Κυριακή, 30 Μαΐου 2021

Τί μπορεῖ μιὰ γυναίκα! - ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Τί μπορεῖ μιὰ γυναίκα!

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος  Καντιώτης

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Κυριακή. Τί θὰ πῇ Κυριακή; Μιὰ ἡμέρα ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὶς ἄλλες· εἶνε τὸ διαμάντι τῆς ἑβδομάδος. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ δὲν ἀνήκει σ᾽ ἐμᾶς (στὶς ἐργασίες ποὺ ἔχουμε, στὰ χωράφια, στὰ ζῷα κ.τ.λ.)· ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἀπ᾽ τὸν ὁποῖο πῆρε τὸ ὄνομα· ἀπὸ τὸ Κύριος λέγεται κι αὐτὴ Κυριακή.

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὅλοι ὅσοι κατοικοῦμε στὴ χριστιανικὴ αὐτὴ χώρα, παπᾶδες καὶ λαϊκοί, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἀμόρφωτοι καὶ μορφωμένοι, τσοπάνηδες καὶ βασιλιᾶδες, ἔχουμε χρέος νὰ κάνουμε τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου. Δηλαδή·

 Μόλις χτυπήσῃ ἡ καμπάνα τῆς Κυριακῆς, φτερὰ στὰ πόδια· νὰ ἐρχώμαστε στὴν ἐκκλησιά, νὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας, καὶ ν᾽ ἀκοῦμε τὴ θεία λειτουργία· ὄχι χασμώμενοι καὶ κοιτάζοντας τὰ ῥολόγια, καὶ παρατηρώντας τί φοράει ἡ μιὰ καὶ τί ἡ ἄλλη, πῶς ψάλλει ὁ ψάλτης, πῶς κάνει ὁ παπᾶς· ἀλλὰ προσέχοντας τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ· νὰ μένουμε μέχρι τὸ τέλος· νὰ παίρνουμε τὸ ἀντίδωρο ἀπ᾽ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ.

 Στὸ σπίτι ὁ πατέρας νὰ πῇ· Παιδιά, ἡ ἡμέρα ἀνήκει στὸν Κύριο. Ν᾽ ἀνοίξῃ τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ διαβάσῃ ἕνα κομμάτι καὶ νὰ τοὺς τὸ ἐξηγήσῃ. Ψάξε γύρω σου ποῦ ὑπάρχουν φτωχοὶ καὶ πήγαινέ τους κρυφὰ ἕνα πιάτο φαΐ.

Κυριακὴ θὰ πῇ, νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ κάνουμε; Ὄχι. Ἀντιθέτως κάνουμε ἔργα διαβόλου. Ἂν ρωτήσετε, ποιά εἶνε ἡ πιὸ ἁμαρτωλὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος; δὲν εἶνε ἡ Δευτέρα, οὔτε ἡ Τρίτη, οὔτε ἡ Τετάρτη, οὔτε ἡ Πέμπτη, οὔτε ἡ Παρασκευή, οὔτε τὸ Σάββατο· εἶνε ἡ Κυριακή. Ρωτῆστε δικαστάς, ἀστυνόμους, γιατρούς· θὰ σᾶς ποῦν, ὅτι τὰ πιὸ βαρειὰ ἐγκλήματα καὶ ἀτιμίες (πορνεῖες, μοιχεῖες κ.τ.λ.) γίνονται Κυριακή. Ἂν κρίνουμε ἀπὸ τὰ ἔργα ποὺ γίνονται τότε, ἡ Κυριακὴ καταντᾷ διαβολική.

* * *

Ἀλλὰ σήμερα δὲν εἶνε ἁπλῶς Κυριακή. Καθεμιὰ ἀπὸ τὶς 52 Κυριακὲς τοῦ ἔτους ἔχει τὸ ἰδιαίτερο ὄνομά της, καὶ ἡ σημερινὴ ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος· γιατὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο(βλ. Ἰω. 4,5-42), μιλάει γιὰ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτισσα. Τὸ Σαμαρείτισσα δὲν εἶνε προσωπικό της ὄνομα· δηλώνει τὸν τόπο καταγωγῆς της. Ὅπως ἐκείνη ποὺ εἶνε ἀπ᾽ τὴ Φλώρινα λέγεται Φλωρινιώτισσα, ἔτσι αὐτὴ λέγεται Σαμαρείτισσα γιατὶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σαμάρεια.

Τί ἦταν ἡ Σαμαρείτισσα; Μία γυναίκα πολὺ ἁμαρτωλή. Παντρεύτηκε ἕναν ἄντρα· μετὰ χώρισε καὶ πῆρε δεύτερο· μετὰ ἔδιωξε τὸ δεύτερο, πῆρε τρίτο· μετὰ πῆρε τέταρτο, μετὰ πῆρε πέμπτο. Τώρα ζοῦσε μ᾽ ἕναν ἕκτο ἀστεφάνωτη. Συναισθανόταν τὴν παρανομία καὶ ντρεπόταν. Τὸ λέει ἐμμέσως τὸ εὐαγγέλιο· πήγαινε μεσημέρι στὸ πηγάδι γιὰ νερό, ὥστε νὰ μὴ συναντᾷ κανένα καὶ τὴ σχολιάζουν.

 Τώρα λοιπὸν στὸ πηγάδι συνάντησε ἕναν ἄγνωστο. Μὰ αὐτὸς ὁ ἄγνωστος ἦταν βασιλιᾶς! Βασιλιᾶς δὲν θὰ πῇ τίποτα. Τί εἶνε οἱ βασιλιᾶδες; Ἄνθρωποι ποὺ βασιλεύουν ἕνα διάστημα καὶ μετὰ τελειώνουν ἢ πέφτουν. Ὁ βασιλιᾶς αὐτὸς ὅμως ζῇ καὶ βασιλεύει αἰωνίως· «τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. 1,33. Σύμβ. πίστ. 7). Εἶνε ὄχι ἁπλῶς βασιλιᾶς, ἀλλὰ «ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων» (Α΄ Τιμ. 6,15. Ἀπ. 19,16)· εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Αὐτὸς λοιπόν, ὁ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου, ἦρθε· κατέβηκε στὴ γῆ καὶ πῆγε σ᾽ ἐκεῖνο τὸ πηγάδι. Βάδισε μὲ τὰ πόδια· οὔτε ἁμάξι, οὔτε ἄλογο, οὔτε γαϊδουράκι εἶχε. Ὅταν ἔφτασε ἦταν καταμεσήμερο, ὁ ἥλιος ἔκαιγε τὶς πέτρες, ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε. Κουρασμένος ἀπ᾽ τὴν ὁδοιπορία κάθησε ἐκεῖ, ἔτσι ἁπλᾶ, νὰ ξαποστάσῃ, αὐτός, ὁ βασιλιᾶς τοῦ σύμπαντος! Ποῦ νὰ τὸν γνωρίσῃ ἡ Σαμαρείτισσα! Οὔτε κορώνα στὸ κεφάλι, οὔτε σπαθὶ στὴ μέσῃ, οὔτε δαχτυλίδια μὲ διαμάντια φοροῦσε. Ὁ Χριστός μας μισοῦσε τὴν πολυτέλεια. Σπίτια ποὺ ζοῦν μὲ πολυτέλεια δὲν εἶνε χριστιανικά. Ὁ Χριστὸς ζοῦσε ἁπλᾶ· ἡ ἁπλότης ἦταν τὸ γνώρισμά του.

Ὁ ἄγνωστος ἄνοιξε πρῶτος κουβέντα μὲ τὴ γυναῖκα· τῆς ζητάει νὰ τοῦ δώσῃ νερό. Αὐτὴ κατάλαβε ὅτι εἶνε Ἰουδαῖος – καὶ μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν ὑπῆρχε ἔχθρα. Λέει λοιπόν· –Πῶς ἐσύ, ἕνας Ἰουδαῖος, ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μένα, μιὰ Σαμαρείτισσα γυναῖκα; Ὁ Χριστὸς τῆς ἀπαντᾷ· –Ἂν ἤξερες τί δῶρο δίνει ὁ Θεὸς καὶ ποιός εἶν᾽ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες κι αὐτὸς θὰ σοῦ ἔδινε τὸ ἀθάνατο νερὸ ποὺ σβήνει τὴ δίψα ὁριστικά. –Ἂν ἔχῃς, λέει, Κύριε, ἐσὺ τέτοιο νερό, δός μου το, ὥστε νὰ μὴ διψῶ μήτε νά ᾽ρχωμαι ἐδῶ νὰ γεμίζω. –Θὰ σοῦ τὸ δώσω, λέει ὁ Χριστός, ἀλλὰ πήγαινε πρῶτα φώναξε τὸν ἄντρα σου κ᾽ ἔλα ἐδῶ. –Τὸν ἄντρα μου; λέει ἡ γυναίκα· μὰ δὲν ἔχω ἄντρα. –Σωστὰ τὸ εἶπες, λέει ὁ Χριστός· δὲν ἔχεις ἄντρα, γιατὶ ἄλλαξες εἶν᾽ ἀλήθεια στὴ ζωή σου πέντε ἄντρες, κι αὐτὸς ποὺ τώρα ἔχεις δὲν εἶνε ἄντρας σου, συζῆτε ἀστεφάνωτοι.

 Ἐδῶ ἡ γυναίκα σάστισε. Ποῦ ξέρει αὐτὸς τὴ ζωή μου; ἀπόρησε· πρώτη φορὰ τὸν βλέπω. Νιώθει ὅμως ὅτι μπροστά της ἔχει ἕνα φωτισμένο ἄνθρωπο καὶ βρίσκει εὐκαιρία νὰ ρωτήσῃ· –Κύριε, λέει, βλέπω ὅτι εἶσαι προφήτης· λύσε μας λοιπὸν τὴ διαφορὰ ποὺ ἔχουμε ἐδῶ μὲ τοὺς Ἰουδαίους. Οἱ πρόγονοί μας λάτρεψαν τὸ Θεὸ σὲ τοῦτο τὸ βουνό, τὸ Γαριζείν· ἐσεῖς οἱ Ἰουδαῖοι ἔχετε στὰ Ἰεροσόλυμα ναὸ καὶ λέτε ὅτι ἐκεῖ πρέπει νὰ προσκυνοῦμε τὸ Θεό· ποιό ἀπ᾽ τὰ δύο εἶνε τὸ σωστό; Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ· –Πίστεψέ με, γυναίκα, ὅτι ἔρχεται ἡ ὥρα, καὶ ἦρθε κιόλας, ποὺ ὁ Θεὸς δὲν θὰ λατρεύεται οὔτε στὸ Γαριζεὶν οὔτε στὰ Ἰεροσόλυμα ἀποκλειστικά· ἀλλὰ παντοῦ στὸν κόσμο, ὅποιος μὲ τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος θὰ ἔχῃ καρδιὰ καθαρὴ καὶ εἰλικρινῆ καὶ ζωὴ συνειδητὴ καὶ συνεπῆ, θὰ μπορῇ νὰ τὸν λατρεύῃ ὅπου βρεθῇ· γιατὶ ἔτσι τοὺς θέλει τοὺς πιστούς του ὁ Θεός, νὰ τὸν λατρεύουν μὲ ἐπίγνωσι καὶ ἀφοσίωσι. –Γνωρίζω, λέει ἡ γυναίκα, ὅτι πρόκειται νὰ ἔρθῃ ὁ Μεσσίας ποὺ λέγεται καὶ Χριστός· ὅταν ἔρθῃ ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ ἐξηγήσῃ ὅλα. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀποκαλύπτει ξεκάθαρα καὶ συγκλονιστικά· –Ὁ Μεσσίας εἶμαι ἐγὼ ποὺ σοῦ μιλῶ!

Κατάπληκτη ἡ Σαμαρείτισσα ξεχνάει γιὰ τί εἶχε πάει στὸ πηγάδι, ἀφήνει ἐκεῖ τὴ στάμνα της, τρέχει στὴν πόλι καὶ –αὐτὴ ποὺ ντρεπόταν τοὺς ἀνθρώπους– φωνάζει τώρα σὲ ὅλους· –Ἐλᾶτε, χωριανοί μου, ὅλοι στὸ πηγάδι, νὰ δῆτε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔχω κάνει· μήπως αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστὸς ποὺ περιμένουμε;… Αὐτὸς ὁ συγκλονιστικὸς λόγος της ξεσήκωσε πολλούς· βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλι, ἦρθαν στὸ Χριστό, τὸν ἄκουσαν, πίστεψαν, τὸν δέχτηκαν καὶ τὸν φιλοξένησαν ἐπὶ δύο μέρες. Τότε πίστεψαν πολὺ περισσότεροι, καὶ τῆς ἔλεγαν· Τώρα δὲν πιστεύουμε ἐπειδὴ μᾶς τό ᾽πες ἐσύ· γιατὶ οἱ ἴδιοι τὸν ἔχουμε ἀκούσει κ᾽ εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι αὐτὸς πραγματικὰ εἶνε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

Αὐτὰ λέει τὸ σημερινό εὐαγγέλιο. Ἡ Σαμαρείτισσα ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἄφησε τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή, ἔγινε Χριστιανὴ μὲ τὸ ὄνομα Φωτεινή, καὶ ἄρχισε πηγαίνοντας ἀπὸ τόπο σὲ τόπο νὰ κηρύττῃ τὸ Χριστό. Πολλὰ μέρη φώτισε, πλῆθος ἄνθρωποι πίστεψαν δι᾽ αὐτῆς καὶ ἔγιναν Χριστιανοί, καὶ κατέληξε στὴ Σμύρνη, πόλι ποὺ μᾶς συγκινεῖ. Ἐκεῖ μαρτύρησε ἡ ἁγία Φωτεινή, ἐπ᾽ ὀνόματί της χτίστηκε μιὰ ὄμορφη ἐκκλησία, καὶ μέσα σ᾽ αὐτὴν λειτουργοῦσε ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης τὸν ὁποῖον οἱ Τοῦρκοι θανάτωσαν μὲ τρόπο μαρτυρικό.

 

* * *

Ἡ ἁγία Φωτεινή, ἀδελφοί μου, ἦταν πόρνη κ᾽ ἔγινε ἰσαπόστολος· ἦταν κοράκι μαῦρο καὶ ὁ Κύριος τὴν ἔκανε λευκὸ περιστέρι, ποὺ πέταξε παντοῦ κ᾽ ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας. Τί κατώρθωσε μιὰ γυναίκα! Ὑπέροχο τὸ παράδειγμά της, ἰδίως γιὰ τὶς γυναῖκες. Καὶ χαρὰ στὸν ἄντρα ποὺ ἔχει καλὴ γυναῖκα.

Γνώρισα στὴν Ἀθήνα ἕναν ἐπιστήμονα καὶ μοῦ ᾽λεγε· –Ἐγὼ ἤμουν ἄθεος, δὲν πίστευα, ἔβριζα, βλαστημοῦσα· προσπαθοῦσα κι ἄλλους νὰ κάνω ἄθεους· γλεντοῦσα σὲ κέντρα καὶ ταβέρνες. Ἀλλ᾽ ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός, τώρα ἄλλαξα, πιστεύω στὸ Θεό, πάω στὴν ἐκκλησία, διαβάζω Εὐαγγέλιο. –Ποιός σὲ ἄλλαξε; τὸν ἐρωτῶ, δεσπότης; –Ὄχι. –Ἱεροκήρυκας; –Ὄχι. –Θεολόγος; –Οὔτε. –Ποιός; –Παντρεύτηκα μιὰ γυναῖκα ἁπλοϊκιὰ ἀπ᾽ τὸ χωριό μου, ποὺ πίστευε στὸ Θεό. Στὴν ἀρχὴ ἐγὼ τὴν κορόϊδευα· ἀλλ᾽ αὐτὴ μὲ τὸν καλὸ τρόπο της, μὲ τὴ γλυκειά της γλῶσσα, μὲ τὴν ἀγάπη της, μὲ τὴ στοργὴ καὶ ἀφοσίωσί της μ᾽ ἔκανε νὰ πιστέψω… Νά πῶς μιὰ ἁπλῆ γυναίκα ἄλλαξε ἕναν ἄθεο ἐπιστήμονα.

Γυναῖκες ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, μανάδες καὶ κορίτσια, ἐσεῖς ἔχετε στὰ χέρια σας τὸν κόσμο. Μιὰ καλὴ γυναίκα παίρνει τὸν ἄντρα καὶ τὸν ἀνεβάζει μέχρι τὸν οὐρανό· μιὰ κακιὰ γυναίκα παίρνει τὸν ἄντρα καὶ τὸν πάει στὴν κόλασι.

Φύγαμε τώρα, ἀδέρφια μου, πολὺ ἀπὸ τὸ Θεό, γι᾽ αὐτὸ καὶ τιμωρούμεθα. Νὰ ἐπιστρέψουμε. Ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἂς μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας Φωτεινῆς. Ὅλοι κοντὰ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ βροῦμε τὴ χαρὰ καὶ εὐτυχία ποὺ μόνο ὁ Χριστὸς δίνει· ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: