Όρθρος Αγίας και
Μεγάλης Τετάρτης: Ιωάννης 12:17–50
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η περικοπή Ιωάννης 12:17–50 τοποθετείται λίγο πριν από την είσοδο του
Κυρίου στο Πάθος. Η μαρτυρία του πλήθους για την Ανάσταση του Λαζάρου γίνεται η
αφορμή της θερμής υποδοχής του Ιησού, καθώς πολλοί διακρίνουν σε Αυτόν την
απάντηση στο αδιέξοδο του θανάτου. Παρά τον πανηγυρικό τόνο της υποδοχής, η
διήγηση αναδεικνύει την εσωτερική αμφιθυμία της ανθρώπινης στάσης: το ίδιο
πλήθος που «εξήλθεν εις υπάντησιν» διατηρεί προσδοκίες ενός θριαμβευτικού
μεσσιανισμού. Η δόξα που πολλοί προβάλλουν είναι κοσμική, ενώ ο Χριστός
μεταθέτει το νόημα της δόξας στο μυστήριο του Σταυρού.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία των «Ελλήνων» που θέλουν να δουν τον Ιησού (12:20–22). Αυτό δεν είναι απλό ιστορικό γεγονός, αλλά θεολογικό άνοιγμα: η σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός απευθύνεται σε όλη την ανθρωπότητα, υπερβαίνοντας σύνορα καταγωγής και θρησκευτικής προϊστορίας. Η επιθυμία «θέλομεν τὸν ᾿Ιησοῦν ἰδεῖν» εκφράζει το βαθύτερο αίτημα του ανθρώπου: να συναντήσει το Πρόσωπο που φανερώνει τον Πατέρα. Κι όμως, η «όραση» του Ιησού οδηγεί πλέον στο μυστήριο του Πάθους, διότι ο Χριστός γίνεται αληθινά ορατός ως Υιός και Σωτήρας μέσα από την εκούσια κένωση και την υπακοή Του.
Ο Κύριος απαντά με τον λόγο για τον κόκκο του σίτου: «ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ
σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν
φέρει» (12:24). Η Εκκλησία βλέπει εδώ το κέντρο του μυστηρίου: ο θάνατος του
Χριστού δεν είναι ήττα, αλλά γόνιμη θυσία, από την οποία αναβλύζει ζωή. Ο
κόκκος που «αποθνήσκει» δεν καταστρέφεται· μεταμορφώνεται σε καρποφορία, όπως ο
Σταυρός γίνεται πηγή Αναστάσεως. Η ζωή «εν Χριστώ» περνά από την άρνηση του
αυτάρκους εγώ και την ελεύθερη παράδοση στον Θεό. «ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει
αὐτήν» (12:25): η προσκόλληση στην αυτοσυντήρηση ως απόλυτο νόημα οδηγεί σε
πνευματικό θάνατο, ενώ η προσφορά της ζωής «εν τω κόσμω τούτω» για τον Χριστό
γίνεται οδός αιωνιότητας.
Η κραυγή της ψυχής του Κυρίου —«νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται» (12:27)—
φανερώνει την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεως. Ο Χριστός δεν παριστάνει τον
άνθρωπο, αλλά προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση με όλη την αγωνία της, χωρίς
αμαρτία. Η προσευχή Του δεν ακυρώνει το Πάθος, αλλά το αποκαλύπτει ως εκούσια
υπακοή: «πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα» (12:28). Η απάντηση του Πατρός («καὶ ἐδόξασα
καὶ πάλιν δοξάσω») δείχνει ότι η δόξα του Θεού δεν είναι θρίαμβος κοσμικής
ισχύος, αλλά φανέρωση αγάπης που φτάνει «εις τέλος». Ο Σταυρός είναι η δόξα της
αγάπης, διότι εκεί αποκαλύπτεται ποιος είναι ο Θεός: Αυτός που προσφέρεται υπέρ
της των πάντων ζωής και σωτηρίας.
Όταν ο Χριστός λέγει «νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ
κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω» (12:31), δεν εννοεί μια απλή ηθική αξιολόγηση,
αλλά την κοσμική ανατροπή των δυνάμεων του σκότους. Η «κρίση» είναι αποκάλυψη:
με τον Σταυρό φανερώνεται τι σημαίνει αληθινή ζωή και ποιος είναι ο ψεύτης που
κρατεί τον άνθρωπο αιχμάλωτο στον φόβο του θανάτου. Και αμέσως προστίθεται: «κἀγὼ
ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν» (12:32). Η «ύψωση» είναι
ταυτόχρονα Σταυρός και δόξα, ταπείνωση και βασιλεία. Ο Χριστός δεν εξαναγκάζει·
ελκύει με την αγάπη Του. Αυτό το «πάντας» φανερώνει την καθολικότητα της
κλήσεως, χωρίς να καταργείται η ελευθερία: ο άνθρωπος καλείται να απαντήσει με
πίστη.
Η περικοπή κλείνει με την προτροπή για το φως: «ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς
μεθ᾽ ὑμῶν ἐστι… πιστεύετε εἰς τὸ φῶς, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε» (12:35–36). Στην
Ορθόδοξη Εκκλησία, το φως δεν είναι ιδέα, αλλά Πρόσωπο. Ο Χριστός είναι το Φως
που φωτίζει τον άνθρωπο, και η πίστη δεν είναι ψυχολογική βεβαιότητα, αλλά
σχέση ζωής. Γι’ αυτό και η απόρριψη του λόγου Του δεν είναι απλώς «λάθος
γνώμη», αλλά αυτοαποκλεισμός από την κοινωνία του φωτός. Ο ίδιος όμως δηλώνει
ότι ήλθε «ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (12:47): η κρίση προκύπτει από τη στάση του
ανθρώπου απέναντι στο φως, όχι από μια εκδικητική διάθεση του Θεού.
Στον Όρθρο της Αγίας και Μεγάλης Τετάρτης, η Εκκλησία μας καλεί να δούμε
τον Χριστό όπως πραγματικά είναι: Βασιλέα που βασιλεύει από τον Σταυρό, Ζωή που
νικά τον θάνατο δια της θυσίας, Φως που ζητά να κατοικήσει εντός μας. Η
περικοπή μας θέτει σημαντικά πνευματικά ερωτήματα: ποια δόξα ζητούμε, ποιον
Μεσσία περιμένουμε, και αν θα βαδίσουμε «ως έχοντες το φως», πριν έλθει το
σκοτάδι της απιστίας. Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι ανάμνηση, αλλά πρόσκληση
συμμετοχής: να πεθάνει ο παλαιός άνθρωπος, για να καρποφορήσει ο νέος εν
Χριστώ.
***
Matins of Holy and Great
Wednesday: John 12:17–50
The passage John 12:17–50 is set
shortly before the Lord’s entry into His Passion. The testimony of the crowd
concerning the Raising of Lazarus becomes the occasion for Jesus’ warm
reception, since many discern in Him the answer to the dead end of death. Yet
despite the celebratory tone of the welcome, the narrative brings to light the
inner ambivalence of the human stance: the very crowd that “went out to meet
Him” still preserves expectations of a triumphant messianism. The “glory” many
project is worldly, whereas Christ transfers the meaning of glory to the
mystery of the Cross.
Especially significant is the
presence of the “Greeks” who wish to see Jesus (12:20–22). This is not a mere
historical detail, but a theological opening: the salvation Christ offers is
addressed to all humanity, transcending boundaries of origin and religious
background. The desire, “We wish to see Jesus,” expresses the human person’s
deepest request: to encounter the One who reveals the Father. And yet this
“seeing” of Jesus now leads into the mystery of the Passion, for Christ becomes
truly visible as Son and Savior through His voluntary self-emptying and
obedience.
The Lord responds with the saying
about the grain of wheat: “Unless a grain of wheat falls into the earth and
dies, it remains alone; but if it dies, it bears much fruit” (12:24). The
Church sees here the heart of the mystery: Christ’s death is not defeat, but a
fruitful sacrifice from which life springs forth. The grain that “dies” is not
annihilated; it is transformed into fruitfulness, just as the Cross becomes a
fountain of Resurrection. Life “in Christ” passes through the renunciation of
the self-sufficient ego and a free surrender to God. “He who loves his life
will lose it” (12:25): clinging to self-preservation as an absolute meaning
leads to spiritual death, whereas offering one’s life “in this world” for
Christ becomes the path to eternity.
The cry of the Lord’s soul—“Now
my soul is troubled” (12:27)—reveals the reality of the Incarnation. Christ
does not merely appear to be human; He truly assumes human nature with all its
anguish, yet without sin. His prayer does not cancel the Passion, but discloses
it as voluntary obedience: “Father, glorify Your name” (12:28). The Father’s
answer (“I have glorified it, and I will glorify it again”) shows that God’s
glory is not the triumph of worldly power, but the manifestation of love that
reaches “to the end.” The Cross is the glory of love, because there it is
revealed who God is: the One who offers Himself for the life and salvation of
all.
When Christ says, “Now is the
judgment of this world; now the ruler of this world will be cast out” (12:31),
He does not mean a simple moral evaluation, but the cosmic overthrow of the
powers of darkness. “Judgment” is revelation: through the Cross it is shown
what true life is, and who the liar is that keeps the human person captive
through the fear of death. And immediately He adds: “And I, when I am lifted up
from the earth, will draw all people to Myself” (12:32). This “lifting up” is
at once Cross and glory, humility and kingship. Christ does not coerce; He
draws by His love. This “all” reveals the universality of the call without
abolishing freedom: the human person is summoned to respond in faith.
The passage concludes with an
exhortation concerning the light: “Yet a little while the light is with you…
believe in the light, that you may become sons of light” (12:35–36). In the
Orthodox Church, light is not an idea but a Person. Christ is the Light who
illumines the human person, and faith is not psychological certainty but a
living relationship. For this reason, rejecting His word is not merely a
“mistaken opinion,” but a self-exclusion from communion with the light. Yet He
Himself declares that He came “that I might save the world” (12:47): judgment
arises from the human person’s stance toward the light, not from any vengeful
disposition in God.
At the Matins of Holy and Great
Wednesday, the Church calls us to see Christ as He truly is: the King who
reigns from the Cross, the Life who conquers death through sacrifice, the Light
who desires to dwell within us. The passage places before us serious spiritual
questions: what kind of glory we seek, what kind of Messiah we expect, and
whether we will walk “as those who have the light” before the darkness of
unbelief comes. Holy Week is not a recollection, but an invitation to
participation: that the old person may die, so that the new may bear fruit in
Christ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου