Τα περί της κοιμήσεως του Αγίου Κωνσταντίνου του
Μεγάλου
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Ο Ευσέβιος Καισαρείας περιγράφει τα περί της
κοιμήσεως του Αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου:
Πρώτα αισθάνθηκε κάποια σωματική αδιαθεσία που την
ακολούθησε ασθένεια. Τότε πήγε στα θερμά λουτρά της πόλεώς του. Από εκεί έφθασε
στη Ελενόπολη, πόλη που την ονόμασε έτσι για να τιμήσει το όνομα της μητέρας
του. Αφού πέρασε το χρόνο του στο ναό των Μαρτύρων ανέπεμψε ικεσίες και
παρακλήσεις στο Θεό.
Επειδή κατάλαβε ότι πλησίαζε το τέλος της ζωής
του, σκέφθηκε ότι τώρα είναι καιρός καθάρσεως των πλημμελημάτων του
παρελθόντος, πιστεύοντας ότι θα καθαριζόταν η ψυχή του από όσες αμαρτίες έκανε
ως άνθρωπος με τη δύναμη των μυστικών λόγων και με το λουτρό της σωτηρίας, δηλ.
το βάπτισμα.
Μετά από αυτή τη σκέψη γονάτισε στο έδαφος παρακαλώντας τον Θεό. Εξομολογήθηκε μέσα στο ναό και αξιώθηκε σ’ αυτόν τις πρώτες ευχές της χειροθεσίας. Αφού δε πήγε στο προάστιο της Νικομήδειας, κάλεσε τους επισκόπους και τους είπε τα εξής:
«Αυτή ήταν η ώρα που από πολύ καιρό περίμενα και
διψούσα και ευχόμουν για να πετύχω την εν Θεώ σωτηρία μου. Είναι καιρός να
απολαύσουμε και εμείς τη σφραγίδα, που προκαλεί την αθανασία. Είναι καιρός να
λάβω μέρος στο σωτήριο σφράγισμα, δηλ. το βάπτισμα, κάτι το οποίο σκεπτόμουν
κάποτε να γίνει στα νερά του Ιορδάνη ποταμού, στον οποίον όπως παραδίδεται
βαπτίσθηκε και ο Σωτήρας μας, προτυπώνοντας το μυστήριο του βαπτίσματος. Ο Θεός
όμως που γνωρίζει το συμφέρον μας, μας αξιώνει να γίνει αυτό εδώ.
Ας τελεσθεί λοιπόν αυτό χωρίς αναβολή. Διότι,
ακόμη κι αν θέλει ο Κύριος της ζωής και του θανάτου να ζήσουμε και έχει ορίσει
να παραμένω μαζί με το λαό του Θεού και να προσεύχομαι εκκλησιαζόμενος με το
πλήθος, θα ρυθμίσω τη ζωή μου από τώρα και εις το εξής σύμφωνα με τους θεσμούς
που αρμόζουν στο Θεό.»
Και αυτός αυτά έλεγε. Οι δε Ιεράρχες τέλεσαν το
ιερό μυστήριο σύμφωνα με τους θείους κανόνες και αφού έδωσαν τις κατάλληλες
οδηγίες μετέδωσαν σ’ αυτόν τα άχραντα μυστήρια. Με αυτό τον τρόπο πρώτος από
όλους τους αυτοκράτορες ο Κωνσταντίνος αναγεννήθηκε με τα μυστήρια του Χριστού.
Και αφού αξιώθηκε να πάρει τη θεία σφραγίδα του βαπτίσματος χαιρόταν
πνευματικά, ανακαινιζόταν και γέμιζε με θείο φως, χαιρόταν ψυχικά λόγω της
μεγάλης πίστεως και καταπλησσόταν από την παρουσία της θείας δυνάμεως. Όταν δε
έγιναν όσα έπρεπε, ντύθηκε με λευκά βασιλικά ενδύματα, που έλαμπαν σαν το φως,
και κοιμόταν σε άσπρο κρεβάτι, και δεν θέλησε να φορέσει ξανά τη βασιλική
πορφύρα.
Έπειτα, με δυνατή φωνή, ανέπεμψε ευχαριστήρια
προσευχή στο Θεό, μετά την οποία πρόσθεσε:
«Τώρα γνωρίζω ότι είμαι πράγματι μακάριος, τώρα
γνωρίζω ότι αξιώθηκα της αθανάτου ζωής, τώρα γνωρίζω ότι έγινα μέτοχος του
θείου φωτός».
Ονόμαζε δε ταλαίπωρους και άθλιους εκείνους, που
στερούνταν αυτών των αγαθών. Όταν δε οι αξιωματικοί και ηγέτες του στρατού
μπήκαν στην αίθουσα και έκλαιαν παραπονούμενοι ότι τώρα θα μείνουν έρημοι και
εύχονταν να του δοθεί παράταση της ζωής, αποκρίθηκε και τους είπε ότι τώρα
αξιώθηκε της αληθινής ζωής και ότι μόνον αυτός γνωρίζει ποια αγαθά έχει
απολαύσει. Γι’ αυτό και σπεύδει χωρίς αναβολή στην πορεία προς τον Θεό. Έπειτα
έκανε τις αναγκαίες διευθετήσεις στις υποθέσεις. Και τους μεν πολίτες της
βασιλίδος πόλεως δηλ. της Κωνσταντινουπόλεως, τίμησε με ετήσια δωρεά, στους
υιούς του δε παρέδωσε σαν πατρική του περιουσία τη βασιλεία, και τέλος τα
κανόνισε όλα σύμφωνα με την επιθυμία του.
Όλα αυτά έγιναν κατά τη μεγάλη εορτή, τήν πάνσεμνο
και σεβάσμια Πεντηκοστή, η οποία τιμάται κατά τις επτά εβδομάδες και μία μέρα
ακόμη, κατά την οποίαν οι θείοι λόγοι διδάσκουν ότι συνέβη η ανάληψη του κοινού
Σωτήρα στους ουρανούς και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος στους ανθρώπους. Αφού
αξιώθηκε δε σ’ αυτήν την περίοδο ο βασιλιάς των μυστηρίων, την τελευταία όλων
αυτών των ημερών, που δεν θα κάνει λάθος αν κάποιος την ονομάσει εορτών εορτή,
γύρω στο μεσημέρι, ανέβηκε η ψυχή του προς τον Θεό του, αφού άφησε στους
θνητούς, τους συγγενείς του, αυτός δε με το πνευματικό και φιλόθεο μέρος της
ψυχής του ενώθηκε με τον Θεό του.
Αυτό ήταν το τέλος της ζωής του Κωνσταντίνου. Αλλά
ας παρακολουθήσουμε τη συνέχεια.
Αμέσως τότε οι δορυφόροι και οι σωματοφύλακες
έσχισαν τα ρούχα τους, πέφτοντας στο έδαφος. Κτυπούσαν τα κεφάλια τους και
κλαίοντας δυνατά και με δυνατές φωνές ονόμαζαν τον Αυτοκράτορα, τον κύριο και
βασιλέα, όχι σαν Αυτοκράτορα αλλά σαν πατέρα, όπως κάνουν τα γνήσια παιδιά. Οι
μεν ταξίαρχοι και λοχαγοί έκλαιαν τον σωτήρα, τον φύλακα, τον ευεργέτη, οι δε
υπόλοιποι στρατιωτικοί εξέφραζαν τον πόνο τους με τον αρμόζοντα τρόπο, όπως οι
αγέλες επιθυμούσαν τον καλό ποιμένα τους. Ο λαός επίσης γύριζε σ’ όλη την πόλη
εκδηλώνοντας με κραυγές και φωνές το εσωτερικό πόνο της ψυχής, άλλοι δε με την
κατήφειά τους έμοιαζαν με σαστισμένους. Κάθε ένας θεωρούσε το πένθος σαν δικό
του και θρηνούσε γι᾽ αυτόν σαν να αφαιρέθηκε από τη ζωή του το κοινό αγαθό
όλων.
Σήκωσαν οι στρατιωτικοί το λείψανο, το τοποθέτησαν
σε χρυσή λάρνακα, που τη σκέπασαν με χρυσή πορφύρα και το μετέφεραν στην πόλη,
που είχε το όνομα του βασιλιά. Έπειτα την κατέθεσαν στο κύριο οίκημα των
ανακτόρων πάνω σε ψηλό βάθρο. Άναψαν δε φώτα πάνω σε χρυσά σκεύη. Έγινε ένα
εξαιρετικό θέαμα σε όσους το παρατηρούσαν, που ποτέ κανείς δεν είδε πάνω στη γη
από τη δημιουργία του κόσμου.
Το σκήνος του βασιλιά που βρισκόταν στο μεσαίο
διαμέρισμα των ανακτόρων πάνω σε ψηλή χρυσή λάρνακα, τιμημένο με τα βασιλικά
στολίδια, την πορφύρα και το διάδημα, το φρουρούσαν πολυάριθμοι αξιωματούχοι
που ήταν γύρω από αυτό, άγρυπνοι μέρα και νύκτα.
Οι αρχηγοί δε ολόκληρου του στρατεύματος, οι
κόμητες και όλη η τάξη των αρχόντων, που ήσαν και προηγουμένως υποχρεωμένοι να
προσκυνούν το βασιλέα, χωρίς να μεταβάλουν τίποτε από το συνηθισμένο τρόπο,
μπαίνοντας μέσα στην κανονισμένη ώρα, συνέχιζαν να ασπάζονται τον βασιλέα που
ήταν στη λάρνακα και μετά θάνατον, όπως και στη ζωή, γονυκλινείς. Μετά δε τους
πρώτους έκαναν το ίδιο τα μέλη της συγκλήτου και όλοι οι αξιωματούχοι, μετά
τους οποίους ακολουθούσαν πλήθη λαού κάθε κατηγορίας μαζί με τις γυναίκες και τα
παιδιά για να δουν.
Αυτά συνεχίζονταν πολύ χρόνο, διότι οι
στρατιωτικοί αποφάσισαν να μείνει και να φυλάσσεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο το
σκήνος, έως ότου έλθουν οι υιοί του και τιμήσουν τον πατέρα τους φροντίζοντας
οι ίδιοι για την κηδεία του. Βασίλευε λοιπόν και μετά θάνατο ο μακάριος, μόνος
αυτός από όλους τους θνητούς. Γίνονταν δε οι συνηθισμένες πράξεις όπως και όταν
ζούσε, διότι σ’ αυτόν μόνον από τους ζωντανούς είχε δωρηθεί αυτό από τον Θεό.
Επειδή δηλαδή ήταν ο μόνος από τους αυτοκράτορες που τίμησε με κάθε είδος πράξεις
τον Παμβασιλέα Θεό και τον Χριστόν αυτού, ευλόγως μόνος αυτός έλαβε αυτή την
αμοιβή και ο ύψιστος Θεός αξίωσε και το λείψανο του να βασιλεύει επί των
ανθρώπων φανερώνοντας με αυτόν τον τρόπο σ’ όσους δεν ήταν σκοτισμένοι στο νου
την αγέραστη και ατελείωτη βασιλεία της ψυχής.
***
Eusebius of
Caesarea describes the events surrounding the falling asleep of Saint
Constantine the Great:
At first he
felt some bodily discomfort, which was followed by illness. Then he went to the
hot baths of his city. From there he came to Helenopolis, a city which he had
named in honor of his mother. After spending his time in the church of the
Martyrs, he offered supplications and prayers to God.
Because he
understood that the end of his life was approaching, he thought that now was
the time for the cleansing of the transgressions of the past, believing that
his soul would be purified from whatever sins he had committed as a man through
the power of the sacred words and through the bath of salvation, that is,
baptism.
After this
thought, he knelt on the ground, beseeching God. He made confession in the
church and there received the first prayers of the laying on of hands. Then,
when he went to the suburb of Nicomedia, he called the bishops and said the
following:
“This is the
hour which for a long time I have awaited and thirsted for and prayed for, that
I might attain my salvation in God. It is time that we too should enjoy the
seal that brings immortality. It is time that I should partake of the saving
seal, that is, baptism, something which I had once intended to receive in the
waters of the Jordan River, in which, as tradition tells us, our Savior Himself
was baptized, thereby foreshadowing the mystery of baptism. But God, who knows
what is for our good, has counted us worthy that this should happen here.
