Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΠΙΛΑΛΗ Πρότυπο πιστής χριστιανής γυναίκας με αρχοντική καρδιά και υπόδειγμα αγάπης και διακονικής προσφοράς - π. Ευαγγέλου Κ. Πριγκιπάκη

 
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ  ΜΠΙΛΑΛΗ
Πρότυπο πιστής χριστιανής γυναίκας με αρχοντική καρδιά
 και υπόδειγμα αγάπης και διακονικής προσφοράς
 
του
π. Ευαγγέλου Κ. Πριγκιπάκη
 

         1. Περί τα τέλη του τρίτου δεκαήμερου του Οκτωβρίου του 2026 πρόκειται να συμπληρωθούν σαράντα ημέρες από την προς Κύριον εκδημία της μακαριστής Αικατερίνης, γνωστής και αγαπητής σε όλους μας ως Νίνας, συζύγου Αθανασίου Μπιλάλη, το γένος Κολοκυθά, γι’ αυτό και σήμερα, Σάββατο 24 Οκτωβρίου, τελέστηκε στην Ιερά Μονή Παναγίας της Ελεούσης Πατρών το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό της, αλλά και βλέπει το φώς της δημοσιότητας το παρόν ταπεινό αφιέρωμα στη μνήμη της.

        Η αείμνηστη Νίνα αναδείχθηκε με τον «τρόπο βίου» που ακολούθησε σε μια σπάνια και αυθεντικά γνήσια χριστιανική γυναικεία παρουσία στην πόλη και την τοπική Εκκλησία των Πατρών, προικισμένη πλούσια και κοσμημένη αφειδώλευτα από τον Θεό με όλα εκείνα τα σπουδαία χαρίσματα των μεγάλων βιβλικών γυναικείων μορφών, επιστρατευμένα στο σύνολό τους και διατεθειμένα εξ ολοκλήρου στην ιερή της αποστολή, που ήταν η φροντίδα και η παντοειδής στήριξη της οικογένειάς της, σε συνδυασμό με την πλούσια φιλανθρωπική της προσφορά στην Εκκλησία του Χριστού. Η μακαριστή Αικατερίνη, υπήρξε, κατά κοινή ομολογία, μια σπουδαία και ενάρετη γυναίκα με βαθιά πίστη και απέραντη εμπιστοσύνη στον Θεό, αφοσιωμένη στην Αγία μας Εκκλησία και στολισμένη με ζωντανή και θερμή αγάπη, την οποία μετέβαλε διαρκώς, με αρχοντική απλότητα, βαθιά ταπείνωση, πολλή και λεπτή διάκριση, ηρεμία και γλυκύτητα, σε διακονική προσφορά προς τον κάθε πάσχοντα συνάνθρωπο που συναντούσε στην πορεία της ζωή της, καθώς «ήταν» όντως «ένας άνθρωπος ευγενικός με διάκριση, σεβασμό, προσφορά και ανιδιοτελή αγάπη προς όλους».

       2. Η Νίνα υπήρξε βλαστός καλλίκαρπος ευσεβούς οικογένειας της πόλεως των Πατρών, όπου και γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου του 1945 και μεγάλωσε στην περιοχή της ενορίας της Αγίας Σοφίας, επί της οδού Ναυμαχίας Έλλης, ως το πρώτο από τα δύο τέκνα του Ιωάννου Κολοκυθά, με καταγωγή από τον Ψαθόπυργο Αχαΐας, και της Μαρίας, το γένος Παρασκευοπούλου, καταγόμενης από την Αθήνα. Ο αδελφός της, μακαριστός επίσης, Χρήστος Κολοκυθάς έφυγε πρόωρα από την παρούσα ζωή σε ηλικία πενήντα πέντε ετών. Λόγω της γειτνίασης της πατρικής της οικίας με τον «Άγιο Αλέξιο», το ιερό μετόχιο της Μονής της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων επί της οδού Έλληνος Στρατιώτου, η οικογένειά της, καθώς αποτελούσε το επίκεντρο του λειτουργικού και λατρευτικού της βίου, ήταν απ’ αρχής συνδεδεμένη στενά τόσο με τον Ναό, όσο και με τις λοιπές εγκαταστάσεις του μετοχίου, ώστε ο ιερός αυτός χώρος να λειτουργήσει και για την μικρή Αικατερίνη ως «δεύτερο σπίτι της», δηλαδή ως ο τόπος της καθημερινής της πολύωρης παραμονής και πνευματικής αναστροφής.

          Ο πνευματικός προσανατολισμός που ακολουθούσε η οικογένειά της συνέτεινε, ώστε να ανατραφεί από την πρώιμη παιδική της ηλικία σε ένα υγιές και ακραιφνώς εκκλησιαστικό περιβάλλον, εμποτισμένο βαθιά από την ορθόδοξη παράδοση ως τρόπο ζωής, δεδομένου ότι, εκτός από τον «Άγιο Αλέξιο», συνδέθηκε παράλληλα και με το λοιπό πνευματικό περιβάλλον της πόλεως μας, διατηρώντας από πολύ νωρίς ακατάλυτο δεσμό και αδιάλειπτη επικοινωνία με τη Χριστιανική Εστία Πατρών, όπου εργάστηκε πλούσια καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου της αρχικά ως κατηχήτρια και κατόπιν ως ενεργό μέλος της σε όλους τους τομείς του ιεραποστολικού έργου. Τόσο στον «Άγιο Αλέξιο», όσο και στη Χριστιανική Εστία, αλλά και στο οικογενειακό της περιβάλλον, η νεαρή Αικατερίνη γαλουχήθηκε στέρεα και παιδαγωγήθηκε λαμπρά, καλλιεργώντας βαθιά πίστη στον Χριστό, αποκτώντας γνήσιο ορθόδοξο ήθος και φρόνημα, αλλά και οικοδομώντας μια στιβαρή και σφαιρικά ισορροπημένη προσωπικότητα με γνώμονα το μέτρο στα πάντα, διακρινόμενη από βαθιά αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, αλλά και πιστότητα προς την αγία μας Εκκλησία, της οποίας αναδείχθηκε δια βίου κρυφή διάκονος, ώστε να της αρμόζουν τα λόγια του υμνωδού προς την διακόνισσα Ολυμπιάδα, «χαίροις, [Αικατερίνη], εναρέτων έργων υποτύπωσις αληθής».

         Η μακαριστή Νίνα προπαιδεύτηκε μυσταγωγικώς και προετοιμάστηκε πνευματικώς μεθοδικά κατά την παιδική και την εφηβική της ηλικία για το μεγάλο άθλημα του εγγάμου βίου, αλλά και παράλληλα για την άσκηση της φιλανθρωπικής διακονίας ως ανιδιοτελούς προσφοράς στο εκκλησιαστικό έργο υπό την καθοδήγηση λαμπρών εργατών του Ευαγγελίου, όπως ο πνευματικός της πατέρας και οδηγός, μακαριστός Αρχιμ. π. Γαβριήλ Αθανασιάδης, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να καταφέρει με τη χάρη του Θεού να αποκτήσει και εκείνη, όπως η αγία διακόνισσα Ολυμπιάδα, σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο, «πέλαγος αρετών», μεταξύ των οποίων ατσάλινη υπομονή, κρυφή ελεημοσύνη, μεγάλη εγκράτεια και ακρίβεια πνευματική, απροσποίητη σεμνότητα, μέτρο σπάνιο και αρμονικό στην περιβολή, στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά και στο βάδισμά της, σφυρηλατώντας ταυτόχρονα έναν δυναμικό χαρακτήρα, ισχυρό και σταθερό με σιδερένια θέληση, αναδεικνυόμενη, όπως παρατηρούν οι συνδιακόνισσές της, σε «μια σεμνή αρχόντισσα σε τρόπους και παράστημα», διακρινόμενη για την απλότητα των τρόπων, για τη μεθοδικότητα και την αποφασιστικότητα σε κάθε είδους ιεραποστολική εργασία, αλλά και γενικότερα για το πολυτάλαντο και πολύπλευρο της προσωπικότητάς της, ώστε να εκπληρώνεται σαφώς στην υπόστασή της η ρήση του δικαίου και σοφού βασιλέως Σολομώντος, ότι «πολλαὶ θυγατέρες ἐκτήσαντο πλοῦτον, πολλαὶ ἐποίησαν δύναμιν, σὺ δὲ ὑπέρκεισαι καὶ ὑπερῇρας πάσας, ψευδεῖς ἀρέσκειαι καὶ μάταιον κάλλος γυναικός· γυνὴ γὰρ συνετὴ εὐλογεῖται, φόβον δὲ Κυρίου αὕτη αἰνείτω (Παρ. 31, 29-30).

       Με την καθόλου πολιτεία της στον παρόντα βίο, η αείμνηστη Αικατερίνη διακρίθηκε από πολύ νωρίς, χωρίς να το επιδιώξει ή να το προβάλλει ποτέ, για τα πολλά της τάλαντα, θεωρώντας ωστόσο ως πρώτιστο αγαθό για μια χριστιανή γυναίκα όχι τη χάρη και τη φυσική ομορφιά, που ήδη διέθετε πλούσια, αλλά την αγάπη προς τον Θεό, την οποία προέκρινε ως μοναδική ευλογία και έπαινο για τη ζωή της, ώστε να αναδειχθεί, κατά το αγιογραφικό, σε μια από τις πολλές χριστιανές «ανδρείες γυναίκες» στην πόλη των Πατρών, που συνδύασε αρμονικά στο πρόσωπό της «τον δυναμισμό της αγάπης, το ψυχικό σθένος, την υπομονετική αντοχή και τον ηρωισμό της αρετής».

         Με την ποιότητα του χαρακτήρα που οικοδόμησε και το σφρίγος της προσωπικότητας που διέπλασε στο οικογενειακό και το πνευματικό της περιβάλλον, η μακαριστή Νίνα εξέπεμπε έναν μοναδικά υγιή δυναμισμό, επιδείκνυε βαθιά αίσθηση υπευθυνότητας και συνέπειας σε όποιο έργο αναλάμβανε, αφοπλιστική ειλικρίνεια και ευθύτητα, αστείρευτη αγάπη προς όλους χωρίς εξαίρεση, αέναη δραστηριότητα, αεικίνητη πορεία αγαθοποιΐας, μεγάλη προθυμία, ακαταπόνητη εργατικότητα για προσφορά με ευαισθησία και βαθιά ενσυναίσθηση, όπως και απόλυτη εχεμύθεια, καθώς «δὲν φανέρωνε μυστικό», ενεργώντας πάντοτε αθόρυβα, διακριτικά και με πολλή και ανυπόκριτη σεμνότητα. Με τη δυναμική της παρουσία στο εκκλησιαστικό έργο και τη συνεπή ευθυγράμμιση πίστης και τρόπου ζωής στην καθόλου πολιτεία της, απέβη παράδειγμα αυθεντικής χριστιανής γυναίκας, που ενέπνεε εμπιστοσύνη και σεβασμό, καθώς «ἀκτινοβολοῦσε μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς, τὸν πλοῦτο τῶν ἀρετῶν, και την αστείρετα πηγαία και ανυπόκριτη  ἔμπρακτη ἀγάπη της». Πράγματι, η μακαριστή Νίνα ενέπνεε και παιδαγωγούσε με την απλότητα και το ανυπόκριτο των τρόπων, αλλά και τη στάση της ζωής που είχε υιοθετήσει και εφάρμοζε. Με το διακριτικό της χαμόγελο, τη γλυκύτητα του προσώπου της, την καταδεκτικότητα, την ευθύτητα και τον πηγαίο αυθορμητισμό της, αλλά και με τη δοτικότητα, τη συγχωρητικότητα, την ανεξικακία και την αστείρευτη καλοσύνη της, κατέστη υπόδειγμα ζωής για τις συνδιακόνισσές της, όπως και για κάθε άνθρωπο με τον οποίο συνεργαζόταν.

        Ως άνθρωπος η μακαριστή Αικατερίνη υπήρξε φύσει ευγενής, ευπροσήγορη και ειρηνική, ανεπιτήδευτα ταπεινή στο φρόνημα, με σύμμετρη και προσεγμένη ομιλία, χωρίς επιδίωξη προβολής, με κατά κανόνα σύντομο, σαφή, και εύστοχο λόγο, ώστε η παρουσία της να αποπνέει αίσθημα σοβαρότητας και ασφάλειας, να προσφέρει πνευματική αναψυχή, αλλά και η γαλήνια όψη της να εκπέμπει ειρήνη, ενώ η ήρεμη δύναμη που εκπορευόταν από το αστραποβόλο και διδακτικό της βλέμμα, να δίνει πολλές φορές μη λεκτικά τις πλέον εύστοχες απαντήσεις, αλλά και να αναπαύει τους συνομιλητές της. Ο συνήθως ήπιος τρόπος εκφοράς «εν χάριτι» του «άλατι ηρτυμένου» (Κολ. 4, 6) λόγου της επίσης, λειτουργούσε, σε συνδυασμό με τη βραχύτητά του, θεραπευτικά και ιαματικά σε κάθε ψυχή, ενώ με το συνετό και πολύ διδακτικό της μειδίαμα, με τη φρόνιμη συμπεριφορά της, με μια απλή κίνηση ή ένα νεύμα υποδείκνυε σιωπηρά και με τρόπο διακριτικό, ευφυή και ευρηματικό το ορθώς πρακτέο. Με την όλη της βιοτή συνεπώς, η αείμνηστη Νίνα απέβη υπόδειγμα και «προσωποποίηση τῆς διάκρισης», όπως επιμαρτυρούν οι επί πολλά έτη συνδιακόνισσές της στην Χριστιανική Εστία, εφόσον ήταν, όπως τονίζουν, αυτός «ὁ τρόπος τῆς σεμνῆς» και «εὐσεβοῦς ζωῆς της», ώστε να την αισθάνονται πάντοτε ως «ἀγαπημένη τους ἀδελφὴ καὶ συνεργάτιδα», η οποία «ταπεινὰ καὶ ἀθόρυβα διακονοῦσε μαζί τους μὲ  ὅλη της τὴν καρδιά, τὸν Κύριο!».

       Η μακαριστή Νίνα, ωστόσο, υπήρξε παράδειγμα χριστιανής γυναίκας «ὄχι μόνο ὡς τὰ πρὸς τὰ ἐξωτερικά της στοιχεῖα», όσο «κυρίως γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ καλλιέργειά της, τὸν πνευματικὸ προσωπικό της ἀγώνα, τὴν ἐκκλησιαστικὴ καί μυστηριακή της ζωή καὶ τὴν φλογερὴ ἱεραποστολικὴ καὶ φιλανθρωπική της διακονία, ὁλοπρόθυμη καί ἀκούραστη πάντοτε», εφόσον έκανε το Ευαγγέλιο πράξη κάθε μέρα στη ζωή της, βιώνοντας έντονη μυστηριακή ζωή «και απλώνοντας πάντα χέρι βοηθείας σε όποιον είχε ανάγκη». Πράγματι, η αείμνηστη Αικατερίνη υπήρξε «άνθρωπος της πίστης, της προσευχής και της αγάπης στο συνάνθρωπο», γι’ αυτό και φρόντιζε διαρκώς να ενισχύει, να τονώνει, να καλλιεργεί και να αναπτύσσει όλο και περισσότερο τα πολλά και ποικίλα, φυσικά και επίκτητα, χαρίσματα που διέθετε, ασκώντας την αδιάλειπτη προσευχή και επιδιώκοντας τη διαρκή συμμετοχή της στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, γεγονός που μαρτυρείται από την καθημερινή της παρουσία στην θεία λατρεία σε πληθώρα ναών της πόλεώς μας, ζώντας πλούσια μυστηριακή ζωή, δεδομένου ότι η «προσευχὴ ἦταν ἡ  βαθιὰ της λαχτάρα καὶ ἀνάπαυλα», αφού «προσευχόταν θερμὰ γιὰ ὅλους», προστρέχοντας πολύ τακτικά στο ιερό αποστολείο του Πρωτοκλήτου και ευρισκόμενη κάθε Παρασκευὴ βράδυ ανελλιπώς στην επί του τάφου του τελούμενη Ιερά Αγρυπνία.

       3. Η μακαριστή Αικατερίνη ευλογήθηκε από τον Θεό πλουσιοπάροχα, καθώς αξιώθηκε να λάβει ως σύζυγο τον αείμνηστο Αθανάσιο Μπιλάλη, γόνο οικογένειας καταγόμενης από τις Μηλιές Ηλείας με βαθιά ευλάβεια, αλλά και σπουδαία προσφορά στην Εκκλησία, ο οποίος  υπήρξε υπόδειγμα ενάρετου συζύγου και ανθρώπου, γνησίου χριστιανού, διακεκριμένου θεολόγου και νομικού, χαρισματικού παιδαγωγού, αφοσιωμένου ολοκληρωτικά και δια βίου, αρχικά στο έργο της αγωγής της νεότητας και κατόπιν στη διακονία του εκκλησιαστικού έργου, προσφέροντας επί σειρά ετών πολύτιμες υπηρεσίες στην διοίκηση της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας ως στενός συνεργάτης του πολιού μητροπολίτου κ. Αμβροσίου.

        Ως άνθρωπος αγάπης και με διάθεση για προσφορά στο εκκλησιαστικό έργο, η αείμνηστη Νίνα, στάθηκε με θυσιαστικό πνεύμα στον ακάματο σύζυγό της ως αληθής «βοηθός κατ’ αυτόν», στηρίζοντάς τον αμέριστα και ενισχύοντάς τον με βαθιά αγάπη, σεβασμό και αφοσίωση, ολόψυχη συμπαράσταση και πιστότητα, αδιάκριτη υπακοή και σύμπνοια, προσφέροντάς του μια ευλογημένη και αρμονική οικογενειακή ζωή στην «κατ’ οίκον εκκλησία» τους, αλλά και χαρίζοντάς του την  θυγατέρα τους Ελένη, την οποία ανέθρεψαν, με ευθύνη κυρίως της ίδιας, «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

       Έχοντας ανατραφεί η μακαριστή Αικατερίνη με γνώμονα και βάση τον λόγο του Θεού, υποστασιοποίησε, ενσάρκωσε και εφάρμοσε στον συζυγικό της βίο το πρότυπο της βιβλικής γυναίκας συζύγου, η οποία προσφέρει αναψυχή και αποβαίνει αρωγός αληθινός και βακτηρία ισχυρή για τον σύζυγό της. Έτσι, ο μακαριστός Αθανάσιος, ελπίζοντας ότι «γυνὴ ἀγαθὴ μερὶς ἀγαθή, ἐν μερίδι φοβουμένων Κύριον δοθήσεται»  (Σοφ. Σειρ. 26, 3), ευτύχησε να ανεύρει στο πρόσωπο της συζύγου του από το έτος 1966 που νυμφεύθηκαν «γυναῖκα ἀνδρείαν», η οποία αναδείχθηκε με την φρόνησή της «τιμιωτέρα … λίθων πολυτελῶν», ώστε να ενθαρρύνεται και να ενδυναμώνεται «ἐπ᾿ αὐτῇ ἡ καρδία» του, καθώς ήταν βέβαιος πως η νεαρή, μόλις είκοσι ενός ετών, Νίνα «ἐνεργεῖ γὰρ τῷ ἀνδρὶ ἀγαθὰ πάντα τὸν βίον» (Παρ. 31, 10-12). Από πολύ νωρίς μάλιστα, ο μακαριστός Αθανάσιος διαπίστωσε πως η σύζυγός του διακρινόταν για την ακαταπόνητη εργατικότητά της, καθώς είχε ενστερνιστεί από την παιδική της ηλικία τη βιβλική παρότρυνση προς την κάθε γυναίκα σύζυγο, «ὅτι καλόν ἐστι τὸ ἐργάζεσθαι» (Παρ. 31, 18), αλλά και για την εύγλωττη διακριτική της σιωπή, όπως και για το βραχύ και εύστοχο των λόγων της, θεωρώντας  πως η Αικατερίνη είναι γι’ αυτόν θείο δώρο, αφού «δόσις Κυρίου γυνὴ σιγηρά, καὶ οὐκ ἔστιν ἀντάλλαγμα πεπαιδευμένης ψυχῆς» (Σοφ. Σειρ. 26, 14).

         Εκτός αυτών όμως, ο σύζυγός της θαύμαζε επιπλέον τη σεμνότητα, την αιδώ, τη σύνεση και τη χάρη που διέκρινε τη Νίνα, βιώνοντας διαρκώς στον κοινό τους βίο, πως «χάρις ἐπὶ χάριτι γυνὴ αἰσχυντηρά, καὶ οὐκ ἔστι σταθμὸς πᾶς ἄξιος ἐγκρατοῦς ψυχῆς» (Σοφ. Σειρ. 26, 15), ώστε να απολαμβάνει δοξολογικά προς τον Θεό τη μακρά τους συζυγία, διαπιστώνοντας σε κάθε στιγμή της κοινής τους πορείας πως «χάρις γυναικὸς τέρψει τὸν ἄνδρα αὐτῆς, καὶ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ πιανεῖ ἡ ἐπιστήμη αὐτῆς» (Σοφ Σειρ. 26, 13). Έχοντας στο πλευρό του ο αείμνηστος Αθανάσιος μια τέτοια λαμπρή σύζυγο,  η οποία  «ἰσχὺν καὶ εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο καὶ εὐφράνθη ἐν ἡμέραις ἐσχάταις‧ στόμα αὐτῆς διήνοιξε προσεχόντως καὶ ἐννόμως, καὶ τάξιν ἐστείλατο τῇ γλώσσῃ αὐτῆς‧ τὸ στόμα δὲ ἀνοίγει σοφῶς καὶ νομοθέσμως, ἡ δὲ ἐλεημοσύνη αὐτῆς ἀνέστησε τὰ τέκνα αὐτῆς καὶ ἐπλούτησαν, καὶ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς ᾔνεσεν αὐτήν» (Παρ. 31, 25-26), πίστευε βαθιά πως η Αικατερίνη ήταν για την οικία του τόσο ωφέλιμη όσο ο «ἥλιος ἀνατέλλων ἐν ὑψίστοις Κυρίου», όσο ο «λύχνος ἐκλάμπων ἐπὶ λυχνίας ἁγίας», καθώς και όσο οι «στύλοι χρύσεοι ἐπὶ βάσεως ἀργυρᾶς» (Σοφ. Σειρ. 26,16-18).

        Έχοντας αποκτήσει και εφαρμόζοντας η μακαριστή Νίνα όλα τα σπουδαία χαρίσματα των ανδρείων γυναικών της Βίβλου, αλλά και γνωρίζοντας ότι «γυνὴ ἀνδρεία εὐφραίνει τὸν ἄνδρα αὐτῆς, καὶ τὰ ἔτη αὐτοῦ πληρώσει ἐν εἰρήνῃ»  (Σοφ Σειρ. 26, 2), στήριξε με σθένος και θυσιαστικότητα την οικογένειά της, προσφέροντας τιμή και έπαινο στον σύζυγό της, εφόσον είχε διδαχθεί επιπλέον πως «γυνὴ ἄνδρα ἴδιον τιμῶσα σοφὴ πᾶσι φανήσεται», όπως και ότι «γυναικὸς ἀγαθῆς μακάριος ὁ ἀνήρ, ὁ γὰρ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν αὐτοῦ διπλάσιος ἔσται» (Σοφ. Σειρ. 26, 26), δωρίζοντάς του πολυχρόνιο και ευτυχή έγγαμο βίο για εξήντα έτη  περίπου μέχρι την, «κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος», αδόκητη κοίμησή του τον Ιούνιο του 2024, εξασφαλίζοντας στην οικία τους οικογενειακή θαλπωρή και πνευματική πληρότητα, αγάπη και ειρήνη, αλλά και χαρίζοντάς του ένα αξιολάτρευτο τέκνο, την Ελένη, σπουδαία εκπαιδευτικό στη διάπλαση των μικρών παιδικών ψυχών, η οποία ανατράφηκε με πρότυπο τον λόγο του Θεού και υπόδειγμα την ίδια ως μητέρα της, αλλά και νυμφεύθηκε με τον εκλεκτό δάσκαλο και γόνο ευαγούς λευιτικής οικογένειας της Ηπείρου, τον φίλτατο Δημήτριο Γιαντσούλη, με την αρωγή και την άοκνη συμπαράσταση του οποίου συνεχίζει αθόρυβα το πολυσχιδές κρυφό έργο της μακαριστής μητέρας της.   

         4. Παράλληλα με την οικογένειά της, η μακαριστή Αικατερίνη άσκησε παροιμιώδη και απαράμιλλη, ωστόσο κρυφή εν πολλοίς και διακριτική φιλανθρωπική διακονία στο πλαίσιο του ευρύτερου εκκλησιαστικού έργου, δεδομένου ότι από την νεανική της ηλικία εργάστηκε ιεραποστολικά με διάκριση, υπευθυνότητα, προσοχή, και πάντα στηριγμένη στην προσευχή για τις δυσκολίες της προσπάθειάς της. Ενισχυμένη πνευματικά, και πάντοτε «μ΄ ένα μόνιμο, ζεστό χαμόγελο και μια ευγενική ψυχή» που «σκόρπιζε γύρω της λόγια αγάπης και ελπίδας», μόχθησε και αγωνίστηκε με αφοσίωση, υπομονή, διάκριση και ταπείνωση, εργαζόμενη τόσο στην ενορία του Αγίου Ελευθερίου, όσο και κυρίως στο ιεραποστολικό έργο της Χριστιανικής Εστίας Πατρών, υπερβαίνοντας μάλιστα «και τον ίδιο της τον εαυτό», αφού με τη δυναμική της προσωπικότητα και τα χαρίσματά που την κοσμούσαν προσέφερε άοκνα λαμπρές υπηρεσίες στην Εκκλησία του Χριστού.

         Στην ενορία του Αγ. Ελευθερίου, που εγκαταστάθηκαν μόνιμα, πλησίον του ναού επί της Ν.Ε.Ο Πατρών, από το έτος 1978, προσέφεραν ως οικογένεια σημαντικά στην αποπεράτωση του περικαλλούς ναού, αλλά και στο ενοριακό έργο γενικότερα δεδομένου ότι η οικία τους αποτελούσε και αποτελεί ακόμη και σήμερα το φιλόξενο «Αρχονταρίκι» για την υποδοχή του Μητροπολίτου μας και των ιερέων κατά τις πανηγύρεις και τις διάφορες εκδηλώσεις της ενορίας με ευθύνη και επιμέλεια της μακαριστής Νίνας και τα τελευταία χρόνια, από την περίοδο της ασθένειάς της, από την άξια θυγατέρα της Ελένη. Εκτός αυτού όμως, η αείμνηστη Αικατερίνη, προτρεπόμενη και ενισχυόμενη από τον σύζυγό της, ευεργέτησε κρυφά και με διακριτικότητα, υλικά και πνευματικά, πολλές οικογένειες και μεμονωμένες ψυχές ενοριτών μας,  εφαρμόζοντας ως χριστιανή γυναίκα επακριβώς το βιβλικό «χεῖρας δὲ αὐτῆς διήνοιξε πένητι, καρπὸν δὲ ἐξέτεινε πτωχῷ» (Παρ. 31, 20).

        Το μεγαλύτερο μέρος ωστόσο της προσφοράς της εκδιπλώθηκε στο ποικίλο και πολυσχιδές έργο της Χριστιανικής Εστίας Πατρών, όπου διέπρεψε κυρίως στον τομέα της Πρόνοιας. Μάλιστα δε όπως τονίζεται, η μακαριστή Νίνα «ήταν η ψυχή στον Κύκλο Προνοίας με ευσυνείδητη διαρκή προσφορά, συμπαραστεκόμενη στους ασθενείς του Νοσοκομείου της ΄Παναγίας Βοήθειας΄, που επισκεπτόταν μαζί με άλλες, επίσης άξιες κυρίες επί πολλά χρόνια», προσφέροντας αρωγή σε ανθρώπους με πολλές και μεγάλες ανάγκες, έχοντας μάλιστα μετατρέψει σε «δεύτερο σπίτι της  … τὸ Νοσοκομεῖο στὸ Ρίο, τὰ σπίτια τῶν ἀσθενῶν, ποὺ περίμεναν τὴν ἐπίσκεψή της, τὰ τηλεφωνήματά της σὲ μοναχικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ λαχταροῦσαν νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ νὰ νιώσουν τὴν ἀγάπη της». «Όπου πόνος, όπου χαρά, πάντα οὐσιαστικὰ παροῦσα» η αείμνηστη Αικατερίνη, η οποία «με το γνήσιο χριστιανικό της ενδιαφέρον βοηθούσε ηθικά και υλικά τους ασθενείς που επισκεπτόταν …. Με τα πειστικά και ήρεμα λόγια της οδηγούσε τους ασθενείς στον Θεό, εκκλησιάζοντο, εξομολογοῦντο και κοινωνούσαν, πολλές φορές ίσως μετά από χρόνια».

       Αλλά και «στοὺς φιλικοὺς κύκλους καὶ τὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις τῆς Χριστιανικής Ἑστίας» ήταν πάντοτε ενεργώς παρούσα η αείμνηστη, όπως επίσης στα Οικοτροφεία, αλλά και στη θερινή κατασκήνωση «Άγκυρα», όπου βοηθούσε στο έργο της κουζίνας «δείχνοντας έμπρακτα την αγάπη της στους κατασκηνωτές». Στην περίφημη Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων «Αγία Σκέπη» στην περιοχή της Αρόης ακόμη, συνέτρεχε παντοιοτρόπως και όταν χρειαζόταν για να προσφέρει κι εκεί «πολύτιμες υπηρεσίες προς τους γέροντες και τις γερόντισσες».

        Παράλληλα με όλες τις παραπάνω δραστηριότητες ωστόσο, η μακαριστή Νίνα δεν έπαυε να εμψυχώνει και να βοηθά πλειάδα προσώπων συγγενών και φίλων με τον παρακλητικό της λόγο και την συνεχή προσωπική της παρουσία και συμπαράσταση στις δοκιμασίες τους. Από την οικία της επικοινωνούσε και ενίσχυε πνευματικά πολλές ψυχές που επιζητούσαν την αρωγή της, καθώς ασκούσε με πολλή επιτυχία και ιερό ζήλο πνευματικά συνετή συμβουλευτική υποστήριξη, παρέχοντάς τους αδιάκριτα και καθημερινά ανακούφιση, μεγάλη πνευματική παρηγοριά, αλλά και διαρκή συμπαράσταση στις ποικίλες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν.

       5. Στο πολυσχιδές και ακατάπαυστο αυτό έργο δεν στάθηκαν ποτέ εμπόδιο οι πολλές δοκιμασίες του βίου της. Η μακαριστή Νίνα αναδείχθηκε πράγματι βράχος υπομονής και πίστεως στον μεγάλο πόνο που της προκάλεσε τα τελευταία έτη η σχεδόν αιφνίδια κοίμηση του συζύγου της Αθανασίου τον Ιούνιο του 2024, όπως και η οδυνηρή ασθένεια που δεν άργησε να την επισκεφθεί και να την δοκιμάσει το τελευταίο διάστημα πριν από την κοίμησή της τον Σεπτέμβριο του 2026. Αλλά και παλαιότερα την έθλιψαν βαθιά, όμως δεν την αποθάρρυναν, τόσο η κοίμηση του αδελφού της, όσο και οι απώλειες πολλών συγγενικών προσώπων από την οικογένεια του συζύγου της, εφόσον τους συμπαραστάθηκε θυσιαστικά «στίς ασθένειες,  στὸ σπίτι, στὸ νοσοκομεῖο, στὶς κηδεῖες καὶ στὰ μνημόσυνά τους». «Με πίστη καὶ δύναμη καὶ ἀστείρευτη ὑπομονή καί ἀγάπη διαχειρίσθηκε αὐτὸν τὸν πόνο», ενώ υπήρξε υποδειγματική η στάση της και απέναντι στην δοκιμασία που εισήλθε η ίδια για δύο έτη περίπου, κατά την οποία δοκιμάστηκε «ως χρυσός εν χωνευτηρίω», ώστε να αποβεί παράδειγμα προς μίμηση, αντιμετωπίζοντας την ασθένειά της με σιωπή, καρτερία, υπομονή, διακριτικότητα και σθένος πνευματικό, ενώ θα μείνει αξέχαστη στον χαράσσοντα τις γραμμές αυτές η λαχτάρα της να κοινωνήσει επανειλημμένως των αχράντων μυστηρίων στην οικία της μέχρι και λίγο πριν από την κοίμησή της.

         Με τον βίο και τη χριστιανική της πολιτεία, η μακαριστή Αικατερίνη προσέφερε πολλά στην Εκκλησία του Χριστού, ώστε, αναχωρώντας από τον μάταιο τούτο κόσμο για την «χώρα των ζώντων», να αφήσει σε όλους εμας ζωντανό πρότυπο πιστής χριστιανής γυναίκας συζύγου και μητέρας με αρχοντική καρδιά, αλλά και υπόδειγμα αγάπης και διακονικής προσφοράς προς τον συνάνθρωπο !

Δεν υπάρχουν σχόλια: