π. Παναγιώτης Ρόδης
Η διδασκαλία καν το κήρυγμά του
αναγνωρίσθηκε από τις συνόδους του 14ου αιώνα σαν μια γνήσια ορθόδοξη φωνή και
ενσωματώθηκε στην καθολική παράδοση της Εκκλησίας.
Ο άγιος Γρηγόριος αναδεικνύεται κατ΄εξοχήν προφήτης και διδάσκαλος της Εκκλησίας στην εποχή του, όχι επειδή επαναλαμβάνει στατικά και συστηματοποιημένα την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, αλλά επειδή είναι ο ίδιος ζωντανός φορέας, έμπειρος της βιβλικής και Εκκλησιαστικής παράδοσης. Έτσι κομίζει μια ρωμαλέα θεολογία, η οποία είναι και έκφραση προσωπικής εμπειρίας και διαλέγεται με τα νέα φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύματα που προκαλούν και αναιρούν τα παραδεδομένα βιβλικά και πατερικά θεμέλια της ορθόδοξης πνευματικότητας.
Λίγα στοιχεία αυτής της θεολογικής και
πνευματικής παραγωγής μπορούν να δοθούν σε ένα ολιγόλεπτο κήρυγμα μέσα στη Θ.
Λειτουργία, κυρίως για προσωπικό προβληματισμό και αναζήτηση πνευματικών
απαντήσεων στα ποικίλα και τεράστια προβλήματα του σήμερα.
Α. Η ησυχαστική έριδα που αναστάτωσε το
Βυζάντιο τον 14ο αιώνα, και έφερε έναν ησυχαστή του Αγίου Όρους αντιμέτωπο με
μια σημαντική μερίδα της Βυζαντινής διανόησης, δεν ήταν υπόθεση "
Ακαδημαϊκή". Όπως όλες οι μεγάλες δογματικές διαμάχες, ήταν κι αυτή
υπόθεση κατ΄εξοχήν πρακτική. Είχε δηλαδή άμεση σχέση με την ουσία της
χριστιανικής ζωής, με την δυνατότητα του ανθρώπου να πράξει το θέλημα του Θεού
και να εκπληρώσει τον προορισμό του.
Γνωρίζουμε ότι η χριστιανική αποκάλυψη μας
διδάσκει ότι: α) ο άνθρωπος πλάσθηκε από τον Θεό για να " καταστεί
κοινωνός θείας φύσεως, για να γίνει μέτοχος με την χάρη του Θεού της ζωής της
Αγίας Τριάδος, να φθάσει σε μια τόσο στενή και προσωπική ένωση με τον Δημιουργό
του, ώστε να μην ζει πλέον με την δική του ζωή, αλλά με την ζωή του πλάστη του
και β) ακόμη γνωρίζουμε πως όταν ο άνθρωπος εξετράπη από την οδό που θα τον
έφερνε σ΄ αυτό το "λαμπρό" τέλος, ο Θεός δεν εγκατέλειψε το έργο των
χειρών Του, αλλά έγινε ο ίδιος άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, για να
μπορέσει ο πεπτωκός άνθρωπος να εκπληρώσει τον λόγο της ύπαρξής του, να γίνει
κατά χάριν Υιός του Θεού.
Από αυτά τα δύο θεμελιώδη στοιχεία
συνάγεται πως ο σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η θέωση, δηλαδή η στενότατη
ένωση με τον ζωντανό Θεό, η οποία πραγματοποιείται στο πρόσωπο του Χριστού, και
διά της οποίας ο πρώην αμαρτωλός άνθρωπος μεταμορφώνεται σε παιδί του Θεού,
συγκληρονόμο των πατρικών αγαθών, με τον Χριστό, μέτοχο της θεϊκής ζωής.