Let this
therefore be accomplished without delay. For even if the Lord of life and death
wills that we should live, and has ordained that I should remain among the
people of God and pray in the assembly of the Church with the multitude, I
shall order my life from now on and henceforth according to the ordinances
fitting for God.”
And when he had
said these things, the bishops performed the sacred mystery according to the
divine canons, and after giving the proper instruction they imparted to him the
immaculate mysteries. In this way Constantine became the first of all the
emperors to be reborn through the mysteries of Christ. And after he had been
counted worthy to receive the divine seal of baptism, he rejoiced in spirit,
was renewed, and was filled with divine light; he rejoiced in soul because of
his great faith and was astonished at the presence of divine power. When all
that was necessary had been done, he clothed himself in white imperial
garments, shining like light, and rested upon a white bed, and he did not wish
to wear the imperial purple again.
Then, with a
loud voice, he offered a prayer of thanksgiving to God, after which he added:
“Now I know
that I am truly blessed, now I know that I have been counted worthy of immortal
life, now I know that I have become a partaker of the divine light.”
And he called
wretched and pitiable those who were deprived of these blessings. When the
officials and leaders of the army entered the hall and wept, lamenting that
they would now be left desolate and praying that an extension of his life might
be granted, he answered them and said that now he had been counted worthy of
the true life, and that he alone knew what blessings he had enjoyed. For this
reason he was hastening without delay on his journey to God. Then he made the
necessary arrangements in his affairs. He honored the citizens of the imperial
city, that is, Constantinople, with an annual gift, and to his sons he handed
over the empire as a paternal inheritance, and finally he arranged everything
according to his desire.
All these
things took place during the great feast, the all-holy and venerable Pentecost,
which is celebrated after seven weeks and one additional day, on which the
divine Scriptures teach that the ascension of our common Savior into heaven and
the descent of the Holy Spirit upon mankind took place. And after the emperor
had been counted worthy during this period of the mysteries, on the last of all
these days — which no one would err in calling the feast of feasts — around
midday, his soul ascended to his God, after leaving to mortals what was mortal
and kin to them, while with the spiritual and God-loving part of his soul he
was united to his God.
Such was the
end of Constantine’s life. But let us observe what followed.
Immediately
then the guards and bodyguards tore their garments, falling to the ground. They
struck their heads and, weeping loudly and crying out with strong voices,
called the Emperor their lord and king, not as Emperor but as father, as true
children do. The commanders and captains mourned their savior, guardian, and
benefactor, while the rest of the soldiers expressed their grief in the fitting
manner, as flocks long for their good shepherd. The people also wandered
throughout the whole city, making known by cries and shouts the inward pain of
their souls, while others in their sorrow seemed stunned. Each person regarded
the mourning as his own and lamented him as though the common good of all had
been taken away from life.
The soldiers
lifted up the body, placed it in a golden coffin, covered it with a
golden-purple cloth, and carried it into the city that bore the emperor’s name.
Then they laid it in the principal hall of the palace upon a high platform.
Lamps were lit above in golden vessels. It became an extraordinary spectacle
for all who beheld it, such as no one had ever seen on earth since the creation
of the world.
The emperor’s
body, lying in the central chamber of the palace in a high golden coffin,
honored with the imperial ornaments, the purple robe, and the diadem, was
guarded by numerous officials standing around it, watching day and night
without sleep.
The leaders of
the whole army, the counts, and the entire order of magistrates, who had
formerly been required to bow before the emperor, without changing anything of
the customary manner, entered at the appointed hour and continued to salute the
emperor lying in the coffin even after death, just as in life, bowing on their
knees. After the foremost among them, the members of the senate and all the
officials did the same, after whom crowds of people of every class followed,
together with women and children, in order to see him.
These things
continued for a long time, because the soldiers had resolved that the emperor’s
body should remain and be guarded in this way until his sons should come and
honor their father by taking charge of his burial themselves. Thus the blessed
one continued to reign even after death, he alone among mortals. The customary
acts were performed just as when he was alive, for this had been granted by God
to him alone among the living. Since he alone among emperors had honored God,
the King of all, and His Christ with every kind of deed, it was fitting that he
alone should receive this reward, and the Most High God deemed even his body
worthy to reign over men, thereby making manifest to those whose minds were not
darkened the unfading and unending kingship of the soul.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου