να αποδείξεις ότι είσαι σωτήρας. Γιατί, αν κάθε προηγούμενος άφησε Παρθενώνα και κάθε επόμενος παρέλαβε μπάζα, υπάρχει μια μικρή λογική δυσκολία. Κάποιος, κάπου, δεν μας λέει όλη την αλήθεια.

Ίσως επειδή τελικά δεν παραδίδουμε και δεν παραλαμβάνουμε αυτοκρατορίες. Μια καρέκλα παραδίδουμε. Και η καρέκλα, όσο αναπαυτική κι αν ήταν, δεν μας ανήκε ποτέ. Αν άφησες κάτι χρήσιμο, θα φανεί στη λειτουργία του. Αν άφησες μόνο φωτογραφίες, θα φανεί στο αρχείο. Κι αν χρειάζεσαι την αποτυχία του επόμενου για να αποδείξεις τη δική σου αξία, τότε ίσως δεν σου λείπει η προσφορά. Σου λείπει η καρέκλα. 

Πηγή: huffingtonpost

Δεν υπάρχουν σχόλια: