Μετά μίαν ημέραν των Αγίων Θεοφανείων, ήτοι κατά την σήμερον, παρελάβομεν άνωθεν και εξ αρχής να εορτάζωμεν την Σύναξιν και εορτήν του τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, επειδή και υπηρέτησεν εις το μυστήριον του βαπτίσματος του Κυρίου. Όθεν δια την αιτίαν ταύτην συναριθμείται και η εορτή αύτη με τας λοιπάς εορτάς του Προδρόμου. Ίνα μηδέν σιωπήσωμεν από τα εκείνου θαυμάσια και υπερφυσικά χαρίσματα. Ηκολούθησε δε να φθάση εις την Κωνσταντινούπολιν και κατά την περασμένην εσπέραν των Θεοφανείων, η της τιμίας χειρός του αυτού Προδρόμου μετακομιδή. Ήτις τοιουτοτρόπως εγένετο. Εις την πόλιν Σεβαστήν, κατά την οποίαν λέγουσιν, ότι ετάφη το ιερόν του τιμίου Προδρόμου σώμα, εκεί επήγεν ο Ευαγγελιστής Λουκάς, και πέρνωντας την δεξιάν χείρα του προφητικού εκείνου σώματος, έφερεν αυτήν εις την Αντιόχειαν την εδικήν του πατρίδα.
Δια τούτο ο πατήρ της κόρης παρεκάλει με θερμούς
αναστεναγμούς και δάκρυα τον Θεόν, και τον τίμιον Πρόδρομον, δια να
ελευθερώσουν την πατρίδα του από τοιούτον πικρόν φθορέα. Παρακαλώντας δε,
εσοφίσθη να κάμη και ένα τοιούτον επιχείρημα. Ευκόλως γαρ ευρίσκει μηχανάς και
τέχνας κάθε ένας, οπού εις ανάγκην ευρίσκεται. Αυτός εζήτησε δια να προσκυνήση
την αγίαν χείρα του Προδρόμου. Και ασπαζόμενος αυτήν, κρυφίως κόπτει με τα
οδόντιά του τον αντίχειρα, ήτοι το μεγάλον δάκτυλον. Και τυχών του ποθουμένου,
ευγαίνει έξω του ναού. Και λοιπόν όταν ήλθεν η ημέρα της θυσίας της θυγατρός
του, και ήτον παρόν όλον το θέατρον του λαού, τότε επήγε κοντά εις τον δράκοντα
και ο πατήρ, βαστώντας ομού και την θυγατέρα του. Και καθώς είδε τον δράκοντα,
οπού άνοιξε το στόμα του δια να καταπίη την θυγατέρα του, ρίπτει μέσα εις τον
φάρυγγά του τον ιερόν δάκτυλον του Προδρόμου. Και ω του θαύματος! ευθύς
εθανατώθη ο δράκων. Τούτου δε γενομένου, ο μεν πατήρ επήρε την θυγατέρα του
ζωντανήν, και εγύρισεν εις τον οίκον του χαίρωντας, και το παράδοξον
διηγούμενος. Το δε πλήθος του λαού, βλέποντες το τοιούτον θαυμάσιον,
εξεπλάγησαν. Όθεν και ευχαρίστουν μεγάλως τω Θεώ, και τω τιμίω Προδρόμω, και
μέγιστον Ναόν έκτισαν εις το όνομά του.
Λέγεται δε και τούτο ακόμη περί της Αγίας ταύτης
χειρός. Ότι κατά την ημέραν της υψώσεως του τιμίου Σταυρού, ήτοι κατά την
δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου, υψόνετο και η τιμία αύτη χειρ του Βαπτιστού,
και άλλοτε μεν, εξάπλονε τους δακτύλους της. Άλλοτε δε, τους εσυμμάζονε. Και με
την έκτασιν μεν, εφανέρονεν, ότι μέλλει να γένη ευθηνία καρπών. Με την
συμμάζωξιν δε, εφανέρονε την μέλλουσαν ακαρπίαν και δυστυχίαν. Δια τούτο και
πολλοί βασιλείς είχον αγάπην και πόθον πολύν να αποκτήσουν τον ιερόν αυτόν θησαυρόν.
Εξαιρέτως δε και μάλιστα Κωνσταντίνος, και Ρωμανός οι Πορφυρογέννητοι. Ων ο μεν
Κωνσταντίνος, εβασίλευσεν εν έτει από Χριστού Ϡιβ’, ήτοι 912, ο δε Ρωμανός εν
έτει Ϡιθ’ [919]. Όθεν και όταν αυτοί εβασίλευον, δια μέσου τινός Διακόνου της
πόλεως Αντιοχείας, Ιώβ καλουμένου, εφέρθη εις την Κωνσταντινούπολιν η τιμία
αύτη χειρ, κατ’ αυτήν την εσπέραν των Θεοφανείων, κατά την οποίαν είναι
παράδοσις να γίνεται ο αγιασμός εις τους Χριστιανούς, ήτοι κατά την παραμονήν
των Θεοφανείων. Όθεν ο φιλόχριστος βασιλεύς (ο Κωνσταντίνος δηλαδή) μετά πόθου
πολλού ταύτην κατησπάσατο, και εις τα βασίλεια μέσα απεθησαύρισε. Τελείται δε η
αυτού Σύναξις εν τοις Φωρακίου (1).
(1) Σημείωσαι, ότι τώρα η δεξιά χειρ του τιμίου
Προδρόμου, ευρίσκεται εις το Μοναστήριον του Αγίου Διονυσίου, το ευρισκόμενον
εις το όρος του Άθω, και επ’ ονόματι τιμώμενον του τιμίου Προδρόμου. Και τούτο
σημείωσαι, ότι Θεόδωρος ο Δαφνοπάτης και Ασηκρήτης υπόμνημα έχει εις την εξ
Αντιοχείας ανακομιδήν της αγίας χειρός του τιμίου Προδρόμου, ου η αρχή· «Ιδού
και πάλιν ημίν ο ιερός του Χριστού, επέστη Πρόδρομος».
Άγιος
Νικόδημος Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου