Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ - π. Ιουστίνου-Ιωάννη Κεφαλούρου


Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

π. Ιουστίνου-Ιωάννη Κεφαλούρου

Ο πνευματικός του σήμερα δεν αρκεί να είναι ευσεβής· πρέπει να είναι και εκπαιδευμένος

Για πολλά χρόνια, σε μεγάλο μέρος της εκκλησιαστικής ζωής, θεωρούσαμε σχεδόν αυτονόητο ότι η προσωπική ευσέβεια, η λειτουργική εμπειρία και η πνευματική διάκριση αρκούν από μόνες τους για να καταστήσουν έναν ιερέα ικανό να σταθεί απέναντι στα σύνθετα ποιμαντικά προβλήματα των ανθρώπων. Σήμερα, όμως, αυτό δεν αρκεί. Όχι επειδή η Εκκλησία χρειάζεται λιγότερη πνευματικότητα, αλλά επειδή χρειάζεται πιο ώριμη και πιο υπεύθυνη ποιμαντική.

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν προσέρχεται στον πνευματικό μόνο με αμαρτίες με τη στενή ηθική έννοια. Προσέρχεται με τραύματα, καταθλιπτικά βιώματα, εθισμούς, αγχώδεις διαταραχές, εσωτερικά αδιέξοδα, διαλυμένες σχέσεις, πένθος, μοναξιά και βαθιά σύγχυση. Συχνά, μάλιστα, ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεχωρίσει πού τελειώνει η πνευματική του δυσκολία και πού αρχίζει η ψυχική του εξάντληση. Αν αυτό δεν μπορεί να το ξεχωρίσει ο ίδιος, πώς μπορεί να το διακρίνει ο πνευματικός χωρίς μια στοιχειώδη παιδεία στην ποιμαντική ψυχολογία;

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα. Ο πνευματικός του σήμερα δεν χρειάζεται να γίνει ψυχολόγος. Χρειάζεται, όμως, να γνωρίζει βασικά στοιχεία ψυχολογίας, ώστε να μην ερμηνεύει τα πάντα αποκλειστικά ως αμαρτία, πτώση ή έλλειψη πίστης. Χρειάζεται να ξέρει τι είναι ένας μηχανισμός coping, τι σημαίνει ψυχική άμυνα, πώς λειτουργεί η ενοχή, τι είναι το τραύμα, πώς εκφράζεται η κατάθλιψη, πότε μια εμμονική σκέψη είναι ηθικό ζήτημα και πότε είναι σύμπτωμα βαθύτερου πόνου. Χρειάζεται, επίσης, να ξέρει πότε οφείλει να συνοδεύσει ο ίδιος και πότε να παραπέμψει υπεύθυνα σε ειδικό ψυχικής υγείας.

Ας σκεφτούμε δύο εντελώς διαφορετικές, φαινομενικά, περιπτώσεις. Μια γυναίκα που ζει σε έναν γάμο ματαιωμένο και βρίσκει εσωτερική παρηγοριά στην επίμονη ανάμνηση ενός παλιού έρωτα. Και έναν εξαρτημένο άνθρωπο που περιγράφει ότι η σκέψη της ουσίας είναι αυτό που τον κρατά όρθιο μέχρι το βράδυ. Ένας πνευματικός χωρίς βασική ψυχολογική γνώση μπορεί να δει και στις δύο περιπτώσεις απλώς κάτι που πρέπει να κοπεί αμέσως. Ένας πνευματικός, όμως, που έχει διδαχθεί έστω στοιχειωδώς την έννοια του coping, θα καταλάβει ότι, πριν από την ηθική αξιολόγηση, υπάρχει ένα άλλο ερώτημα: τι ακριβώς προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό αυτή η προσκόλληση; ποιο κενό καλύπτει; ποιον πόνο αντέχει;

Αυτό δεν σημαίνει σχετικισμός. Δεν σημαίνει ότι όλα δικαιολογούνται. Σημαίνει, όμως, ότι η αληθινή ποιμαντική δεν εξαντλείται στην απαγόρευση. Προηγείται η κατανόηση, η διάκριση, η ακρόαση, η ερμηνεία του πόνου. Αλλιώς, ο πνευματικός κινδυνεύει να ζητήσει από έναν ήδη τραυματισμένο άνθρωπο να εγκαταλείψει το εύθραυστο στήριγμά του χωρίς να του προσφέρει κάτι βαθύτερο και αληθινότερο στη θέση του.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε άλλες χριστιανικές ομολογίες αυτή η ανάγκη έχει ήδη ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη. Στον προτεσταντικό χώρο, η παράδοση του pastoral counseling και της Clinical Pastoral Education έχει ενσωματώσει εδώ και δεκαετίες στοιχεία ψυχολογίας, συμβουλευτικής, κλινικής άσκησης και συνεργασίας με επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Στον ρωμαιοκαθολικό χώρο, συζητείται όλο και περισσότερο η ανάγκη οι ιερείς να διαθέτουν βασική mental health literacy και δεξιότητες συμβουλευτικής, όχι για να υποκαθιστούν τους ειδικούς, αλλά για να διακονούν υπεύθυνα τους πιστούς. Αντίστοιχες συζητήσεις γίνονται και σε ευαγγελικές κοινότητες, όπου η κατάρτιση των ποιμένων σε ζητήματα ψυχικής υγείας θεωρείται πλέον κρίσιμη για την ποιμαντική τους επάρκεια (Ajayi, n.d.; Karadzhov & White, 2020; Bledsoe et al., 2013).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται να αντιγράψει άκριτα ξένα σχήματα. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίσει κάτι απλό: η γνώση της ανθρώπινης ψυχής δεν απειλεί την πνευματική πατρότητα· την προστατεύει από την απλούστευση. Η ποιμαντική ψυχολογία δεν έρχεται να αντικαταστήσει τη μετάνοια, την εξομολόγηση ή την ασκητική ζωή. Έρχεται να βοηθήσει τον πνευματικό να μη συγχέει την κατάθλιψη με τη ραθυμία, το τραύμα με την ανυπακοή, την εσωτερική απορρύθμιση με την ηθική αδιαφορία, την ενοχική εμμονή με την αληθινή μετάνοια.

Και κάτι ακόμη: η ίδια η ευθύνη του πνευματικού απέναντι στον άνθρωπο απαιτεί αυτή την εκπαίδευση. Δεν αρκεί πλέον να λέμε ότι «η χάρη του Θεού θα φωτίσει». Η χάρη του Θεού δεν καταργεί την ευθύνη της κατάρτισης. Όπως δεν θα θέλαμε έναν ιερέα ακατήχητο θεολογικά, έτσι δεν θα έπρεπε να θεωρούμε επαρκή έναν πνευματικό που αγνοεί πλήρως βασικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχικής λειτουργίας.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι η εκπαίδευση των μελλοντικών πνευματικών σε ένα σοβαρό πρόγραμμα ποιμαντικής ψυχολογίας δεν είναι πια μια ενδιαφέρουσα πρόταση. Είναι αναγκαία προϋπόθεση. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα έπρεπε να περιλαμβάνει βασικά στοιχεία ψυχολογίας, μηχανισμούς άμυνας και coping, τραύμα, πένθος, κατάθλιψη, εξάρτηση, ενσυναίσθηση, όρια του ποιμαντικού ρόλου και κριτήρια παραπομπής σε ειδικό. Όχι για να μετατραπεί η εξομολόγηση σε θεραπευτικό γραφείο, αλλά για να μη γίνεται η πνευματική καθοδήγηση πεδίο ακούσιων ψυχικών βλαβών.

Ο πνευματικός του σήμερα καλείται να είναι πατέρας, ποιμένας, ακροατής, διακριτικός συνοδοιπόρος. Για να σταθεί πραγματικά σε αυτό το ύψος, χρειάζεται όχι λιγότερη θεολογία, αλλά θεολογία συναντημένη με την αληθινή γνώση του ανθρώπου. Και αυτή η συνάντηση περνά πλέον, αναπόφευκτα, μέσα από την ποιμαντική ψυχολογία.


Δεν υπάρχουν σχόλια: