Ούτος ο Άγιος Μάρτυς Νικηφόρος ήτον κατά τους χρόνους Ουαλλεριανού και Γαληΐνου των βασιλέων, εν έτει σξ’ [260], ιδιώτης κατά την τύχην. Ούτος λοιπόν είχε φιλίαν υπερβολικήν με κάποιον Σαπρίκιον Ιερέα της εν Αντιοχεία Εκκλησίας. Ο οποίος ύστερον εξ αιτίας τινός, μάλλον δε εκ διαβολικής ενεργείας, εμίσησε τον Άγιον, και εχθρός αυτού έγινεν αφιλίωτος. Όθεν ο Άγιος Νικηφόρος πολλαίς φοραίς εμεταχειρίσθη μεσίτας, και έβαλε διαλλακτάς εις αυτόν, ζητών συγχώρησιν, και την παλαιάν φιλίαν ανακαλούμενος. Ο δε Σαπρίκιος τελείως δεν ήθελε να συγχωρήση τον φίλον του, αλλ’ εφύλαττε την έχθραν και την μνησικακίαν εις την καρδίαν του. Μίαν φοράν δε επιάσθη ο Σαπρίκιος από τους ειδωλολάτρας, ως Χριστιανός και ως Ιερεύς των Χριστιανών, και εφέρετο εις το να βασανισθή.
Τότε ο θείος Νικηφόρος στοχασθείς, ότι ήτον καιρός αρμόδιος δια να ελευθερώση τον Σαπρίκιον από την έχθραν, έτρεξε και έπεσεν εις τους πόδας του, παρακαλώντας δια να τον συγχωρήση, και μόλον οπού αυτός ο ευλογημένος δεν ήτον αίτιος της τοιαύτης έχθρας. Επειδή όμως δεν εισηκούετο, δια τούτο πολλαίς φοραίς επρόφθαινεν ο αοίδιμος εις τον δρόμον, και έπιπτεν εις τους πόδας του, ζητώντας συγχώρησιν. Ο δε σαπρός Σαπρίκιος, αδυσώπητος εστέκετο, και να καμφθή δεν εβούλετο.Αφ’ ου δε εδοκίμασε πολλά βάσανα δια την αγάπην
του Χριστού, και δεν επείσθη να θυσιάση εις τα είδωλα, τέλος πάντων
εκαταδικάσθη να αποκεφαλισθή. Εφέρνετο λοιπόν ο δυστυχής Σαπρίκιος εις τον
τόπον της καταδίκης, και επλησίαζεν εις το να λάβη τον στέφανον του μαρτυρίου.
Τότε ο καλός Νικηφόρος, φοβηθείς, μήπως το μαρτύριον του Σαπρικίου γένη
απρόσδεκτον εις τον Θεόν, δια το πάθος της οργής και της μνησικακίας οπού είχε,
δια τούτο κάθε τρόπον έκαμνε δια να τον καταπείση να διαλύση την έχθραν, ίνα
γένη το μαρτύριόν του ακατηγόρητον. Ο δε Σαπρίκιος, ουδέ τότε άφησε την οργήν
και την μνησικακίαν. Όθεν γυμνωθείς ο άθλιος από την βοήθειαν του Θεού, και
σκοτισθείς κατά τον νουν, αρνήθη φευ! τον Χριστόν. Και μαζί με την αγάπην του
πλησίον, έχασε και την αγάπην του Θεού. Τούτο δε θεωρήσας ο μακάριος Νικηφόρος,
αμέτρως ελυπήθη. Όθεν πολλά δάκρυα έχυσε, και πολλά παρεκάλεσε τον Σαπρίκιον,
να μην εκπέση τελείως από τον Χριστόν, και να γένη παίγνιον εις τους ορατούς
και αοράτους εχθρούς, τυράννους ομού και δαίμονας.
Επειδή δε έλεγε τα λόγιά του εις κωφόν, κατά την
κοινήν παροιμίαν, δια τούτο αντί του αρνηθέντος Σαπρικίου, εμβήκεν ο τρισόλβιος
Νικηφόρος εις τον αγώνα του μαρτυρίου, και ωμολόγησε παρρησία τον Χριστόν. Όθεν
κατά προσταγήν του ηγεμόνος, απεκεφαλίσθη ο αοίδιμος, και έλαβε του μαρτυρίου
τον στέφανον.
Εύκαιρον είναι ενταύθα να ειπούμεν τα του θείου
Χρυσορρήμονος λόγια· «Αγάπης ουδέν, ούτε μείζον, ούτε ίσον εστίν, ουδέ αυτό το
μαρτύριον, ο πάντων εστί κεφάλαιον των αγαθών. Και πώς; άκουσον. Αγάπη μεν, και
χωρίς μαρτυρίου ποιεί μαθητάς του Χριστού. Μαρτύριον δε χωρίς αγάπης, ουκ αν
ισχύσειε τούτο εργάσασθαι». (Λογ. εις τον Μεγαλομάρτυρα Ρωμανόν.) Και πάλιν
ερμηνεύων το «Επί πάσι δε τούτοις την αγάπην, ήτις εστί σύνδεσμος της
τελειότητος», λέγει, «ο δε θέλει ειπείν, τούτο εστίν, ότι πάντα εκείνα αύτη συσφίγγει,
όπερ αν είπης αγαθόν, ταύτης απούσης, ουδέν εστιν, αλλά διαρρεί. Οία γαρ εάν
τις έχη κατορθώματα, πάντα φρούδα, αγάπης μη ούσης». (Λογ. η’, εις την προς
Κολασσαείς.) Και πάλιν λέγει ο αυτός, ότι ουδέ τους απίστους πρέπει να
μισούμεν, αλλά τα πονηρά αυτών δόγματα. «Τι ούν φησιν, αν εχθροί ώσι και
Έλληνες, ου δει μισείν; μισείν μεν, ουκ εκείνους δε, αλλά το δόγμα, ου τον
άνθρωπον, αλλά την πονηράν πράξιν, την διεφθαρμένην γνώμην. Ο μεν γαρ άνθρωπος,
έργον Θεού. Η δε πλάνη, έργον του Διαβόλου. Μη τοίνυν αναμίξης τα του Θεού και
τα του Διαβόλου». (Λογ. λγ’, εις την α’ προς Κορινθίους.) Αρμόδιον είναι να
αναφέρωμεν εδώ και εκείνο οπού γράφει ο Ευεργετινός, σελ. 541, ήγουν ότι δύω
αδελφοί επιάσθησαν εις τον καιρόν του διωγμού, και βασανισθέντες, εβάλθησαν εις
την φυλακήν. Επειδή δε ηκολούθησε μεταξύ αυτών κάποιος παροξυσμός και
λογοτριβή, ο μεν ένας, μετανοήσας δια τούτο, έβαλε μετάνοιαν ογλίγωρα εις τον
αδελφόν, λέγων. Ακολουθεί εις ημάς αύριον να τελειωθώμεν με το μαρτύριον. Όθεν
ας διαλύσωμεν την έχθραν και ας κάμωμεν αγάπην. Ο δε άλλος, δεν επείθετο. Εις
δε την ερχομένην ημέραν, εφέρθησαν και οι δύω εις το κριτήριον και
εβασανίσθησαν. Και εκείνος οπού δεν ηθέλησε να λύση την έχθραν, ευθύς με την
πρώτην δοκιμήν των βασάνων ενικήθη, και αρνήθη τον Χριστόν. Όθεν ερώτησεν αυτόν
ο άρχων, διατί εχθές με τόσα βάσανα οπού εδοκίμασες, δεν αρνήθης, τώρα δε τόσον
ογλίγωρα ενικήθης; Ο δε απεκρίθη. Διατί εχθές μεν είχον αγάπην με τον αδελφόν
μου, δια τούτο και η χάρις του Θεού με ενεδυνάμονε και υπέμεινα τα βάσανα. Τώρα
δε, επειδή εμνησικάκησα εις τον αδελφόν μου, δια τούτο εγυμνώθηκα από την
σκέπην του Θεού και παρηγορίαν και δύναμιν.
Άγιος Νικόδημος
Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου