Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Οἱ κεκοιμημένοι ζοῦν - π. Γρηγόριος Μουσουρούλης


Κυριακή ΙΗ΄ (Γ΄Λουκᾶ)
Λόγος εἰς τό Εὐαγγέλιον
Οἱ κεκοιμημένοι ζοῦν
(Λουκ. ζ´11-16)

«Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι»

          Ὁλόκληρη ἡ πόλη τῆς Ναῒν εἶναι στό πόδι. Ὅλοι συμπάσχουν μέ τή χήρα μάνα πού προπέμ­πει τό μονάκριβο παιδί της στήν τελευταία του κατοικία καί ὅλοι μαζί σάν ἕνας ἄνθρωπος τήν ἀ­κολουθοῦν στόν τόπο τῆς ταφῆς.  Τό θέαμα τρα­γικό. Ὁ Κύριος μέ τόν ὁποῖο συναντήθηκε ἡ νε­κρική πομπή συμπονεῖ τή μητέρα τοῦ παιδιοῦ καί τήν παρηγορεῖ. Μήν κλαῖς τῆς λέγει. Κι ἔπειτα στρέφεται πρός τό νεκρό παιδί καί μέ τόνο προ­σ­τακτικό τοῦ λέγει: Νέε, σέ σένα μιλῶ, σήκω ἐπά­νω. Ἀμέσως ὁ νέος ἀνασηκώνεται κι ἀρχίζει νά ὁ­μιλεῖ. Ὅλοι γύρω σαστίζουν. Τά δάκρυα τῆς λύ­πης γίνονται δάκρυα χαρᾶς.Ἡ πορεία τοῦ θανά­του μεταβάλλεται σέ  πορεία πρός τή ζωή.
          Αὐτό τό ἐκπληκτικό θαῦμα τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά ἐξετάσουμε τί γίνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν πεθαίνει καί ποιά σχέση μποροῦμε νά ἔχουμε μαζί του.

*****
          «Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι»
          Ὁ Ψαλμωδός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σέ ὧ­ρες θλίψης καί ἀπογοήτευσης διατυπώνει τό ἐρώ­τημα:Ὑπάρχει κανείς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος  θά ἐξα­κολουθεῖ νά ζεῖ στή γῆ καί δέν θά πεθάνει;Ποιός θά μπορέσει νά γλιτώσει τή ζωή του ἀπό τό κρά­τος καί τή δύναμη τοῦ θανάτου;(Ψαλμ. 88,49). Στό ἐναγώνιο αὐτό ἐρώτημα δίνει ὁ ἴδιος τήν ἀπάντηση σέ ἕνα ἄλλο ψαλμό, στόν ὁποῖο ἐξετά­ζει τίς συνθῆκες τῆς παρούσης καί τῆς μετά θά­νατον ζωῆς τῶν ἀσεβῶν. Στόν ὡραῖο αὐτό ψαλ­μό γράφει: Ὁ Θεός θά ἐλευθερώσει τή ψυχή μου ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ Ἅδη, ὅταν θά μέ παραλάβει ἀπό τήν παρούσα ζωή. (Ψαλμ. 48, 16). Ἐπίσης ἀπό τό θεόπνευστο  βιβλίο τῆς Γενέσεως πληρο­φορούμαστε ὅτι «ἀπέθανεν Ἀβραάμ (…) καί προσετέθη πρός τόν λαόν αὐτοῦ» (Γεν. κε΄8). δηλαδή στούς εὐλαβεῖς καί θεοφιλεῖς προγόνους του. Ἐπίσης στό ἴδιο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως διαβάζουμε ὅτι καί ὁ γιός τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσμαήλ, «ἀπέθανε καί προσετέθη πρός τό γένος αὐτοῦ» (Γεν. κε΄17). Ἀπέθανε καί προστέθηκε στούς συγγενεῖς του, πού πέθαναν πρίν ἀπ’ αὐτόν.
          Ἡ Ἁγία Γραφή λοιπόν μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ ἐξωτερική, βιολογική καί ἐπίγεια ζωή μας τελειώ­νει μέ τόν θάνατο. Αὐτό ἄλλωστε βεβαιώνει ἡ καθημερινή πραγματικότητα. Ὁ θάνατος εἶναι πιό κοντά ἀπό  αὐτή τήν ἀναπνοή μας. Φεύγουμε ἀπό τή ζωή αὐτή ἀλλά ἡ ψυχή συνεχίζει νά ζεῖ καί μετά τόν θάνατο.
Αὐτό πού συμβαίνει μέ τόν θάνατο εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Καί τό μέν σῶμα νεκρώνεται καί διαλύεται στόν τάφο. Τίπο­τε ὅμως δέν ἐμποδίζει τή ψυχή νά ψυχή νά ζεῖ καί νά διανοεῖται, ἐπειδή χωρίστηκε ἀπό τό σῶμα. Διότι αὐτή εἶναι ἡ καθαυτό ὕπαρξή μας, εἶναι τό κέντρο τῶν ἐνεργειῶν καί τῶν σκέψεών μας. Αὐτή κινεῖ καί ζωοποιεῖ τό σῶμα. Μετά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα συνεχίζει νά ζεῖ, νά ὑπάρχει, νά ἔχει συνείδηση.
Τό ὅτι ἡ ψυχή συνεχίζει νά ἔχει ξεχωριστή ὑπόσταση καί ὕπαρξη μετά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα μᾶς τό ἐβεβαίωσεν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅ­ταν εἶπε στούς Μαθητές του: Μή φοβηθεῖτε ἐκεί­νους οἱ ὁποῖοι θανατώνουν τό σῶμα, ἀλλά δέν ἔχουν τή δύναμη νά θανατώσουν καί τή ψυχή (Ματθ. ι΄28). Ὁ λόγος αὐτός τοῦ Χριστοῦ πιστο­ποιεῖ πέρα ἀπό κάθε ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά φονεύσουν τό σῶμα, ὄχι ὅμως καί τή ψυχή, ἡ ὁποία συνεχίζει νά ζεῖ πλέον μόνη. Ἐπίσης ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἀπό τό ὕψος τοῦ Σταυροῦ πρός τόν μετανοημένο καί ἐκ δεξιῶν του σταυρωμένο ληστή «σήμερον μετ’ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. κγ΄43) δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας. Τό «σήμερον», πού προτάσσει μέ τόση ἔμφαση ὁ Κύριος, φανε­ρώνει ὅτι τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς εἶναι ἡ ἄμε­ση ἀρχή τῆς οὐράνιας ζωῆς. Τήν ἀλήθεια αὐτή πιστοποιεῖ καί ὁ ἀσίγαστος πόθος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου νά φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό γιά νά ζήσει κοντά στόν Χριστό, τόν ὁποῖο εἶχε ἀγαπήσει τόσο πολύ (Β΄Κορ. ε΄8). Ἄν οἱ ψυχές δέν συνέχιζαν νά ζοῦν μετά τόν θάνατο, πῶς θά εἶχεν ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος τόσο πόθο νά φύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό;
Τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καί τό ὅτι αὐτή ζοῦσε χωρισμένη ἀπό τό νεκρό σῶμα μαρ­τυρεῖ  καί τό  θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν ἀπό τόν προφήτη Ἠλία (Γ΄­Βασ. ιζ΄21-22). Μετά τήν προσευχή τοῦ Προ­φήτη ἐπέ­στρεψεν ἡ ψυχή καί τό παιδί ἀναστή­θηκε. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν νεκρό γιό τῆς χήρας γιά τήν ἀνάσταση τοῦ ὁποίου μᾶς πληροφορεῖ τό σημε­ρινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Στό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου ἐπέστρεψεν ἡ ψυχή τοῦ νέου στό νεκρό σῶμα του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ψυχή εἶναι «οὐ­σία» πού μπορεῖ «νά ἀνακληθεῖ ἀπό τόν Κύ­ριο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου καί νά ζωοποιήσει πάλι τό νεκρωμένο σῶμα» (Ὑπόμν. εἰς τό κατά Λουκᾶν, σ. 259).
Ἡ ψυχή λοιπόν ζεῖ καί μετά θάνατον. Καί ἐφ’ ὅσον αὐτή εἶναι τό κέντρο τῆς προσωπικό­τητάς μας, ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι ζεῖ χωρίς τό σῶμα μιά ἄλλη ζωή πνευματικότερη, στήν ὁποία μεταβαίνει ὅταν ἐλευθερωθεῖ ἀπό τόν ὑλικό παράγοντα μέ τόν ὁποῖο συνυπάρχει στήν παρούσα ζωή;
Ζεῖ ἡ ψυχή καί περιμένει τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυ­ρίου. Τότε τό σῶμα θά ἀναστηθεῖ μεταμορφω­μέ­νο καί ἀνακαινισμένο γιά νά ἑνωθεῖ πάλι μαζί της καί νά ζεῖ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος αἰώνια.
          Καί ὅσοι ἔφυγαν μετανοημένοι ἀπό τή ζωή αὐτή θά ἀναστηθοῦν γιά νά ἀπολαύσουν τήν αἰ­ώνια καί μακάρια ζωή στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὅσοι πάλι ἔζησαν θεληματικά στήν κακία καί τήν ἁμαρτία καί  ἔφυγαν ἀμετανόητοι, θά ἀναστη­θοῦν γιά νά δικαστοῦν καί νά κατακριθοῦν. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαίωσε γι’ αὐτό λέγον­τας, ὅτι θά ἔρθει ὥρα κατά τήν ὁποία «πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (Ἰω. ε΄28-29).  
          Ἑπομένως οἱ νεκροί δέν ἔχουν χαθεῖ. Ζοῦν! Ζοῦν μέσα στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί προς­δοκοῦν καί αὐτοί «ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ὅπως διακηρύσσουμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Καί σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τή ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἐλπίζουμε καί περι­μένουμε νά συναντήσουμε καί πάλιν τούς προς­φιλεῖς μας κεκοιμημένους.
          Ζοῦν οἱ κεκοιμημένοι! Ποιά ὅμως μπορεῖ νά εἶναι τώρα ἡ σχέση μας μαζί τους; Ἆραγε μᾶς ἀ­κοῦν; Μᾶς βλέπουν; Μποροῦμε νά τούς αἰσθα­νόμαστε κοντά μας;
*****
          Οἱ ἄνθρωποι πού φεύγουν ἀπό τή ζωή αὐτή ζοῦν, εἴπαμε, μέσα στήν παρουσία τοῦ Θε­οῦ, πράγμα τό ὁποῖο στούς μέν δικαίους, τούς ἐν μετανοίᾳ ἀποχωρήστες ἀπό τόν κόσμο αὐτό, δίνει ἄπειρη χαρά, στούς δέ ἀμετανόητους προ­ξενεῖ ντροπή, φρίκη καί πόνο. Καί ἐπειδή ἀκριβῶς ὁ Θεός εἶναι πανταχοῦ παρών, δίνει τή δυνατό­τητα στίς ψυχές πού εἶναι κοντά του νά βρίσκον­ται σέ ἐπικοινωνία μαζί μας, νά πληροφοροῦνται τή ζωή μας, τίς δυσκολίες καί τόν ἀγώνα μας. Μή μᾶς κάνει ἐντύπωση αὐτό. Ἄν ὁ κολασμένος πλούσιος ὅπως τόν περιέγραψεν ὁ Κύριος στή γνωστή παραβολή (Λουκ. ιστ΄19-31), ἐνδιαφερό­ταν γιά τά ἀδέλφια του καί ζητοῦσε ἀπό τόν Ἀ­βραάμ νά στείλει τόν Λάζαρο γιά νά τούς παρα­κινήσει σέ μετάνοια, πολύ περισσότερο οἱ δίκαιοι καί οἱ Ἅγιοι ἐνδιαφέρονται καί προσεύχονται γιά τή δική μας σωτηρία.
          Παράλληλα καί ἐμεῖς προσευχόμαστε γι’ αὐτούς. Τελοῦμε μνημόσυνα, προσφέρουμε ἐλε­ημοσύνες γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τους καί εἴμαστε βέβαιοι ὅτι παίρνουν μεγάλη ὠφέλεια ἀπό τή μνημόνευσή τους. Καί τό σπουδαιότερο εἶναι: ὅτι κάθε φορά πού τελεῖται Θεία Λειτουρ­γία, ὁ Κύριος τούς φέρνει κοντά μας. Στήν ἀκο­λουθία τῆς Προσκομιδῆς ὁ λειτουργός ἱερεύς ἐξάγει μερίδες χωριστά γιά τά ὀνόματα τῶν ζών­των καί χωριστά τά ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων. Ἐκεῖ στό ἅγιο Δισκάριο ἑνωνόμαστε μαζί τους, ἀφοῦ γύρω ἀπό τόν Ἀμνό τοῦ Θεοῦ συγκεντρώ­νεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία, στρατευομένη καί θριαμ­βεύουσα, ἐπίγεια καί οὐράνια. Κοντά στήν Πανα­γία, τούς Ἀποστόλους καί τούς ἁγίους βρισκό­μαστε ὅλοι οἱ πιστοί, ζῶντες καί κεκοιμημένοι, ἑνωμένοι σέ ἕνα σῶμα:τό σῶμα τοῦς Χριστοῦ.
****
«Νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι»
          Ὁ παντοδύναμος λόγος τοῦ Κυρίου, πού ἀνέστησε τόν νεκρό γιό τῆς χήρας τῆς Ναῒν διαλαλεῖ τό μήνυμα ὅτι πλέον ὁ θάνατος ἔχει νι­κηθεῖ. Μέσα στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχουν νε­κροί. Ὅλοι εἴμαστε ζωντανοί. Ἄλλοι στή γῆ καί ἄλλοι στόν οὐρανό, στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
          Ἄς μή λυπούμαστε λοιπόν ὑπερβολικά γιά τούς ἀγαπημένους μας κεκοιμημένους. Μᾶς πα­ρηγορεῖ ἡ βεβαιότητα ὅτι ζοῦν καί βρίσκονται κοντά στόν Κύριο. Νά προσευχόμαστε γι’ αὐτούς καί νά ἀγωνιζόμαστε νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε κάποτε νά τούς συναν­τήσουμε στή βασιλεία Του, γιά νά ζήσουμε μαζί τους καινούργια ἀναστημένη ζωή.
Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Μουσουρούλης

Ἐκφωνήθηκε στόν Ἱερό Καθεδρικό  Ἁγίου Ἰωάννου Ἀρχιεπισκοπῆς Λευκωσίας,  Κυριακή 08.10.2017

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ως αποθνήσκοντες, και ιδού ζώμεν ως παιδευόμενοι, και μη θανατούμενοι
Απόστολος Παύλος