Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Το 1940 δεν ζητήσαμε τον πόλεμο - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

 Το 1940 δεν ζητήσαμε τον πόλεμο

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η 28η Οκτωβρίου είναι ημέρα τιμής και ευγνωμοσύνης. Είναι όμως και ευκαιρία να αναρωτηθούμε τι ακριβώς τιμούμε: τον πόλεμο ή τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να πολεμήσουν; Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Από την απάντηση εξαρτάται αν η ιστορική μνήμη γίνεται σχολείο ευθύνης ή αφορμή για εύκολους ενθουσιασμούς γύρω από μια τραγωδία που οι περισσότεροι από εμάς σήμερα δεν έχουμε ζήσει.

Το 1940 η Ελλάδα δεν ζήτησε τον πόλεμο. Στις 28 Οκτωβρίου δέχθηκε την Ιταλική εισβολή και αντιστάθηκε. Στις 6 Απριλίου 1941 ακολούθησε η Γερμανική επίθεση. Ο αγώνας εκείνος ήταν υπεράσπιση της πατρίδας απέναντι στον εισβολέα, όχι εκστρατεία για την εκπλήρωση ονείρων κατακτήσεων. Τιμούμε την άρνηση της υποταγής, όχι τη σύγκρουση ως αυτοσκοπό.

Κι όμως, πόσο εύκολα μπορεί η τιμή εκείνης της αντίστασης να συνδυαστεί με την προσδοκία νέων πολέμων! Να μιλάμε, π.χ. για την Κωνσταντινούπολη σαν η επιστροφή της στον Ελληνισμό να είναι μια απλή αλλαγή στον χάρτη. Να παραμερίζουμε τους ανθρώπους και να κρατούμε μόνο τα σύμβολα. Να αναζητούμε σε ανεξέλεγκτες «προφητείες» τη βεβαιότητα ότι ο Θεός θα πραγματοποιήσει τις εθνικές μας επιθυμίες.

Εδώ υπάρχει η ένσταση που αξίζει να ακουστεί: «Δεν ονειρευόμαστε κατάκτηση, αλλά απελευθέρωση». Πράγματι, η κατάκτηση και η απελευθέρωση δεν είναι έννοιες ταυτόσημες. Ούτε είναι δίκαιο να αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση κάθε ιστορικός καημός, κάθε δεσμός με έναν τόπο και τα ιερά του. Άλλο όμως ο σεβασμός στη μνήμη και άλλο η αποδοχή ότι κάθε σημερινή εδαφική διεκδίκηση αποτελεί αυτονόητα απελευθέρωση.

Δεν αρκεί να ονομάσουμε έναν πόλεμο «απελευθερωτικό» για να θεωρήσουμε αυτονόητο το δίκαιό του και να παραβλέψουμε τις συνέπειές του. Ως Έλληνες δεν σβήνουμε την ιστορική μας μνήμη. Δεν ξεχνούμε τις γενοκτονίες, τους διωγμούς και τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες. Ακριβώς όμως επειδή κρατούμε ζωντανή τη μνήμη αυτών των παθημάτων, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: με πόση ευκολία ονειρευόμαστε πολέμους που θα σπείρουν ξανά όλεθρο και δυστυχία; Η μνήμη της αδικίας δικαιούται να ζητά αναγνώριση και δικαιοσύνη· δεν μας απαλλάσσει όμως από την ευθύνη απέναντι στον πόνο που μπορεί να προκαλέσουν οι δικές μας επιδιώξεις.

Ακόμη κι ένας αγώνας που θεωρείται δίκαιος δεν παύει να έχει το τραγικό κόστος του πολέμου: θάνατο, ξεριζωμό, ορφάνια. Μπορούμε να μιλάμε για δικαίωση χωρίς να λογαριάζουμε εκείνους που θα πληρώσουν το τίμημα, στρατιώτες και αμάχους, δικούς μας και άλλων;

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, η Μικρασιατική Καταστροφή, η Κατοχή και ο Εμφύλιος δεν χωρούν στην ίδια ιστορική εξίσωση. Δεν χρειάζεται όμως να εξισώσουμε τις αιτίες τους για να συλλογιστούμε τον ανθρώπινο πόνο. Ειδικά η Κατοχή δεν ήταν μόνο στέρηση της ελευθερίας. Ήταν πείνα, εκτελέσεις, βασανιστήρια, άνθρωποι που υπέφεραν και πέθαναν μαρτυρικά. Αυτά δεν είναι υποσημειώσεις σε μια ένδοξη αφήγηση. Είναι μέρος της αλήθειας που οφείλουμε να θυμόμαστε.

Ας σταθούμε, έστω νοερά, στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν, όπου οι ανακρίσεις συνοδεύονταν από φρικτά βασανιστήρια. Εκεί η Ιστορία αποκτά πρόσωπο και πληγωμένο σώμα. Με ποια ευκολία θα ευχόμασταν καινούργιες συγκρούσεις, αν ακούγαμε πρώτα τις μαρτυρίες όσων πέρασαν από τέτοιους τόπους; Δεν θυμόμαστε το μαρτύριό τους για να παραιτηθούμε από την ελευθερία, αλλά για να μη μιλάμε επιπόλαια για το κόστος της.

Και πώς ακριβώς φανταζόμαστε ότι πραγματοποιείται μια απελευθέρωση; Με συνθήματα, χωρίς υλική και πνευματική προετοιμασία; Χωρίς σοβαρή εκτίμηση των δυνατοτήτων, κοινωνική συνοχή, μέριμνα για τους αμάχους και προσωπική ανάληψη ευθύνης; Η πνευματική προετοιμασία δεν είναι καλλιέργεια μίσους. Είναι αυτογνωσία, διάκριση, αλληλεγγύη και σεβασμός στον άνθρωπο. Ούτε η καλύτερη προετοιμασία καθιστά από μόνη της έναν πόλεμο δίκαιο ή αναίμακτο. Πόσο μάλλον όταν ο ενθουσιασμός εξαντλείται στο να στέλνουμε τους άλλους να πολεμήσουν.

Από χριστιανική σκοπιά, το κριτήριο είναι απαιτητικό: «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. 5:9). Ο λόγος αυτός δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο ενός ηθικού κηρύγματος. Είναι πρόσκληση να εξετάσουμε και τις επιθυμίες μας. Προσευχόμαστε για ειρήνη ή περιμένουμε μια αιματοχυσία που θα επιβεβαιώσει τις προσδοκίες μας;

Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη της πατρίδας ή του ανυπεράσπιστου. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το 2016, καταδίκασε τον πόλεμο ως συνέπεια του κακού και της αμαρτίας, αναγνωρίζοντας συγχρόνως την ποιμαντική φροντίδα για όσους υπερασπίζονται τη ζωή και την ελευθερία τους. Ζητούμενο παραμένει η ταχεία αποκατάσταση της ειρήνης. Η αναγνώριση μιας τραγικής ανάγκης δεν είναι ευλογία της πολεμικής επιθυμίας.

Γι’ αυτό και όσα κυκλοφορούν ως «προφητείες» χρειάζονται έλεγχο και διάκριση. Η απόδοση ενός λόγου σε κάποιον γέροντα δεν αποδεικνύει την αυθεντία του. Και καμία προσδοκία δεν μας επιτρέπει να θεωρούμε αναλώσιμη τη ζωή του άλλου.

Να είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας, ναι. Να εργαζόμαστε ώστε να μη χρειαστεί, επίσης. Δεν τιμούμε όσους υπέφεραν στον πόλεμο ευχόμενοι έναν καινούργιο. Τους τιμούμε όταν υπερασπιζόμαστε την ελευθερία χωρίς να περιφρονούμε την ειρήνη.

***

In 1940, We Did Not Seek War

October 28 is a day of honor and gratitude. Yet it is also an opportunity to ask ourselves what exactly we are honoring: war itself, or the people who were forced to fight? The distinction is more than a matter of words. Our answer determines whether historical memory teaches us responsibility or becomes an occasion for thoughtless enthusiasm about a tragedy that most of us today have never experienced.

In 1940, Greece did not seek war. On October 28, it faced the Italian invasion and resisted. The German attack followed on April 6, 1941. That struggle was a defense of the homeland against an invader, not a campaign to fulfill dreams of conquest. We honor the refusal to submit, not conflict as an end in itself.

And yet, how easily honoring that resistance can go hand in hand with anticipating new wars! We speak, for example, of Constantinople as though its return to Greek hands were a simple change on a map. We set people aside and hold on only to symbols. We turn to unverified “prophecies” for reassurance that God will fulfill our national aspirations.

Here, an objection deserves to be heard: “We do not dream of conquest, but of liberation.” Indeed, conquest and liberation are not the same thing. Nor is it fair to treat every historically rooted longing, every bond with a place and its sacred sites, with contempt. But respecting historical memory is one thing; accepting that every present-day territorial claim is self-evidently an act of liberation is quite another.

Calling a war a “war of liberation” is not enough to make its justice self-evident or to justify overlooking its consequences. As Greeks, we do not erase our historical memory. We do not forget the genocides, the persecutions, and the uprooting of Greeks from their ancestral homes. Yet precisely because we keep the memory of that suffering alive, we must ask ourselves: how readily do we dream of wars that will once again sow devastation and misery? The remembrance of injustice rightfully calls for recognition and justice; it does not, however, absolve us of responsibility for the suffering our own pursuits may cause.

Even a struggle considered just still carries the tragic cost of war: death, displacement, children left orphaned. Can we speak of vindication without considering those who will pay the price—soldiers and civilians, our own people and those on the other side?

The Balkan Wars, the Asia Minor Catastrophe, the Occupation, and the Greek Civil War cannot be treated as historically equivalent. But we do not need to equate their causes to reflect on human suffering. The Occupation, in particular, meant far more than the loss of freedom. It meant hunger, executions, torture, and people suffering and dying agonizing deaths. These are not footnotes to a glorious narrative. They are part of the truth we have a duty to remember.

Let us pause, if only in our minds, at the detention cells on Merlin Street, where interrogations were accompanied by horrific torture. There, history takes on a human face and a wounded body. How readily would we wish for new conflicts if we first listened to the testimonies of those who endured such places? We remember their torment not to relinquish freedom, but to avoid speaking lightly of its cost.

And how exactly do we imagine liberation is achieved? Through slogans, without material and spiritual preparation? Without a serious assessment of our capabilities, social cohesion, provision for civilians, and a willingness to take personal responsibility? Spiritual preparation does not mean cultivating hatred. It means self-knowledge, discernment, solidarity, and respect for human beings. Even the best preparation cannot, by itself, make a war just or bloodless. How much less can enthusiasm that amounts to little more than sending others off to fight?

From a Christian perspective, the standard is demanding: “Blessed are the peacemakers, for they shall be called children of God” (Matthew 5:9). These words are not an ornament for a moral sermon. They are an invitation to examine our own desires as well. Do we pray for peace, or do we await bloodshed that will confirm our expectations?

This does not mean abandoning our homeland or leaving the defenseless to their fate. In 2016, the Holy and Great Council of the Orthodox Church condemned war as a consequence of evil and sin, while also affirming pastoral care for those defending their lives and freedom. The swift restoration of peace remains the goal. Recognizing a tragic necessity does not mean blessing the desire for war.

That is why claims circulating as “prophecies” require scrutiny and discernment. Attributing a statement to a spiritual elder does not establish its authority. And no expectation gives us the right to regard another person’s life as expendable.

We should be ready to defend our homeland, yes. We should also work to prevent that necessity from arising. We do not honor those who suffered in war by wishing for another. We honor them by defending freedom without treating peace with contempt.

 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ενα Ορθόδοξο κείμενο προβληματισμού περί πολέμου και ειρήνης. Το σκεπτικό μου αρέσει.