Το ζήτημα που τίθεται στην εποχή του αγίου
Γρηγορίου του Παλαμά είναι: ποιά είναι ακριβώς η φύσις της θεώσεως, πώς
επιτυγχάνεται, περιλαμβάνει ολόκληρο τον άνθρωπο, ή μόνο ένα μέρος του;
Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι στην ουσία
του νέο. Έχει απασχολήσει την σκέψη της Εκκλησίας από τα πρώτα βήματά της. Στην
ουσία όλη η ιστορία της Εκκλησίας είναι η προσπάθεια να κηρυχθεί και να
εκφρασθεί με κατηγορίες προσιτές στον λογικό άνθρωπο και ταυτόχρονα να
προστατευθεί από υπερβολικές ανθρώπινες ερμηνείες το "ευαγγέλιο", η
χαρμόσυνη δηλαδή, είδηση, ότι ο Θεός έγινς άνθρωπος και κατά συνέπεια ο
άνθρωπος μπορεί να πράξει του θέλημα του ουράνιου Πατέρα, να γίνει εν Χριστώ
Θεός, να μετάσχει στη ζωή της αγάπης, την αιώνια ζωή που ενώνει τα πρόσωπα της
Αγίας Τριάδος.
Τον 14ο αιώνα το ζήτημα τίθεται με νέα
μορφή. Μια πολυπληθής τάξη λογίων που επηρεάζει την κοινή γνώμη δημιουργείται
στα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι διανοούμενοι αυτοί, παρ΄ ό,τι στο σύνολό τους και
επίσημα διακηρύττουν την προσήλωσή τους στην πατροπαράδοτη
θρησκεία, τρέφουν παράλληλα απεριόριστη αγάπη και θαυμασμό στην αρχαία Ελλάδα.
Έτσι βλέπουν την χριστ. πίστη με φιλοσοφικό πρίσμα παρά με αποστολικό και
ευαγγελικό. Γι αυτούς η
Εκκλησία δεν ήταν τόσο το Σώμα του Χριστού, η σκηνή του ζώντος και αληθινού
Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους, όσο ένας πολύτιμος κοινωνικός και εθνικός θεσμός,
ένας ανεκτίμητος παράγοντας πολιτισμού.
Προσεγγίζουν την πίστη και την παράδοση
της Εκκλησίας με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Έτσι το Ευαγγέλιο παύει να
είναι το χαρμόσυνο άγγελμά της έλευσης της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο και
εκφυλίζεται σε ένα ωραίο φιλοσοφικό "μύθο", ο Χριστός παύει να είναι
ο σαρκωθείς Θεός, που ήλθε και έρχεται και είναι παρών πάντοτε αληθινά και
ουσιαστικά δια της Εκκλησίας ανάμεσα στους ανθρώπους και μεταβάλλεται σ΄ ένα
αξιοθαύμαστο και αξιομίμητο ανθρώπινο πρότυπο, σε έναν μεγάλο ηθικό και
κοινωνικό παιδαγωγό, ή το χειρότερο σε μια άσαρκη και εξωϊστορική πλατωνική
ιδέα. Η εν Χριστώ σωτηρία παύει να είναι η απολύτρωση ολόκληρου του ανθρώπου
από την εξουσία του σατανά, από την δουλεία του θανάτου και της αμαρτίας, και
καταντά μια νεοπλατωνική απελευθέρωση του αγαθού πνεύματος από τα δεσμά της
πονηρής ύλης, μια σωτηρία της αθάνατης ψυχής από την ματαιότητα του χρόνου και
της ιστορίας.
Ο Βαρλαάμ, ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της
φιλοσοφικής τάσης, ισχυρίζεται πως αφού η γνώση του Θεού υπερβαίνει τον ανθρώπινο νου, μάταια οι χριστιανοί
ασχολούνται με τέτοια θεολογικά θέματα. Η θέωση γι αυτόν δεν είναι πραγματικό
γεγονός, αλλά ένα σύμβολο, μια μεταφορική εικόνα της συμμόρφωσης του λογικού
ανθρώπου με το θέλημα του Θεού, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης και τις
υποδείξεις του ανθρώπινου λογικού.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απαντά πως η
θέωση είναι ο πολύτιμος μαργαρίτης χάριν του οποίου αξίζει κανείς να θυσιάσει
τα πάντα, ακόμη και τη ζωή του. Τονίζει πως η θέωση, ως η ένωση του κτιστού και
πεπερασμένου ανθρώπου, με τον άκτιστο και άπειρο Θεό, δεν είναι σύμβολο και
τύπος, που δεν επιτυγχάνεται με την με την φιλοσοφική ανάταση του νου ή της
ψυχής προς το θείο, ή με την συμμόρφωση προς τους νόμους της λογικής και της
φύσης, αλλά με την μυστηριακή ενσωμάτωση του ανθρώπου στην Εκκλησία που είναι η
σάρκα του Αναστημένου και Ζώντος Χριστού. Αφορά όλο τον άνθρωπο,
ψυχή-σώμα-καρδιά- νου, κάθε ενέργεια και εκδήλωσή του. Και όλα αυτά είναι δώρα
του Θεού, ο οποίος είναι μεν ασύλληπτο και απρόσιτο μυστήριο σε κάθε κτιστό
νου, αλλά είναι επίσης ο Θεός που αποκαλύφθηκε αυτοβούλως στον Μωυσή, έγινε
άνθρωπος και έστησε την σκηνή Του ανάμεσά μας, υποσχέθηκε ότι θα κατοικεί στις
ψυχές των δικαίων και ότι δια της Εκκλησίας, των μυστηρίων και των αγίων θα
παραμείνει μαζί μας αληθώς και ουσιαστικώς παρών έως της συντελείας των αιώνων.
Β. Μέσα σ΄αυτή τη σχέση ο άνθρωπος παύει
να είναι άτομο και αναδεικνύεται σε πρόσωπο. Μιμήτε δηλαδή της ζωής της Αγίας
Τριάδος, η οποία είναι η πληρότητα της ζωής, δηλαδή η Αγάπη κατ΄εικόνα της
οποίας είναι πλασμένος. Έτσι ο άνθρωπος ως κατ΄εικόνα Θεού πλασμένος δεν μπορεί
να ζει εγωϊστικά για τον εαυτό του, ούτε να αρκείται σε απλούς συμβιβασμούς με
τους συνανθρώπους του, οι οποίοι κυρίως υπαγορεύονται από τον εγωϊσμό και την
ιδιοτέλεια. Εάν ο άνθρωπος θέλει να είναι τέλειος καλείται να:
- δίνει στο Θεό και τους συνανθρώπους του
κάθε τί που έχει και είναι
- να ανταποδίδει όσο το δυνατόν τελειότερα την
αγάπη του Θεού και των συνανθρώπων του, και
- να αναζητάει την τελείωση και την ολοκλήρωση
στην αγάπη των άλλων.
Μέσα από την πραγματοποίηση των τριών
αυτών πτυχών της ζωής
του ο άνθρωπος παύει να είναι ένα άτομο που η φυσική ανάγκη τον αναγκάζει να
ζει με άλλα άτομα, αλλά γίνεται πρόσωπο που υπάρχει εν αγάπη με τα άλλα
ανθρώπινα πρόσωπα. Το γένος στο οποίο θα ανήκει δεν θα είναι ένα απλό βιολογικό
είδος, ένα κοινό άθροισμα ατόμων, αλλά θα είναι η Εκκλησία, ο λαός του Θεού, η
οικογένεια του Θεού. Ο άνθρωπος από βιολογικό άτομο γίνεται ανθρώπινο πρόσωπο ,
φίλος του Θεού, εικόνα και ομοίωμά Του.
Και επειδή αυτά φαίνονται ίσως θεωρητικά,
να πώς γίνονται πράξη που φανερώνουν τον άνθρωπο ως πρόσωπο εν κοινωνία αγάπης,
μέσα από το Γεροντικό:
Ο μακάριος Αντώνιος ποτέ δεν έκρινε να
πράξει κάτι που να τον ωφελεί περισσότερο από τον πλησίον του, γιατί είχε την
ελπίδα ότι το κέρδος του πλησίον του είναι γι αυτόν η πιο άριστη εργασία. Και ο
αββάς Αγάθων έλεγε: θέλω να βρω λεπρό και να πάρω το σώμα του και να του δώσω
το δικό μου".
(Κήρυγμα στον Πανεπιστημιακό ναό των
Τριών Ιεραρχών, 4 Μαρτίου 2007).
π. Παναγιώτης Ρόδης

.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου