Κυριακή ΙΗ΄ (Γ΄Λουκᾶ)
Λόγος εἰς τό Εὐαγγέλιον
Οἱ κεκοιμημένοι ζοῦν
(Λουκ. ζ´11-16)
«Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι»
Ὁλόκληρη
ἡ πόλη τῆς Ναῒν εἶναι στό πόδι. Ὅλοι συμπάσχουν μέ τή χήρα μάνα πού προπέμπει
τό μονάκριβο παιδί της στήν τελευταία του κατοικία καί ὅλοι μαζί σάν ἕνας ἄνθρωπος
τήν ἀκολουθοῦν στόν τόπο τῆς ταφῆς. Τό
θέαμα τραγικό. Ὁ Κύριος μέ τόν ὁποῖο συναντήθηκε ἡ νεκρική πομπή συμπονεῖ τή
μητέρα τοῦ παιδιοῦ καί τήν παρηγορεῖ. Μήν κλαῖς τῆς λέγει. Κι ἔπειτα στρέφεται
πρός τό νεκρό παιδί καί μέ τόνο προστακτικό τοῦ λέγει: Νέε, σέ σένα μιλῶ,
σήκω ἐπάνω. Ἀμέσως ὁ νέος ἀνασηκώνεται κι ἀρχίζει νά ὁμιλεῖ. Ὅλοι γύρω
σαστίζουν. Τά δάκρυα τῆς λύπης γίνονται δάκρυα χαρᾶς.Ἡ πορεία τοῦ θανάτου
μεταβάλλεται σέ πορεία πρός τή ζωή.
Αὐτό
τό ἐκπληκτικό θαῦμα τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά ἐξετάσουμε τί γίνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν πεθαίνει καί ποιά σχέση μποροῦμε
νά ἔχουμε μαζί του.
*****
«Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι»
Ὁ
Ψαλμωδός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σέ ὧρες θλίψης καί ἀπογοήτευσης διατυπώνει τό ἐρώτημα:Ὑπάρχει
κανείς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θά ἐξακολουθεῖ
νά ζεῖ στή γῆ καί δέν θά πεθάνει;Ποιός θά μπορέσει νά γλιτώσει τή ζωή του ἀπό
τό κράτος καί τή δύναμη τοῦ θανάτου;(Ψαλμ. 88,49). Στό ἐναγώνιο αὐτό ἐρώτημα δίνει
ὁ ἴδιος τήν ἀπάντηση σέ ἕνα ἄλλο ψαλμό, στόν ὁποῖο ἐξετάζει τίς συνθῆκες τῆς
παρούσης καί τῆς μετά θάνατον ζωῆς τῶν ἀσεβῶν. Στόν ὡραῖο αὐτό ψαλμό γράφει: Ὁ
Θεός θά ἐλευθερώσει τή ψυχή μου ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ Ἅδη, ὅταν θά μέ παραλάβει ἀπό
τήν παρούσα ζωή. (Ψαλμ. 48, 16). Ἐπίσης ἀπό τό θεόπνευστο βιβλίο τῆς Γενέσεως πληροφορούμαστε ὅτι «ἀπέθανεν
Ἀβραάμ (…) καί προσετέθη πρός τόν λαόν αὐτοῦ» (Γεν. κε΄8). δηλαδή στούς εὐλαβεῖς
καί θεοφιλεῖς προγόνους του. Ἐπίσης στό ἴδιο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως διαβάζουμε ὅτι
καί ὁ γιός τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσμαήλ, «ἀπέθανε καί προσετέθη πρός τό γένος αὐτοῦ»
(Γεν. κε΄17). Ἀπέθανε καί προστέθηκε στούς συγγενεῖς του, πού πέθαναν πρίν ἀπ’
αὐτόν.
Ἡ
Ἁγία Γραφή λοιπόν μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ ἐξωτερική, βιολογική καί ἐπίγεια ζωή μας
τελειώνει μέ τόν θάνατο. Αὐτό ἄλλωστε βεβαιώνει ἡ καθημερινή πραγματικότητα. Ὁ
θάνατος εἶναι πιό κοντά ἀπό αὐτή τήν ἀναπνοή
μας. Φεύγουμε ἀπό τή ζωή αὐτή ἀλλά ἡ ψυχή συνεχίζει νά ζεῖ καί μετά τόν θάνατο.
Αὐτό πού συμβαίνει μέ τόν θάνατο
εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Καί τό μέν σῶμα νεκρώνεται καί
διαλύεται στόν τάφο. Τίποτε ὅμως δέν ἐμποδίζει τή ψυχή νά ψυχή νά ζεῖ καί νά
διανοεῖται, ἐπειδή χωρίστηκε ἀπό τό σῶμα. Διότι αὐτή εἶναι ἡ καθαυτό ὕπαρξή
μας, εἶναι τό κέντρο τῶν ἐνεργειῶν καί τῶν σκέψεών μας. Αὐτή κινεῖ καί ζωοποιεῖ
τό σῶμα. Μετά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα συνεχίζει νά ζεῖ, νά ὑπάρχει, νά ἔχει
συνείδηση.
Τό ὅτι ἡ ψυχή συνεχίζει νά ἔχει
ξεχωριστή ὑπόσταση καί ὕπαρξη μετά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα μᾶς τό ἐβεβαίωσεν
ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν εἶπε στούς Μαθητές του: Μή φοβηθεῖτε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι
θανατώνουν τό σῶμα, ἀλλά δέν ἔχουν τή δύναμη νά θανατώσουν καί τή ψυχή (Ματθ.
ι΄28). Ὁ λόγος αὐτός τοῦ Χριστοῦ πιστοποιεῖ πέρα ἀπό κάθε ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ἄνθρωποι
μποροῦν νά φονεύσουν τό σῶμα, ὄχι ὅμως καί τή ψυχή, ἡ ὁποία συνεχίζει νά ζεῖ
πλέον μόνη. Ἐπίσης ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἀπό τό ὕψος τοῦ Σταυροῦ πρός τόν
μετανοημένο καί ἐκ δεξιῶν του σταυρωμένο ληστή «σήμερον μετ’ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ
παραδείσῳ» (Λουκ. κγ΄43) δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας. Τό «σήμερον»,
πού προτάσσει μέ τόση ἔμφαση ὁ Κύριος, φανερώνει ὅτι τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς
εἶναι ἡ ἄμεση ἀρχή τῆς οὐράνιας ζωῆς. Τήν ἀλήθεια αὐτή πιστοποιεῖ καί ὁ ἀσίγαστος
πόθος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου νά φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό γιά νά ζήσει κοντά στόν
Χριστό, τόν ὁποῖο εἶχε ἀγαπήσει τόσο πολύ (Β΄Κορ. ε΄8). Ἄν οἱ ψυχές δέν
συνέχιζαν νά ζοῦν μετά τόν θάνατο, πῶς θά εἶχεν ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος τόσο
πόθο νά φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό;
Τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καί τό ὅτι αὐτή
ζοῦσε χωρισμένη ἀπό τό νεκρό σῶμα μαρτυρεῖ
καί τό θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ
γιοῦ τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν ἀπό τόν προφήτη Ἠλία (Γ΄Βασ. ιζ΄21-22). Μετά τήν
προσευχή τοῦ Προφήτη ἐπέστρεψεν ἡ ψυχή καί τό παιδί ἀναστήθηκε. Τό ἴδιο
συνέβη καί μέ τόν νεκρό γιό τῆς χήρας γιά τήν ἀνάσταση τοῦ ὁποίου μᾶς πληροφορεῖ
τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Στό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου ἐπέστρεψεν ἡ ψυχή
τοῦ νέου στό νεκρό σῶμα του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ψυχή εἶναι «οὐσία» πού μπορεῖ
«νά ἀνακληθεῖ ἀπό τόν Κύριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου καί νά ζωοποιήσει πάλι τό
νεκρωμένο σῶμα» (Ὑπόμν. εἰς τό κατά Λουκᾶν, σ. 259).
Ἡ ψυχή λοιπόν ζεῖ καί μετά
θάνατον. Καί ἐφ’ ὅσον αὐτή εἶναι τό κέντρο τῆς προσωπικότητάς μας, ποιός μπορεῖ
νά ἀρνηθεῖ ὅτι ζεῖ χωρίς τό σῶμα μιά ἄλλη ζωή πνευματικότερη, στήν ὁποία μεταβαίνει
ὅταν ἐλευθερωθεῖ ἀπό τόν ὑλικό παράγοντα μέ τόν ὁποῖο συνυπάρχει στήν παρούσα
ζωή;
Ζεῖ ἡ ψυχή καί περιμένει τήν ἀνάσταση
τῶν νεκρῶν, τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Τότε τό σῶμα θά ἀναστηθεῖ
μεταμορφωμένο καί ἀνακαινισμένο γιά νά ἑνωθεῖ πάλι μαζί της καί νά ζεῖ ἔτσι ὁ
ἄνθρωπος αἰώνια.
Καί
ὅσοι ἔφυγαν μετανοημένοι ἀπό τή ζωή αὐτή θά ἀναστηθοῦν γιά νά ἀπολαύσουν τήν αἰώνια
καί μακάρια ζωή στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὅσοι πάλι ἔζησαν θεληματικά στήν
κακία καί τήν ἁμαρτία καί ἔφυγαν ἀμετανόητοι,
θά ἀναστηθοῦν γιά νά δικαστοῦν καί νά κατακριθοῦν. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς
διαβεβαίωσε γι’ αὐτό λέγοντας, ὅτι θά ἔρθει ὥρα κατά τήν ὁποία «πάντες οἱ ἐν
τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ
ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως»
(Ἰω. ε΄28-29).
Ἑπομένως
οἱ νεκροί δέν ἔχουν χαθεῖ. Ζοῦν! Ζοῦν μέσα στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί προςδοκοῦν
καί αὐτοί «ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ὅπως διακηρύσσουμε
στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Καί σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τή ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἐλπίζουμε
καί περιμένουμε νά συναντήσουμε καί πάλιν τούς προςφιλεῖς μας κεκοιμημένους.
Ζοῦν
οἱ κεκοιμημένοι! Ποιά ὅμως μπορεῖ νά εἶναι τώρα ἡ σχέση μας μαζί τους; Ἆραγε μᾶς
ἀκοῦν; Μᾶς βλέπουν; Μποροῦμε νά τούς αἰσθανόμαστε κοντά μας;
*****
Οἱ
ἄνθρωποι πού φεύγουν ἀπό τή ζωή αὐτή ζοῦν, εἴπαμε, μέσα στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ,
πράγμα τό ὁποῖο στούς μέν δικαίους, τούς ἐν μετανοίᾳ ἀποχωρήστες ἀπό τόν κόσμο
αὐτό, δίνει ἄπειρη χαρά, στούς δέ ἀμετανόητους προξενεῖ ντροπή, φρίκη καί
πόνο. Καί ἐπειδή ἀκριβῶς ὁ Θεός εἶναι πανταχοῦ παρών, δίνει τή δυνατότητα στίς
ψυχές πού εἶναι κοντά του νά βρίσκονται σέ ἐπικοινωνία μαζί μας, νά πληροφοροῦνται
τή ζωή μας, τίς δυσκολίες καί τόν ἀγώνα μας. Μή μᾶς κάνει ἐντύπωση αὐτό. Ἄν ὁ
κολασμένος πλούσιος ὅπως τόν περιέγραψεν ὁ Κύριος στή γνωστή παραβολή (Λουκ.
ιστ΄19-31), ἐνδιαφερόταν γιά τά ἀδέλφια του καί ζητοῦσε ἀπό τόν Ἀβραάμ νά
στείλει τόν Λάζαρο γιά νά τούς παρακινήσει σέ μετάνοια, πολύ περισσότερο οἱ
δίκαιοι καί οἱ Ἅγιοι ἐνδιαφέρονται καί προσεύχονται γιά τή δική μας σωτηρία.
Παράλληλα
καί ἐμεῖς προσευχόμαστε γι’ αὐτούς. Τελοῦμε μνημόσυνα, προσφέρουμε ἐλεημοσύνες
γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τους καί εἴμαστε βέβαιοι ὅτι παίρνουν μεγάλη ὠφέλεια
ἀπό τή μνημόνευσή τους. Καί τό σπουδαιότερο εἶναι: ὅτι κάθε φορά πού τελεῖται
Θεία Λειτουργία, ὁ Κύριος τούς φέρνει κοντά μας. Στήν ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς
ὁ λειτουργός ἱερεύς ἐξάγει μερίδες χωριστά γιά τά ὀνόματα τῶν ζώντων καί
χωριστά τά ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων. Ἐκεῖ στό ἅγιο Δισκάριο ἑνωνόμαστε μαζί
τους, ἀφοῦ γύρω ἀπό τόν Ἀμνό τοῦ Θεοῦ συγκεντρώνεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία,
στρατευομένη καί θριαμβεύουσα, ἐπίγεια καί οὐράνια. Κοντά στήν Παναγία, τούς Ἀποστόλους
καί τούς ἁγίους βρισκόμαστε ὅλοι οἱ πιστοί, ζῶντες καί κεκοιμημένοι, ἑνωμένοι
σέ ἕνα σῶμα:τό σῶμα τοῦς Χριστοῦ.
****
«Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι»
Ὁ
παντοδύναμος λόγος τοῦ Κυρίου, πού ἀνέστησε τόν νεκρό γιό τῆς χήρας τῆς Ναῒν
διαλαλεῖ τό μήνυμα ὅτι πλέον ὁ θάνατος ἔχει νικηθεῖ. Μέσα στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχουν
νεκροί. Ὅλοι εἴμαστε ζωντανοί. Ἄλλοι στή γῆ καί ἄλλοι στόν οὐρανό, στή
βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἄς
μή λυπούμαστε λοιπόν ὑπερβολικά γιά τούς ἀγαπημένους μας κεκοιμημένους. Μᾶς παρηγορεῖ
ἡ βεβαιότητα ὅτι ζοῦν καί βρίσκονται κοντά στόν Κύριο. Νά προσευχόμαστε γι’ αὐτούς
καί νά ἀγωνιζόμαστε νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε κάποτε νά τούς
συναντήσουμε στή βασιλεία Του, γιά νά ζήσουμε μαζί τους καινούργια ἀναστημένη
ζωή.
Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος
Μουσουρούλης
Ἐκφωνήθηκε στόν Ἱερό
Καθεδρικό Ἁγίου Ἰωάννου Ἀρχιεπισκοπῆς Λευκωσίας, Κυριακή 08.10.2017

1 σχόλιο:
ως αποθνήσκοντες, και ιδού ζώμεν ως παιδευόμενοι, και μη θανατούμενοι
Απόστολος Παύλος
Δημοσίευση σχολίου